Του Βλάσση Κοκκώνη

Στο νησι των πειρατών
θ’ ανταμώσουμε λοιπόν
ίδιοι αθωοι κι’ ιδιοι φταίχτες
σαν αντικριστοί καθρέφτες
(Αλκης Αλκαίος)

Ανεξαρτήτως χρονικής περιόδου και κοινωνικής θέσης, κάποιος πάντα θα βρίσκεται δίπλα μας γιά να μας επιστήσει τη προσοχή στα προσωπικά μας ελαττώματα, σε κάποιο λανθασμένο τρόπο προσέγγυσης ενός προβλήματος της καθημερινότητας και ίσως, ως αναστροφής κίνητρο, καταφέρει να τροχιοδρομήσει την περαιτέρω πορεία μας. Ως άνθρωποι του λόγου επίσης, αντλούμε βοήθειες και κρίνουμε εαυτούς με βάση κείμενα, βιβλία και άλλα εκδοτικά συγγράματα που διαβάζουμε. Αν δεν έχουμε μία τέτοια τύχη, η φωνή της συνείδησης μπορεί να αποδειχθεί ο δέων υπαινιγμός σε μία αβέβαιη ως λανθάνουσα πορεία συγκριτικά με τους έναντι που διάγουν τα βέλτιστα ή έχουν πετύχει πλείστα και αυτό μόνο το γεγονός είναι αρκετό γιά να μας προτρέψει να ακολουθήσουμε το παράδειγμα τους. Ανελλιπώς και γιά πάντα, η πεπατημένη των πολλών νεύει να την ακολουθήσουμε, εν μέσω μίας βλάστησης υποδειγματικών κανόνων και συμβατικοτήτων που στενεύουν την οπτική μας γωνία και κάνουν κάποια άλλα γοητευτικά και αδιάβατα μονοπάτια να φαντάζουν σκοτεινά, απρόσιτα και επικίνδυνα.

Η αλήθεια είναι, ότι συνήθως κάποιο κέρδος απορρέει από την οποιαδήποτε γνώμη και άποψη των άλλων. Ο Αμερικανός φιλόσοφος και ψυχολόγος Τζών Ντιούϊ έλεγε ότι: «Η τύχη, καλή ή κακή, είναι πάντα μαζί μας. Αλλά έχει κάποιο τρόπο να ευνοεί τον ευφυή και να γυρίζει τη πλάτη στον ανόητο.» Οταν όμως πάρουμε την απόφαση να αγνοήσουμε – πάντα μέσα στο πλαίσιο κάποιας λογικής – τον συμβατικό κόσμο, τότε αναπηδά το ερώτημα: πόση νοημοσύνη μπορεί να κρύβει μία τέτοια απόφαση εξ’ αιτίας του αντικομφορμιστικού της πνεύματος; Αυτό συμβαίνει με τους περισσότερους ανθρωπους της Τέχνης, που συνήθως ανοίγουν ένα δικό τους δρόμο ή ακολουθούν κάποια λιγοστά και αφανή εν δυνάμει περάσματα κοινωνικής αποδοχής και αναγνώρισης. Η ειρωνία είναι ότι, οι άνθρωποι τέτοιων ακρασφαλών αποφάσεων, φθάνουν σε αυτό το σημείο από μία εσωτερική ανάγκη γιά καλύτερη και πιό ποιοτική ζωή. Μετά από αυτό και σε επιπλέον αναζήτηση, ας υποθέσουμε ότι αποφασίζουμε να μη δώσουμε πλέον καμία σημασία στη πληθώρα των έντυπων, συμβουλευτικών οδηγών, που γεμίζουν τα ράφια των φαρμακείων, υπερπαντοπωλείων (τουλάχιστον στη Β. Αμερική) και βιβλιοπωλείων και που τα εξώφυλλα τους διατείνονται πως έχουν το μυστικό της προσωπικής επιτυχίας και ευτυχίας. Ας υποθέσουμε πως απορρίπτουμε κάθε ιδεολογικό – φιλοσοφικό δόγμα και τρόπο ζωής. Αν υποθέσουμε ακόμη ότι έχουμε ξεπεράσει τη μυστικιστική γοητεία των θρησκευτικών δοξασιών σε Ανατολή και Δύση. Τότε, απομένει κάτι θεμιτό και φίλιο γιά να στηρίξει και να δώσει νόημα στη σύντομη και ταλαίπωρη, πολλές φορές, ζωή μας πάνω στον πλανήτη;

Δεν νομίζω πως υπάρχει μία και μοναδική απάντηση γιά να δώσει τέλος σε όλες τις πρότερες διαπιστώσεις. Σίγουρα όμως υπάρχει ένα πλήθος αστερισμών και πιθανοτήτων ενόργανης και ευφυούς ζωής που δεσπόζουν πάνω και πέρα από τον ορίζοντα. Αλλοι το βλέπουν σαν απειλή και άλλοι σαν ευκαιρία. Ενας παρόμοιος ουράνιος ορίζοντας έχει σχηματιστεί και υπάρχει από περασμένους και τωρινούς αστέρες του λόγου και άλλων καλών τεχνών. Ορισμένοι από αυτούς δεν απολαμβάνουν της γιγαντιαίας εκτίμησης που χαίρουν άλλοι. Η σκιά τους, πάνω στους κανόνες που καθορίζουν το είδος, είναι ασήμαντη ως ανύπαρκτη εξ’ αιτίας ενός περιορισμένου μεγέθους έργου που άφησαν πίσω ή μίας θεματολογίας συστημικά ή ηθικολογικά ασύμφορης. Το έργο κάποιων άλλων επίσης λογοτεχνικών μορφών μπορεί να είναι αμφιλεγόμενο και δύσκολο προς αφομοίωση και διδακτικό περιεχόμενο. Ενα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί ο Εντγκαρ Αλλαν Πόε με διάφορα αλλόκοτα περιστατικά στη προσωπική του ζωή που σίγουρα επέδρασαν και διαμόρφωσαν το ύφος και τη θεματολογία του έργου του. Γιά παράδειγμα, έχουμε το ιστορικά τεκμηριωμένο περιστατικό που τον θέλει σαγηνευμένο από τη μητέρα ενός παιδικού φίλου του, την Ελεν Στανναρντ. Μετά τον απροσδόκητο και ξαφνικό θάνατο της γυναίκας, ο ανήλικος ακόμη Πόε αποφάσισε να κάνει κάτι εντελώς εξωφρενικό. Περνούσε ατελείωτες ώρες πάνω από τον τάφο εκείνης. Μες τη συντριβή του, πίστευε πως έτσι της κρατούσε συντροφιά. Το ίδιο έκανε και ο, συγχρονος του Πόε, Ουγγαρέζος ποιητής Πετοφι πάνω από τον τάφο της πολυαγαπημένης του Ετελκα. Αυτή η …ανόητη στάση και εμπειρία θα στιγμάτιζε το υπόλοιπο της ζωής του Πόε πέρα απο κάθε άλλη συμβατική νοημοσύνη. Πολλά χρόνια αργότερα και σε επιστέγασμα όλων αυτών, θα έδινε το ποίημα Λενόρ και σε συνέχεια αυτού, Το Κοράκι .

Το Κοράκι είναι ένα από τα πιό αντιπροσωπευτικά και υπέροχα ποιήματα του Πόε. Είναι ένα έργο που μοιάζει να ρέει απερίσπαστα και μελωδικά, αλλά ο χειρισμός και η τοποθέτηση των διάφορων σχημάτων λόγου γίνεται κατά τέτοιο τρόπο μέσα σε αυτό που τα σημαίνοντα παίρνουν μορφή σιβυλλική και δυσνόητη. Είναι ένα ποίημα – κανόνας γιά τη σκοτεινή και απαισιόδοξη σχολή γραφής. Κάποιοι από εσάς ίσως έχουν γνώση του ποιήματος στη πρωταρχική γλώσσα ή από μετάφραση. Ενας κουρασμένος και ξενύχτης αφηγητής λόγιος είναι αποκαμωμένος από τη μελέτη και τα συναισθήματα θλίψης γιά την απώλεια της αγαπημένης του Λενόρ. Στη προσπάθεια που κάνει γιά να αντιμετωπίσει το γεγονός του θανάτου και να ανακτήσει την αισιοδοξία του, έχει καταφύγει στη «παλιά γνώση» ενός βιβλίου όπως και σε άλλα πριν από αυτό. Η φυσική, ψυχολογική του κατάσταση, η κούραση και το επισφαλές θρόϊσμα της κάθε «μωβ κουρτίνας» τον γεμίζουν με «φανταστικούς τρόμους που δεν είχε νιώσει ποτέ πριν». Αυτή η κατάσταση σαφώς παραπέμπει σε παράδειγμα ανθρώπου στο χείλος του παραλογισμού. Ο αναγνώστης δεν είναι σίγουρος αν όλα αυτά συμβαίνουν στον πραγματικό κόσμο των αισθήσεων ή απλώς αποτελούν εκδηλώσεις κάποιας υπερβολικής φαντασίας υπό τη πίεση των υφισταμενων συνθηκών. Η πιθανότητα της παραίσθησης παρουσιάζεται ακόμη πιό δυνατή όταν, προσπαθώντας να αποκριθεί στον «απαλό κτύπο» και όντως κυριευμένος από «απορία, δέος, αμφιβολία» και μία καθ’ όλα «ονειρική αίσθηση» ανοίγει τη πόρτα και «ψιθυρίζει» το όνομα της ήδη εκλιπούσας Λενόρ. Καθώς αναπτύσσεται η δομή του ποιήματος, πάντα μέσα στην ίδια καταπληκτική και δεξιότεχνα απόκοσμη ατμόσφαιρα που ο Πόε οικοδομεί από τη μία στροφή στην επόμενη, ο ήρωας αρχίζει εντός και εκτός νού να έρχεται πρόσωπο – πρόσωπο με το μυστήριο του φθαρτού κόσμου. Η «μεγαλοπρέπεια» και η κυριότητα του επισκέπτη – κορακιού είναι τέτοια που δεν λογαριάζει ούτε τη προτομή – σύμβολο της θεάς της σοφίας και γνώσης Αθηνάς «Παλλάδος». Η κάθε προσπάθεια του ήρωα, να έλθει σε κάποιο συμβιβασμό με το άχαρο και μελανόφτερο αυτό στρουθί, τον οδηγεί σε διάφορα μακάβρια συμπεράσματα και άκαρπες επικλήσεις γύρω από τη παράξενη και απροσδόκητη, νυχτερινή επίσκεψη του. Συσχετίζει το κοράκι με το βασίλειο του Πλούτωνα. Το παρομοιάζει με τη πρόσκαιρη παρουσία παλιών «φίλων και Ελπίδων που έχουν πετάξει μακριά πιό πριν». Του προσδίδει ψιττακιστικές ικανότητες, λόγω της εκνευριστικά επαναλαμβανόμενης μονολεκτικής απόκρισης του πουλιού, που μοιάζει σαν να είναι αποτυπωμένη από κάποιον απελπισμένο, πρώην ιδιοκτήτη του που, προφανώς, τον είχε βρεί μεγάλη συμφορά. Καταγράφει ένα στιγμιαίο όραμα με πρωταγωνιστή το ουράνιο Σεραφειμ, το «αόρατο» θυμιατό του και άλλους αγγελους σε ακολουθία. Μονολογεί και προσφέρει σαν αντίδοτο το ομηρικό, αντικαταθλιπτικό αφιόνι «νηπενθές» μήπως και έτσι καταφέρει να δώσει μία ανάπαυλα στη τυρρανική παρουσία του πουλιού και στις μνήμες της Λενόρ. Εν συνεχεία, αναγνωρίζει προφητική ιδιότητα πονηρού πνεύματος στο ανεπιθύμητο πτηνό. Αναρωτιέται και αναζητά το βάλσαμο της Εδέμ και παρ’ όλα αυτά, όλες οι εικασίες και παρακλήσεις μοιάζουν να μη βρίσκουν κατάλληλη ανταπόκριση. Η ίδια μόνο επίμονη και απαράλλαχτα μονότονη απάντηση, σαν αδυσώπητο και βασανιστικό ρεφραίν στο τέλος κάθε στροφής σχεδόν του ποιήματος, βγαίνει από το ράμφος του τρομακτικού πουλιου: «Ποτε πιά». Μία τετελεσμένα απαγορευτική φράση που μοιάζει με αιώνια κατάρα και δεν επιτρέπει στη ψυχή του ήρωα να δραπετεύσει μέσα από το φρικτό περίγραμμα της σκιάς που πέφτει στο δάπεδο και θυμίζει τάρταρο. Το ανυπόφορο άχθος της σκιάς τον καθηλώνει και τον συνθλίβει γιά πάντα στο έδαφος, στη γη, στη θνησιμότητα του πεζού και του τετριμμένου.

Οι διάφορες απόψεις συγκλίνουν πως η κεντρική ιδέα του ποιήματος είναι αυτή της αιώνιας αφοσίωσης με οποιοδήποτε κόστος συνεπάγεται. Σε αυτή τη βάση, το ποίημα ανήκει καθαρά στη ρομαντική σχολή του είδους και την εμμονή στην εξιδανίκευση μορφών και σχημάτων. Ας σημειωθεί πως η κάθε εξιδανίκευση μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά τόσο επί της ατομικής προόδου, όσο και επί της ελευθερίας ενός προσώπου. Πέραν τούτου, το ποίημα αποτελείται από 18 στροφές γραμμένες σε παραδοσιακό, τροχαϊκό οκτάμετρο. Ο τρόπος που αντλεί και στήνει τα λαϊκότροπα με τα κλασσικά στοιχεία δεν αφήνει καμία αμφιβολία γιά τη συγκρουσιακή ατμόσφαιρα που επικρατεί στο ποίημα. Η χρήση του κορακιού, ένα κατ’ εξοχήν ημερήσιο πτηνό, φαντάζει εκτός τόπου και χρόνου αλλά, παρ’ όλα αυτά, καταλαμβάνει θέση πάνω στη προτομή της Παλλάδος, δημιουργώντας έτσι μία κτυπητή αντίθεση σε σχέση με την κλασσικά αντιπροσωπευτικότερη, νυκτόβια γλαύκα της αρχαίας θεάς και γνώσης. Η επίγνωση του αλύτρωτου αισθήματος παραμερίζει κάθε διάθεση γιά ορθολογική ενασχόληση και έτσι το ποίημα καταφέρνει να αποκτήσει την απαιτούμενη αισθητική πνοή μακριά από οποιοδήποτε συμβατικό καθρέπτη της πραγματικότητας. Μοιάζει σαν να είναι ο μοναδικός τρόπος γιά να μπορέσει να βαπτιστεί στη κολυμπήθρα της Τέχνης.

Από ελληνική σκοπιά, τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Πόε εμφανίζονται συχνά και έντονα σε πολλούς ποιητές της γενιάς του μεσοπολέμου και ένας από αυτούς ήταν και ο σχετικά άγνωστος Εμμανουήλ Καίσαρ, ο οποίος έχαιρε εκτίμησης τόσο από τον μετέπειτα νομπελίστα Οδυσσέα Ελύτη, όσο και από τον «ιδανικό και …πανάξιο εραστή…» του λόγου και της άλμης, Νίκο Καββαδία. Ο Καίσαρας φέρεται να είχε καταγωγή από τη Πάτρα αν και δεν έζησε ποτέ εκεί. Ηταν δεύτερος ξάδελφος του αχαιού ποιητή Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου ή Ζαν Μορέα. Το βιογραφικό τον εμφανίζει σαν Ελληνα της διασποράς αφού εργάστηκε σε εκπαιδευτήρια αποδήμων σε Κύπρο, Αλεξάνδρεια, Κάϊρο και Ισμαηλία κατά τη περίοδο της δεκαετίας του 1950. Ο Εμμανουήλ Καίσαρ δεν ήταν από τους πολυγραφότερους ποιητές μας, αλλά αυτά τα λίγα που έγραψε και μετέφρασε (μόλις τέσσερεις ποιητικές συλλογές 1929 – 1951) κερδίζουν τη συμπάθεια και εκτίμηση μας, έστω και αν οι σύγχρονες κριτικές δεν είναι απόλυτα θετικές. Η λογοτεχνική μου περιέργεια τον ανακάλυψε από το Γράμμα Στον Ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ. Σε επακόλουθη ανάγνωση ορισμένων ποιημάτων του, αντιλήφθηκα μία συγγένεια με το νεοορομαντικό πνεύμα, αλλά και μία έφεση στις προσωπικές μου, αισθητικές επιλογές και εντυπώσεις.

Εκτός αυτών, ένας άλλος αλησμόνητος, ποιητικός, δραματικός μονολόγος, άξιος αναφοράς και συσχέτισης, θα πρέπει να είναι αυτός του Δούκα της Φερράρα στο ποίημα Η Τελευταία Μου Δούκισσα του Εγγλέζου ποιητή Ρόμπερτ Μπράουνινγκ. Εκεί, χρησιμοποιώντας ως μέσο μία προσωπογραφία, ο δούκας της Φερράρα βρίσκει ευκαιρία να εξάρει τον εαυτό του διά της μεθόδου προβολής των ελλατωμάτων της γυναίκας στον πίνακα. Ετσι, υποκαθιστά τόσο την αξία της Δούκισσας όσο και του έργου τέχνης. Θα πρέπει να παραδεχτώ ότι η τακτική του Φερράρα δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από σύγχρονους μεγαλοπατριώτες πολιτικούς και την εκτίμηση που δείχνουν απέναντι στον λαό που «υπηρετούν». Ας επανέλθουμε όμως στον Καίσαρα και στο ποίημα Ομιλεί Ενας Παρηκμασμένος Νέος, που είναι δοσμένο με σχετικά παρόμοιο τρόπο και όπως φαίνεται, ταιριάζει απόλυτα στις αντιφατικές περιόδους κάθε υπερθετικού πατριωτισμού και ανθρωπιστικής κρίσης. Τα στοιχεία της αναπόλησης και φθοράς είναι σαφή μέσα από τον καλοπλεγμένο ρυθμό των στίχων τουλάχιστον στο παρακάτω απόσπασμα.


Τώρα είναι χρόνια πια που λησμονήθηκε
και πέφτει της το χρώμα λέπια-λέπια,
τα μάτια όμως ακόμα που απομένουνε
δείχνουνε τη χρυσή, σβησμένη ακμή της.

κι εκεί που τα θωρείς, γλυκά κι ασάλευτα,
μέσα στη σιωπηλή εγκατάλειψή τους,
ωραία, για τη μοιραία φθορά τους, άξαφνα,
μαντεύεις μια βροχή μενεξεδένια…

Χωρίς καμία υπερβολική μεγαλοπρέπεια ή παρακλητικό τόνο, ο ποιητής δεν ηρωποιεί αλλά ούτε προσπαθεί να ανατρέψει το γεγονός της λησμονιάς που είναι καταδικασμένος ο τοιχογραφημένος αφηγητής του ποιήματος. Ως μέσο έκφρασης, το ποίημα δεν προσλαμβάνει χαρακτήρα ικεσίας αλλά εικασίας και έτσι, τελικά, κερδίζει τη μάχη με το χρόνο παρ’ όλες τις αδυσώπητες και ασυγκίνητες ιδιότητες του τελευταίου. Στο Κοράκι, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τον αμήχανο και παρακλητικό τόνο του αφηγητή μέχρι τελικής πτώσεως. Στο ποίημα του Καίσαρα ανακαλύπτουμε κάτι πιό ευγενές: μία στωϊκή, γενναία εγκαρτέρηση και αδιαφορία. Στο τρίτο ποίημα, εκείνο του Μπράουνινγκ, ο αφηγητής προσπαθεί να φέρει τον εαυτό του στο επίκεντρο της προσοχής σε αντιδιαστολή με το έργο τέχνης – πορτραίτο της πρώην γυναίκας του και έτσι προδίδει τη χυδαιότητα του. Στο Ομιλεί Ενας Παρηκμασμένος Νέος, κάθε χυδαιότητα, που συνέβαλε στη σύνθεση ή φθορά της τοιχογραφίας, παραμερίζει εμπρός στην ανυποχώρητη ακμή του βλέμματος και στη προοπτική μιάς ζωογόνου «μενεξεδένιας βροχής». Το πιό σημαντικό είναι η υπάρξη ζωής, όχι αυτό που την περιορίζει ή την καταστρέφει.

Σε ένα άλλο ποίημα, Το Γαλάζιο Κιόσκι, ο Καίσαρ μας παραθέτει ένα από τα πιό οργανικά του έργα.

Κοντά στη θάλασσα αγαπώ ένα γαλάζιο κιόσκι.

Γύρω απ’ αυτό το ειρηνικό παραθαλάσσιο κιόσκι
τα μεσημέρια στάζουνε κόμπους ζεστό χρυσάφι
δίχτυα απλωμένα αντίστροφα σ’ ωριμασμένους ήλιους.

Το δείλι, όταν το σχήμα του βυθίζεται στους ίσκιους,
βρίσκουν εκεί καταφυγή φιλέρημα παιδιά,
που επάνω από τ’ αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου
αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά.

Εκεί το αγιόκλημα άλλοτε με την πολύοσμη κόμη
παλαιών εμύρωνε κυριών την ανθηρή ομιλία,
καθώς στο θάλπος των νυκτών του Αυγούστου η ωχρή σελήνη
στάλαζε φίλτρα ερωτικά από μια ανάερη κρήνη.

Τώρα το κιόσκι το παλιό με την εράσμια φρίζα
θρυμματισμένη απ’ τη σκληρή της χειμωνιάς αξίνη,
όταν οσιώνεται το φως το ακόλαστο της μέρας,
περνάει στη νύχτα παίρνοντας το μύρο απ’ την αιφνίδια
μελαγχολία των σιωπηλών, φιλέρημων εφήβων,
που με το δείλι χάνουνε τις βάρκες, τις ψυχές τους
επάνω από τ’ αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου.

Οι ανωτέρω παραστάσεις δεν είναι αποτέλεσμα στείρας αντιγραφής κάποιας γραφικής σκηνής που αδημονεί να κερδίσει εντυπώσεις και να πουλήσει εισιτήρια τουριστικής περιήγησης. Δεν παλεύει να γεμίσει τη στιγμή της ανάγνωσης με ενθύμια τύπου: τσολιαδάκια, κοχύλια, χάντρες γιά το βάσκανο και άλλα είδη λαϊκής, παραδοσιακής κοπής. Ο ποιητής γνωρίζει πως χρειάζεται κάτι βαθύτερο και πιό φυσικό, κάτι που να έχει τη δύναμη της παρέκκλισης από τις συνταγογραφήσεις της καθημερινότητας. Κάτι τόσο δυνατό που να μην κόβει απλά την ανάσα, αλλά να «χάνεται η ψυχή» ολάκερη εκεί. Ισως, μόνο «φιλέρημες» υπάρξεις μπορούν να νιώσουν τι ακριβώς εννοώ γύρω από τον συγκινησιακό χαρακτήρα του ποιήματος. Υπάρξεις χωρίς φόβους και έξω από συμβατικά, γεωγραφικά ή άλλα όρια οποιασδήποτε κοινωνικής αγέλης. Γιά να απελευθερώσουμε τους εαυτούς μας, θα πρέπει να τους δούμε όπως πραγματικά είναι: γυμνούς χωρίς προσχήματα, τίτλους, προκαταλήψεις, δολιότητες και άλλες τέτοιου είδους ευτέλειες. Βέβαια, γιά να τολμήσουμε μία υπέρβαση προς έναν τέτοιον ερωτισμό, αθωότητα και γαλάζια πατρίδα, προϋποθέτει κάποιες συνέπειες στον κατά τ’ άλλα εντελώς άμυρο και ίσως δύσοσμο βίο μας. Η αναγωγή κάθε αναποδιάς και προβλήματος της καθημερινότητας, σε πρωτίστης σημασίας γεγονός γιά τη ζωή, προκαλεί σοβαρή ψυχολογική βλάβη. Ουσιαστικά, γινόμαστε οικτρά γραφικοί στη προσπάθεια να μοιάσουμε ή να ξεπεράσουμε τους άλλους χωρίς να μας απασχολεί ποτέ αυτό που πραγματικά εμείς είμαστε!

Η αβεβαιότητα και οι τραυματικές εμπειρίες της πεζής καθημερινότητας συχνά μας οδηγούν σε απεγνωσμένες πράξεις και συμπεριφορές. Η ζωή είναι τόσο φευγαλέα και παρ’ όλες τις γενναίες ως θηριώδεις προσπάθειες μας, τίποτα δεν μπορεί να αναχαιτίσει ή να περιορίσει τη ροή της. Ο ήλιος θα συνεχίσει να χαράζει, να ωριμάζει και να πλαγιάζει μετά από κάθε δειλινό. Είμαστε τόσο παροδικοί, όσο οι πολιτικοί των οφιτσίων που μας μαυρίζουν τη ζωή γιά να βλέπουν τη δική τους γκρίζα. Είμαστε τόσο διαταραγμένοι πνευματικά από τον επιβεβλημένο τρόπο ζωής, που τυχόν «ανθηρές ομιλίες» αποτελούν σενάριο επιστημονικής φαντασίας ή ξένη γλώσσα άνευ περαιτέρω ανάγκης και φροντιστιριακής προσφοράς. Μπορεί να μην γνωρίζουμε καν τι είναι και πως μυρίζει το αγιόκλημα. Ενώ, αν κάτι ακόμη «αντιφέγγει» θα πρέπει να είναι μόνο η τηλεοπτική οθόνη μπροστά από τον καναπέ μας. Κάπως έτσι η ζωή δεν μοιάζει με φαρέτρα, αλλά καταντά φέρετρο. Η αθωότητα της χάρτινης βαρκούλας μετασχηματίζεται σε ένα απαίσιο φασματικό καράβι όπως στο ποίημα Νυχθ’ Υπό Λυγαίαν ή Νυχτερινή Φαντασίωση του ίδιου πάντα ποιητή στο παρακάτω απόσπασμα.


Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους:
Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες,
δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του
στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.

Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι
(η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!)
Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων,
αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.

Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι.
Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του,
κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα–
μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!

Ενα καράβι που θυμίζει και σκορπίζει όλεθρο! Ο ποιητής κατατρυχάται εδώ από μία πολύ τρομακτική φαντασίωση. Η κάθε ζοφερή και ερεβώδης τέτοια αναπαράσταση αντανακλά κάποια ανατριχιαστική πλευρά της ζωής. Αναφορικά, σκεφθείτε πόσα λυγαία και λυγρά περιστατικά έκαναν την εμφάνιση τους μέσα στον όρμο της προσωπικής σας ασφάλειας και ευτυχίας τα τελευταία μόνο χρόνια. Πόσα παιδιά θα δώσουν πρόωρο τέλος στο όνειρο που λέγεται παιδεία γιά όλους. Πόσες οικογένειες πρέπει να ζήσουν με το φάσμα ενός κρεμασμένου ή με άλλου τρόπου αυτόχειρα γιά το υπόλοιπο της ζωής τους. Πόσοι νόμοι και κανονισμοί σκόρπισαν μία θανατηφόρα σιωπή μέσα σε πολλά σπίτια και μικροεπιχειρήσεις. Πόσος φόβος και πόση ειρήνη συγκριτικά πλανιόνται μες τις γειτονιές όλου του κόσμου. Μεταξύ άλλων, το ποίημα του Καίσαρα καταγράφει πως αυτό το τρομακτικό φαινόμενο έχει τη δύναμη να μεταμορφώνει το συμπαθητικό σε τερατώδες. Είναι σώμα ξένο με τον αισθητό, φυσικό κόσμο και ως τέτοιο δεν μπορεί να έχει συναίσθηση των πράξεων και ενεργειών που ορίζουν τον τελευταίο. Οπως το Κοράκι του Πόε, έτσι και το ανωτέρω άρμενο είναι αεικίνητο. Φυσικά, στο ποίημα του Καίσαρα, κινείται υπεράνω αλλά δεν συγκινείται από τα εγκόσμια. Είναι μία ανυπόφορη, γιά τον οργανικό κόσμο, πομπή που υπαινίσσεται και υπενθυμίζει μία …δίχως στάση… επικείμενη κοσμοκτονία.

Κάθε φορά που διαβάζα το παραπάνω ποίημα του Εμμανουήλ Καίσαρα, η σκέψη μου έτρεχε πάντα πίσω στα κλασσικά αφηγήματα Η Καρδιά Του Σκότους και Τα Χιόνια Του Κιλιμαντζάρο από τους Τζόζεφ Κόνραντ και Ερνεστ Χεμινγουεϊ αντίστοιχα. Αφηγήματα που περιγράφουν την ιστορία ενός «πεφωτισμένου» αποικιοκράτη ή θηρευτή σε ίδια αντιστοιχία. Οι αποφάσεις και τα τολμήματα των πρωταγωνιστών εκείνων των αφηγημάτων είχαν φρικτά αποτελέσματα. Η ζωή τους πήρε μία ανάστροφη και καθ’ όλα αποκτηνωμένη πορεία γιά τον ψυχολογικό-εντός- και γεωγραφικό -εκτός- τόπο που επέλεξαν μακροπρόθεσμα ή προσωρινά να κατοικοεδρεύσουν. Γεγονός που μας φέρνει στο επόμενο ποίημα του Καίσαρα, Χαμένοι Στα Βάθη Των Τροπικών και τις τελευταίες, τέσσερις στροφές του.

Τώρα, απροσανατόλιστοι, περίτρομοι,
μες στων δασών την κόλαση πλανιόνται•
μόνοι, σε βρυχηθμούς θηρίων ανάμεσα,
το θάνατο προσμένουν, ένας – ένας…

Αύριον, οι ιθαγενείς, σε μια άκρη, θα ΄βρουνε
μια-δυο λευκές τους κάσκες ματωμένες,
– σύμβολα ευγενικά κάποιων που επέρασαν
οικτρών, δυστυχισμένων Ευρωπαίων…

Ίσως, κανείς – ποιος ξέρει πάλι! – ανέλπιστα
μέσα στους τόσους άλλους επιζήσει•
τα βήματά του, εκείνος, τότε, σέρνοντας
βαριά από μια σφοδρή κι άνιση πάλη,

στη μακρινή, φιλήσυχη πατρίδα του
το δέρμα μιας ωραίας θα φέρει τίγρης,
ενθύμιο από μια χώρα αγρία, απολίτιστη,
γεμάτη δέος, απώλεια κι αγωνία

Σε αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στο τεράστιας σημασίας θέμα της παιδειας που διαμορφώνει εθνικές και άλλες πολιτικές στάσεις, παραγκωνίζοντας ή και αφανίζοντας βαθύτερες έννοιες περί πατρίδας και ανθρωπιάς. Κατά τη ταπεινή μου γνώμη, ένα οποιοδήποτε εκπαιδευτικό σύστημα με όλες τις βαθμίδες του εν δράσει, βοηθά στη γενική ή ειδική κατάρτιση ενός ατόμου αλλά όχι απαραίτητα στη παιδεία που είναι οργανική υπόθεση και απαιτεί μία συνεχή και επίπονη καλλιέργεια. Μόνο όταν αντιμετωπίσουμε την παιδεία ως τέτοια, θα σταματήσουμε να παραμένουμε προσηλωμένοι μηχανικά και απόλυτα στα στενά επαγγελματικά και οικονομικά μας συμφέροντα. Μία διά βίου ανάπτυξη της προσωπικότητας απελευθερώνει από ιδεοληψίες και ψυχαναγκασμούς που επισκιάζουν τη ζωή και την οδηγούν σε επικίνδυνες και απερίσκεπτες στάσεις. Η κατάκτηση της γνώσης απαιτεί έρευνα, αλλά δεν έχει σκοπό την υποδούλωσή μας ή των άλλων. Η γνώση δεν είναι πρόσχημα εκπολιτισμού και φάστ τράκ ανάπτυξης. Είναι κάτι πιό ουσιαστικό που πηγάζει από έξωθεν εμπειρίες και όχι από εσωτερικές παρορμήσεις και αυτοσχέδια τολμήματα. Σίγουρα οι μεγάλες κατακτήσεις και ανακαλύψεις επέδρασαν θετικά στη πρόοδο του πολιτισμού. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι γίναμε πιό σώφρονες, ότι δεν εξαφανίσαμε και δεν καταστρέφουμε τρόπους και τόπους ζωής στο όνομα ενός οποιουδήποτε τυχοδιωκτισμού που, δυστυχώς, δεν έχει καμία σχέση με τις πραγματικές, πλουραριστικές αξίες του πολιτισμού. Από λογιστική άποψη, η ενέργεια που καταναλώνουμε στη κατάκτηση ενός υλικού κόσμου δεν αναλογεί με το βαθμό ικανοποίησης ή ασφάλειας που αποκομίζουμε από αυτό. Δεν είναι σοφία ότι παραμένουμε διαρκώς ανήσυχοι, ακόρεστοι και ανασφαλείς. Κάποιοι μπορεί να εγκατέλειψαν την απολίτιστη ζούγκλα, φέροντες περήφανα ή κουρασμένα τα τρόπαια τους αλλά, μαζί με αυτά, κουβάλησαν και τη βαρβαρότητα μες τις πόλεις και τη …πολιτισμένη ζωή. Είναι ο απαράβατος διαλεκτικός νόμος της αλληλεπίδρασης που δεν μένει πίσω, δεν ξεχνά και δεν παραγράφεται.

Κάθε άρνηση να παραδεχτούμε αυτό το γεγονός, επιδεινώνει παρά βελτιώνει τη κατάσταση και επιζητά το επόμενο ξέσπασμα, την επόμενη κατά φαντασία «ποιοτική αλλαγή». Κάτι τέτοιο, όμως, φέρνει τον ποιητή ενώπιον συγκεκριμένων γεγονότων. Το έργο της καταγραφής και απομυθοποίησης τον αναγκάζει να λειτουργήσει και να εκφραστεί, πολλές φορές, εκτός ορίων πολιτικής ορθότητας. Σημειωτέον όμως, ότι σαν όρος, ο τελευταίος έχει αποδειχθεί κουραστικά κοινότυπος και μασκοφορεμένος. Αποτελεί ένα είδος νεοφετιχισμού και μέρος του πολιτικού λόγου που αρνείται να κατανοήσει και να αποδεχτεί τον πιό θεμιτό και δημιουργικό όρο, εκείνον του «ποιητική αδεία». Οι τελευταίοι στίχοι στο κατωτέρω παράδειγμα ποιητικής γραφής του Καίσαρα, Εκλυτη, Ενα Γρανίτινον Οραμα, ίσως και ολόκληρο το ποίημα, μπορεί να έχουν υποπέσει σε ένα τέτοιο «σοβαρό» παράπτωμα. Τουλάχιστον, όμως, το διακρίνει η αισθητική γνησιότητα ενός ακατέργαστου, πολύτιμου λίθου.

Έκλυτη, ένα γρανίτινον όραμα, είναι πλασμένη
για των αισθήσεων τις μακρές, δεινές επιληψίες.

Όταν την κόμη λύνοντας, μια άναστρη νύκτα απλώνει
στους ουρανούς τους πολικούς βαθύγηρων κατόπτρων,
λάμπει, μαστίγιο πύρινο των ληθαργούντων πόθων,
επίφοβη σα βάραθρο κι ωραία σαν αμαρτία.

Δεν είναι πλάσμα των φθαρτών, κρυστάλλινων ερώτων.
μιας λυρικής παραφοράς η φλόγα η θαλασσιά:

Σφίγγα ορειχάλκινη, είδωλο μιας σκοτεινής μαγείας,
για τις σκληρές προορίζεται των Ασιανών λατρείες,
για τους μοιραίους, υστερικούς φετιχισμούς των Μαύρων

Εδώ, αξίζει να παρατηρήσουμε μία τεχνική ιδιομορφία που υποδηλώνει αρκετά. Ενα γρανίτινον, πολύ υλιστικό σε ιδιοτήτα και σκληρό σε ποιότητα αλλά άϋλο και ιδιαίτερα ευμετάβλητο ως προς τη κατάσταση, όραμα. Με αυτό το τρόπο ο ποιητής μας κάνει γνωστό, από την αρχή, πως ο εσωτερικός του λυρισμός και η εμπειρία είναι από πραγματικά, ατόφια συστατικά γιά να υποκύψουν σε ένα τόσο απατηλό δέλεαρ. Σε προοιώνισμα γιά το ατελέσφορο των προσπαθειών αυτού του χαλαρού «πλάσματος» και περαιτέρω ενίσχυση της θέσης του αφηγητή, έρχεται η πανέμορφη, μεταφορική δήλωση ταυτότητας του τελευταίου στη τέταρτη αράδα του ποιήματος. Η χρήση των λέξεων και ο πληθυντικός αριθμός στους «ουρανούς, πολικούς, βαθύγηρων και κατόπτρων» υπαινίσσεται ένα πνευματικά και ηλικιακά έμπειρο πρόσωπο με αισθητήρια παρατηρητικότητα πολύπλευρων κατόπτρων. Ετσι, μπορει να έλεγχει τους «ληθαργούντες πόθους» του και φυσικά, δεν έχει τη διάθεση καμίας παραζάλης και ψευδαίσθησης σε αυτό το παράταιρο παιχνίδι των εντυπώσεων. Καταθέτει την απουσία της κρυστάλλινης λεπτότητας, ευαισθησίας και λυρικής αρτίωσης σε ένα τόσο σκληρό και άπιαστο αντικείμενο ερωτισμού. Οι προκλητικές εκδηλώσεις της γυναίκας δεν συνάδουν με την απέριττη συμπεριφορά και τις πολιτισμικες του αξίες. Είναι ένα ξωτικό, μία έωλη γυναίκα που ο ίδιος δεν μπορεί να κατανοήσει λόγω του πρωτόγονου χαρακτήρα της σε σχέση με την εκλέπτυνση και ιστορική, πολιτιστική εξέλιξη της ανθρώπινης νοοτροπίας και φύσης. Στις τελευταίες, τρείς αράδες του ποιήματος, της προσδίδει καθαρά γνωρίσματα κενού ειδώλου. Ως απόρροια όλων αυτών των συλλογισμών και σε μία τελευταία προσπάθεια αντίστασης και διαχωρισμού, παίρνει την ατραπό που οδηγεί στη θέρμη των φυλετικών στερεοτύπων και έτσι, ίσως αδικεί τόσο τις δικές του προθέσεις όσο και την απήχηση του ποιήματος.

Advertisements

Zeroville

Βλάσση Κοκκώνη

Tota

Στις μέρες μας, πολλοί άνθρωποι θα μπορούσαν να περιγράψουν τη ζωή σαν σπείρωμα που οδηγεί ιλιγγιωδώς σε όλο και πιό ολοκληρωτικούς τρόπους και σχέσεις. Η ψυχολογική υπερφόρτιση είναι τέτοια που, χωρίς μεγάλη περίσκεψη, υποχρεώνει τους ανθρώπους να κόψουν δρόμο, ζωές και ευκαιρίες υπό τη πρόφαση του αυστηρού ήθους και μίας σοφιστικής ερμηνείας περί κοινωνικής ευθύνης. Οι επικρατούσες απόψεις και στάσεις είναι μία αναστροφή προς παλαιότερες μορφές ειδεχθούς πατερναλισμού που φυσικά εκπορεύονται και στηρίζονται από ένα παγκόσμιο, συντηρητικό ελίτ λογικής και σκέψης. Οι ακόλουθοι αυτού του ελίτ, όπως θα έλεγε και ο ρομαντικός ποιητής Percy Bysshe Shelley, χρησιμοποιούν δυσανάλογα και παρατεταμένα το λογίζειν αντί του ποιείν. Αυτό, σύμφωνα πάντα με τον Σέλλεϋ, διακρίνει την αναλυτική λογική από τη δημιουργική φαντασία και ως εκ τούτου « Η λογική τηρεί τις διαφορές και η φαντασία τις αντιστοιχίες των πραγμάτων». Ενα τέτοιο αξίωμα παρεμβάλλεται και παρέχει ευλογοφανείς εξηγήσεις γιά μία απαισιόδοξη ή αισιόδοξη αντιμετώπιση της ζωής σε βραχυπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο επίπεδο. Αυτό επίσης σημαίνει ότι είτε η κοινωνία θα αφυπνιστεί γιά να σώσει τη παρτίδα, όπως προσπάθησε με διάφορες κατακτήσεις μέσα στις 2-3 δεκαετίες που ακολούθησαν τον Τελευταίο Παγκόσμιο Πόλεμο ή το αυταρχικό ελίτ θα φθαρεί από μόνο του και θα αποχωρήσει από τη σκηνή, αφοπλισμένο από κάθε είδους επιχείρημα και λογική. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η αλλαγή είναι αναπόφευκτη, οπότε δεν υφίσταται λόγος ανησυχίας αλλά μάλλον υπομονής.

Δυστυχώς, μία τέτοια αντίληψη είναι πολύ λανθασμένη. Η ανθρώπινη κοινωνία δεν είναι ο περιστασιακός, φιλόδοξος αρσιβαρίστας που υποχρεώνεται να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στο επιπλέον βάρος που προστίθεται στη μπάρα που πρέπει κάθε φορά να σηκώσει. Μία δημοκρατική κοινωνία δεν ελέγχει μόνο, αλλά και ελέγχεται γιά τις αποφάσεις της. Σε μία τέτοια κοινωνία, το δικαίωμα της πρώτης κατοικίας δεν μπορεί να καταντά θέμα διαπραγμάτευσης ή εκβιασμού. Οι άνθρωποι θα πρέπει να μπορούν να κινούνται άφοβα και ελεύθερα μέσα σε αυτή, χωρίς εμπόδια, ευτελείς ελέγχους, άσκηση σωματικής βίας και περιορισμούς γιά πολιτικούς ή άλλους ιδεολογικούς και θρησκευτικούς λόγους. Τα μέλη μίας τέτοιας κοινωνίας θα πρέπει αντιμετωπίζονται με βάση τη παραγωγική και όχι την ονομαστική τους αξία και επιφάνεια. Φυσικά, στις σημερινές κοινωνικές συνθήκες και στους συνταγματικούς χάρτες πολλών κρατών, όλα αυτά τα βασικά δικαιώματα παρουσιάζονται ως εγγυημένα μέχρι ενός σημείου αλλά όχι απόλυτα και όπως πρέπει γιά ένα πραγματικά δημοκρατικό πλαίσιο.

Θεωρητικά, όλα τα πολιτικά συστήματα μάχονται υπέρ ή δημαγωγούν περί δημοκρατίας. Η αδυναμία υλοποίησης μίας ικανοποιητικής τέτοιας, βρίσκεται στο γεγονός ότι οι απαιτούμενες πολιτικές αποφάσεις είναι έρμαιο ή γίνονται έρεισμα διάφορων οικονομικών συγκυριών. Μία τέτοια σχέση, προφανώς, δεν μπορεί να τους αφήσει όλους ευχαριστημένους. Ενα μέρος του πολιτικού κόσμου και της ευρύτερης κοινωνίας αισιοδοξεί ότι, έστω και υπό τοιαύτας συνθήκας, πάντα κάτι καλό γίνεται ή πρόκειται να γίνει. Υπάρχουν όμως και κοινωνικές τάξεις ή ομάδες που δεν διστάζουν να εκφράσουν φανερά τη δυσαρέσκεια τους ενάντια στις διάφορες απολυταρχικές μορφές και αξιώσεις. Τα παραδείγματα του φαντάσματος του ολοκληρωτισμού είναι πάμπολλα σε καθημερινή βάση. Τέτοιες περιπτώσεις συνιστούν τα φασιστοειδή ποσοστά των δημοσκοπήσεων, η υπέρμετρη αστυνόμευση στο όνομα της τάξης και του νόμου, το δυσκίνητο γραφειοκρατικό τέρας που υψώνεται αγέρωχο και αλαζονικό κάθε φορά που ο απλός και ανίδεος πολίτης ζητά την αρωγή του κ.ο.κ. Ισως, μέσα από τέτοιους τρόπους και συμπεριφορές, οι «φύλακες» να θέλουν να δείξουν ότι τα θεμέλια του συστήματος είναι πολύ γερά και διαθέτουν ανάλογες αντοχές. Μία τέτοια επίδειξη δύναμης έχει στόχο και είναι ικανή να τρομοκρατεί τον μέσο πολίτη και επιπλέον, να ενισχύει τη ψευδαίσθηση μίας γενικευμένης εξατομίκευσης των προβλημάτων και του «σώσων εαυτόν σωθήτω» σαν προτιμότερη λύση και διέξοδο. Ετσι, ο εξατομικευμένος τρόπος ζωής λειτουργεί ως φθοροποιός ουσία γιά ολόκληρο το δημόσιο φάσμα και παρ’ όλα τα κροκοδείλια δάκρυα, μία τόσο βολική αναπηρία είναι το ζητούμενο του συστήματος επειδή, ακριβώς, δεν επιθυμεί ή δεν γνωρίζει κανένα άλλο τρόπο ικανοποιητικής, κοινωνικής λειτουργίας. Ξέρει μόνο να λογαριάζει και όχι να ποιεί. Και η αλήθεια είναι πως λογαριάζει πολύ στο γρασάρισμα των γραναζιών του από εκείνους τους εξωγενείς παράγοντες που μπορούν και επιθυμούν να το κάνουν. Ολη αυτή η διαδικασία έχει κάτι που θυμίζει το παλιό συντηρητικό κλίμα στο τιμαριωτικό σύστημα ή, όπως θα λέγαμε αλλιώς, τη βυζαντινοποίηση της ζωής. Οι μορφές παραγωγής μπορεί να άλλαξαν και να μην υπάρχουν πλέον οι στρατιωτικές γαίες, οι γαιοχτήμονες και ο θεσμός των προνοιων, αλλά οι κοινωνικές σχέσεις διατηρούν ακόμη το άρωμα της φεουδαρχίας. Και γιατί όχι; Με την υπερθέρμανση της υδρογείου, όλο και κάποιοι πάγοι λιώνουν, φέρνοντας στην επιφάνεια ότι παλιό είχε θαφτεί κάτω από αυτούς!

Η ιεράρχηση των πραγμάτων έχει το σκοπό της και έτσι αποδίδει. Στημένη πάνω στη βασική αρχή μίας αυστηρά κάθετης λειτουργίας, ένας τέτοιος μηχανισμός μετατρέπει σχετικά απλά και εύκολα την πολιτική δύναμη σε οικονομικό κεφάλαιο και το αντίστροφο. Σε κάθε επίπεδο ενός τέτοιου μηχανισμού, υφίσταται ένας συγκεκριμένος βαθμός έμπρακτού δούναι και λαβείν με έντονα πελατειακά χαρακτηριστικά περιβεβλημένα μέσα στο νέφος μίας ιερής σχεδόν αφοσίωσης γιά τα ανώτερα κλιμάκια και τις όποιες υποχρεώσεις συνεπάγονται προς αυτά. Χωρίς να απειληθεί άμεσα το αίσθημα της οικονομικής ελευθερίας και άνεσης, ο πολίτης θα πρέπει να μάθει να προσφέρει, όχι γιά τον εαυτό του αλλά γιά εκείνους που του διασφαλίζουν έναν εθισμένο τρόπο ζωής. Με άλλα λόγια, ο αδύνατος θα πρέπει να πληρώσει γιά τη προστασία και εύνοια του δυνατού, γεγονός που δεν έχει καμία ουσιαστική διαφορά από την εποχή της φεουδαρχίας και που καταδεικνύει μία …εξέλιξη προς τα πίσω.

Η αλήθεια είναι ότι το 1% των ατόμων στη κορυφή της οικονομικής πυραμίδας, που κατέχει σχεδόν τον μισό πλούτο όλης της γης, δεν θα μπορούσε να βρίσκεται ποτέ εκεί χωρίς τη πολυπόθητη οικονομική ελευθερία και άνεση. Επιπλέον και επειδή, γιά τους κύριους αυτούς, ισότητα σημαίνει να έχουν έναν εθισμένο τρόπο ζωής όπως ακριβώς ακούγεται μόνο, αντηχεί και επιτρέπεται στα όνειρα όλων των υπόλοιπων ανθρώπων, δεν έχουν σκοπό να παραιτηθούν, να καταρρεύσουν ή έστω να επιτρέψουν κάποιους τζαμπατζήδες στους ιδιόκτητους χώρους τους και στα μέσα διακίνησης που δρομολογούν γιά τους υποτελείς τους. Απλώς, τα πράγματα θα πρέπει να παραμείνουν όπως τα έχουν σχεδιάσει και τα τρέχουν οι ίδιοι με τη στήριξη μερικών, πιστών, εκλεκτών και έμπιστων διανοουμένων. Ο υπόλοιπος κόσμος μπορεί να συνεχίσει να ονειρεύεται και να ατενίζει την άπιαστη γραμμή του μακρινού ορίζοντα. Το μάτι, λαγγεμένο σε τόσο φώς που δεν μπορεί να φτάσει, σαν άλλο ιστιοφόρο, δεν υπερίπταται ποτέ, βυθίζεται και αναπόφευκτα χάνεται πίσω από τη μακρινή ευθεία.

Φυσικά, τίποτα στάσιμο δεν μπορεί επιβιώσει αρκετά, αφού είναι φυσικός νόμος ότι ζωή είναι κίνηση. Ετσι λοιπόν, η μίζερη λογιστική και η περιοριστική στασιμότητα του οποιουδήποτε συστήματος λιτότητας δεν μπορεί να κρατήσει γιά πολύ καιρό. Ας μη ξεχνάμε ότι, η παρούσα περίοδος οικονομικής λιτότητας, προήλθε από έναν άνεμο εξορθολογιστικού προγραμματισμού μετά από μία χρηματοπιστωτική κρίση, την οποία ακολούθησε ένας σωρίτης δήθεν επαρκών εκτιμήσεων γύρω από τον υφιστάμενο κίνδυνο μίας παγκόσμιας, οικονομικής χρεωκοπίας. Με αυτή τη δικαιολογία, ακολούθησαν ποικιλα εκσυγχρονιστικά μέτρα προς αντιμετώπιση του διαφαινόμενου κακού. Θα πρέπει πλέον να έχει γίνει αντιληπτό σε όλους πως οι παράγοντες και η λογική των μέτρων που υποτίθεται ότι επιβάλλονται προς διασφάλιση της σταθερότητας του συστήματος, αποδείχτηκαν εν πολλοις ανίκανα να πείσουν ότι το μεταρρυθμιστικό τους πνεύμα είναι το αντίδοτο στη τρικυμία. Κάτω από το βάρος των καταστροφικών οικονομικών τους επιλογών και σε συνάρτηση με τις ξενές επιβουλές γύρω από τους φυσικούς ή άλλους πόρους, οι κυβερνήσεις των περισσότερων κρατών του κόσμου δεν φαίνονται να διαθέτουν το σθένος της προάσπισης των συμφερόντων του λαού, γενικά, αλλά ούτε και αυτές τις δημόσιες υπηρεσίες στις οποίες επαφίεται η ζωή και δική τους λειτουργία. Οι οικονομικοί κίνδυνοι, που επικαλέστηκαν ή ακόμη επικαλούνται, παραμένουν αξεπέραστοι αφού συνεχίζεται αμείωτα η επιβολή καινούργιων, δυσβάσταχτων μέτρων. Είναι λογικό λοιπόν, ότι μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, κοινωνικής δυσπιστίας και αβεβαιότητας, οι κυβερνήσεις δεν έχουν πλέον προς τα που να στραφούν, αλλά ούτε και πλήρωμα γιά να οδηγήσουν, με αποτέλεσμα τη προσφυγή κυρίως στην εσωστρέφεια, μνησικακία, αλαζονεια και οπωσδήποτε σε έναν μισητό αυταρχισμό.

Είναι αυτονόητο λοιπόν, αφού ο ασθενής δεν θεραπεύεται και ο γιατρός παραμένει ο ίδιος, ότι ο τελευταίος δεν πρόκειται ποτέ να καταφύγει σε κάποιο άλλο φάρμακο αλλά, τουναντίον, θα συνεχίσει να αυξάνει τη δόση του παλιού. Φυσικά, η λύση μίας στρατιωτικής δικτατορίας δεν εξυπηρετεί σε αυτές τις περιπτώσεις καθώς προϋποθέτει μία κλειστή εθνικά οικονομία και δεν συνάδει με το πνεύμα της σύγχρονης ασυδοσίας του διεθνούς κεφαλαίου. Ενα υβριδικό, φεουδοκαπιταλιστικό σύστημα ταιριάζει καλύτερα στις ανάγκες της σύγχρονης, μεγαλοεπιχειρηματικής τάξης συγκριτικά με όποιες άλλες εναλλακτικές λύσεις τυγχάνουν να παίρνουν σχήμα και όψη. Ενα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, που κοιτάει μόνο τη δουλειά του και τα στενά, προσωπικά του συμφέροντα, αντιπροσωπεύεται από εκείνον τον ανθρώπινο τύπο που βολεύεται εύκολα στη κάθε κατάσταση. Ετσι, πολλοί μπορεί να συμφωνούν ή να διαφωνούν ανάλογα με την περίσταση, αλλά ποτέ δεν είναι έτοιμοι να κάνουν το επόμενο, εξελικτικό βήμα. Ισως να εκπροσωπούν αυτό που ο κοινωνιολόγος Ζιλμπέρτο Φρέϋρε σημειώνει ως: «…ακαθόριστες εκφράσεις επαναστατικού μυστικισμού, μίας Μεσσιανικής πίστης, της ταυτοποίησης του λυτρωτή με τις μάζες που είναι έτοιμες γιά μία λύτρωση, μέσα από μία θυσία της ζωής ή της προσωπικής ελευθερίας. Ακόμη και σε τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχει μία αίσθηση μαζοχιστικού μιάσματος ή κατάλοιπου, που εκπροσωπεί όχι τόσο πολύ μία επιθυμία αναμόρφωσης ή επιδιόρθωσης συγκεκριμένων ελαττωμάτων του πολιτικού και οικονομικού μας συστήματος όσο μία σκέτη απόλαυση γιά το μαρτύριο, γιά να βρεθούν στη θέση του θύματος, σε σημείο να προσφέρουν τον εαυτό τους σαν άλλο νάμα.» Αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο σε συνδυασμό με το ψυχολογικά χριστιανικό υπόβαθρο, τη βασική αρχή λειτουργίας κάθε μηχανισμού εξουσίας και φυσικά, το πρόσχημα περί τήρησης νόμου και τάξης.

Παράλληλα, δεν θα πρέπει να κάνουμε το λάθος να πετάξουμε το μωρό μαζί με τα σαπουνόνερα. Με αυτό, εννοώ εκείνη τη γενική ιδέα που υφέρπει και απέκτησε περισσότερο έδαφος τα τελευταία χρόνια, ότι γιά όλα τα κακά στο σύγχρονο, παγκόσμιο, πολιτικό σύστημα, ευθύνονται οι δημόσιοι παραγωγικοί κλάδοι και τομείς της κοινωνίας. Το γεγονός ότι το δημόσιο μοιάζει σαν έναν άλλον μεγάλο ασθενή, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να επιταχυνθεί η μοιραία διαδικασία της ευθανασίας του. Ενας καλός ιατρός που έχει σεβασμό και συναίσθηση στον όρκο που έδωσε, δεν αποσκοπεί στη θανάτωση του σώματος, αλλά στη καταπολέμηση αυτών που το βασανίζουν. Ομως επίσης, στους προσκολλημένους στο γενικό χαλασμό του δημοσίου, τους διαφεύγουν δύο βασικά σημεία.

Πρώτον, ξεχνούν ότι γιά ιδεολογικούς ή πελατειακούς λόγους, συχνά δόθηκαν υπερεξουσίες αποφάσεων σε άτομα και όχι σε συλλογικούς φορείς, γεγονός που επιτάχυνε τη διαφθορά και τις καταστροφικές συνέπειες στους δημόσιους οργανισμούς και επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη, οι διοικητικοί τίτλοι δεν έκρυβαν μόνο τη γοητεία της ισχύος αλλά έναν υπαινιγμό επίσης και μία πρόσκληση στην αυθαιρεσία. Η κατάσταση εκτροχιάστηκε ακόμη περισσότερο με την επικράτηση της σφαλερής εντύπωσης περί δημοκρατίας που περιοριζόταν μόνο μέσα στο ίδιο παραδοσιακό δίπολο εξουσίας, λόγω έλλειψης δήθεν άλλης, σοβαρής, πολιτικής δύναμης και λύσης. Σε αυτή τη κατάσταση, αν προσθέσουμε τη στάση και τυφλή, ζημιογόνα πίστη πολλών συνδικαλιστών και άλλων εργαζομένων στη κάθε κομματική νομενκλατούρα, το αποτέλεσμα δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν, ενώ επιπλέον ενισχύει την άποψη περί μίας τιμαριωτικής ή τσιφλικάδικης νοοτροπίας.

Δεύτερον, ξεχνούν ότι το πρόβλημα δεν οφείλεται στη θεσμικότητα των διάφορων δημόσιων και δημοτικών οργανισμών, αλλά στις εξωτερικές επιβουλές γιά την εκμετάλλευση των λειτουργιών και οικονομικών πόρων τους. Πέρα από το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός δημοσίων υπαλλήλων διατηρεί ακόμη ικανότητες και ευσυνειδησία καθήκοντος, το γεγονός ότι το νερό, γιά παράδειγμα, θα περιέλθει στη διαχείρηση ιδιωτικών συμφερόντων, δεν θα το κάνει πιό φθηνό. Η ιδιωτική εταιρεία θα βρίσκεται εκεί πιό πολύ γιά το κέρδος παρά γιά τη διασφάλιση των υγειονομικών απαιτήσεων. Λογικά, δεν θα είναι τόσο κέντρο εξέτασης ποσιμότητας του ύδατος όσο καταναλωτικής παροχής του. Επιπλέον, ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο δεν μπορεί να ασχολείται με ανακαλύψεις δημοσίου συμφέροντος, αλλά μάλλον ενός κερδοσκοπικού τέτοιου. Ποιός άραγε πιστεύει και μπορεί να εγγυηθεί ότι αυτές οι νέες, ιδιωτικές υπηρεσίες δεν θα έχουν μία φεουδαλιστική αντίληψη λειτουργίας ή πως τα κριτήρια επάνδρωσης τους δεν θα είναι αρνητικά και ίσως με έναν πιό σκανδαλώδη νεποτισμό απ’ ότι το δημόσιο μας έχει συνηθίσει;

Η νοοτροπία που επικρατεί γενικά στη κοινωνία ήταν και παραμένει αυτή του ανταγωνισμού κάτω από κάποιους όρους. Δημόσιο ή ιδιωτικό, το σύστημα έχει ανάγκη από έμπειρους, χαρισματικούς αλλά και με προσωπικά ελαττώματα ανθρώπους ούτως ώστε να μπορεί να τους χειραγωγεί κατά βούληση. Η άνοδος του Χίτλερ από δεκανέα του γερμανικού στρατού στο αξίωμα του Φύρερ μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, αν δεν αποδεικνύει την άποψη μας τότε, τουλάχιστον, θα πρέπει να δημιουργεί κάποια ερωτήματα. Παγκοσμίως, στις περισσοτέρες περιπτώσεις δημόσιας αλλά και ιδιωτικής οργάνωσης, οκνηρά και ανίκανα στελέχη προσπαθούν να προσλάβουν, κυρίως άτομα χωρίς ιδιαίτερες προσωπικές φιλοδοξίες που θα συνεχίσουν έναν «δοκιμασμένο» παραδοσιακό τρόπο λειτουργίας αντί να τον αντικαταστήσουν ή να ριψοκινδυνέψουν οι ίδιοι σε πρόωρο παραμερισμό από τους …νεοσύλλεκτους. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που, σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα και τόπους παραγωγής, συνήθως επικρατεί ένα μείγμα ολιγαρχικών σχέσεων με λίγο κάτι τι δικτατορίας.

Το κριτήριο της επιτυχίας συνήθως συνδέεται με εξωτερικά και δήθεν αντικειμενικά επιβεβλημένους παράγοντες όπως, γιά παράδειγμα ποσοστώσεις, μετρικά συστήματα απόδοσης, οικονομικά αντικρίσματα και άλλες μεθοδους περιγραφικής ανάλυσης των εφέσεων και ικανοτήτων ενός ατόμου. Ολα αυτά αντιπροσωπεύουν υπολογισμένες προσπάθειες ενός εξωγενούς μέσου που έχουν ως σκοπό να παγιώσουν μία θεμιτή αντανάκλαση μέρους ή και ολόκληρου του χαρακτήρα σε αυτόν του εν λόγω μέσου που διενεργεί την έρευνα. Αυτό, ουσιαστικά, δίνει την ευκαιρία στον εξωτερικό παράγοντα να συγκρίνει τον βαθμό ομοιότητας μαζί του. Μία τέτοια εξοικείωση βοηθά στην εδραίωση ή όχι ενός συναισθήματος σχετικής συγγένειας, ασφάλειας και εμπιστοσύνης. Από τον βαθμό εξοικείωσης πηγάζει ανάλογα το αίσθημα της προσωπικής ικανοποίησης ή περιφρόνησης. Γεγονός που επεξηγεί την ικανοποίηση κάποιων κέντρων εξουσίας με κάποια άλλα αντίστοιχα. Επειδή όμως η δημοκρατία δεν εγγυάται πάντα τέτοιες ικανοποιητικές σχέσεις, αλλά περισσότερο το δημόσιο διάλογο γύρω από αυτές ή τις άλλες της περιφρόνησης, γι’ αυτό και έχει αναπτυχθεί η πολιτική των παρασκηνίων, των λόμπι, κλπ. Αυτή η τακτική οδηγεί αργά αλλά σταθερά στην υποβάθμιση κάθε μορφής κοινοβουλευτικής δραστηριότητας μέχρι τον αφανισμό της. Οταν τα κοινοβούλια και ο δημόσιος διάλογος πάρουν διακοσμητικό χαρακτήρα, η φεουδαλιστική νοοτροπία και στόχος αυτών των κέντρων θα γίνουν ακόμη πιό εξώφθαλμα.

Ο ίδιος ο νομοθετικός μας πολιτισμός, στον οποίον ατενίζουμε πάντα γεμάτοι ελπίδες, όνειρα και προσδοκίες, είναι βασισμένος και αναπτύσσεται γύρω από φεουδαλιστικά πρότυπα. Οι περισσότερες αποφάσεις και πορίσματα των δικαστικών οργάνων συχνά αναγκάζονται να συμβιβαστούν με τις απαιτήσεις και το ήθος της οικονομικής πραγματικότητας. Ολα τα επαγγέλματα και λειτουργήματα επιδέχονται κάποια μετεκπαίδευση ή διαρκή ενημέρωση γιά να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των καινούργιων ανακαλύψεων και της προόδου. Συχνά μου προκαλεί αμηχανία και ερωτηματικά το γεγονός ότι το σώμα και τα όργανα της δικαιοσύνης, ίσως το πιό σημαντικό κοινωνικό πεδίο, λειτουργούν κυρίως με γνώμονα το μεταγεγονός, το προηγούμενο, το δεδικασμένο. Θα τολμήσω να ισχυριστώ ότι, κατά μία έκφραση, αποτελούν τους άριστους των τεχνοκρατών. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κοινωνίες των κρατών της γης βρίσκονται στο έλεος των νομικών αντί των φυσικών προσώπων.

Ισως, το κάλυμμα του φέουδου, της εταιρείας ή του νομικού προσώπου να έχει τα πλεονεκτήματα του. Οι ακατανόμαστοι θα αυξηθούν. Τα υψηλόβαθμα, ακριβοπληρωμένα στελέχη δεν θα χαίρουν της δημοσιότητας και των κινδύνων που διατρέχουν τα ευτελή, πολιτικά πρόσωπα της εποχής μας. Αυτή η κατάσταση μπορεί να βοήθησει στη διάδοση ενός άνευ φραγμού σφετερισμού των εθνικών πόρων και ανθρωπινων δυνάμεων. Θα ανέβει ο πύχης των οικονομικών μεσιτειών, δωροδουλευτικών ανταλλαγμάτων και ποσοστώσεων όπως και οι βαθιές γονυκλισίες μπροστά σε ανώνυμους και επώνυμους άρχοντες. Ολα αυτά θα μπορούσαν να έχουν μία λογική εξήγηση μέσα στο πλαίσιο της φυσικής επιλογής γιά εξελικτικούς λόγους. Δεν αντιλαμβάνομαι όμως κάτι ανάλογο, αλλά μάλλον το φυσικό βάλτωμα ενός συστήματος που έχει ήδη δοκιμαστεί παλαιότερα. Ενα σύστημα που άλλαξε τη μορφή κοινωνικής παραγωγής αλλά όχι απαραίτητα και τις σχέσεις. Ενα σύστημα που θέτει ως στόχο τον πλουτισμό και σε απόδειξη της επιτυχημένης επιχειρηματικότητας του, έχει να επιδείξει μεγαλύτερη φτώχεια και υποτέλεια ως τελικό αποτέλεσμα παρά πλούτο.

Ενα Φεστιβάλ, Τρεις Διαστάσεις

Βλάσση Κοκκώνη

Brubeck

Αυτό ήταν! Τελείωσε σαν άλλη οπτασία που προκαλεί υπέροχους συνειρμούς και φαντασιώσεις γιά λίγο και μετά χάνεται μες τα αραχνοϋφαντα πέπλα της. Είναι ένα γεγονός που μοιάζει με άλλη οδύσσεια. Κάθε χρόνο και πίσω από τη μόστρα, όπως θα έλεγαν στο φεστιβάλ Βενετίας, κρύβονται πολιτικές ελπίδες, όνειρα και η κάθε επεξεργασία μουσικής γνώσης και σοφίας. Φυσικά, όλα αυτά εξαρτώνται από ποιά οπτική γωνία βλέπεις το όλο θέμα, αλλά ο αντικειμενικός στόχος ήταν και παραμένει η αγωγή ψυχής. Εστω και όταν επέστρεφες, αποκαρδιωμένος από κάποια παράσταση προς το σπίτι, με την αίσθηση των αρχικών προσδοκιών κολλημένη στο επίπεδο μίας σχεδόν δεκατικής, πυρετικής κίνησης, ακόμη και τότε, το μάθημα ήταν χρήσιμο. Είχες μάθει ή κατανοούσες έναν ακόμη τρόπο διαχείρησης κάποιων διαψευμένων ελπίδων, επιβεβαιώνοντας ανώδυνα κάποια αυταπάτη από τις πολλές που η ζωή επιφυλάσσει. Σαν μουσικό γεγονός, όμως, χαίρει της επίγνωσης και ευγνωμοσύνης σου γιά τις άπειρες φορές που σε βοήθησε να απορροφήσεις με σχετική αταραξία και γαλήνη τόσο τα καλά όσο και τα άσχημα αυτής της ζωής. Το βασικότερο όμως είναι το αίσθημα γνώσης που σου αφήνει. Δεν υπάρχει ένας γενικός ορισμός γι’ αυτό που αναδεύει μέσα σου. Το ακούς. Το νιώθεις. Κοιτάς μπροστά, αλλά βλέπεις μέσα. Ενας υπέροχος εσωτερικός κόσμος από εικόνες και ορίζοντες αργοσαλεύουν. Παίρνεις και δίνεις ζωή, ζωντανά και χωρίς τηλεοπτική κάλυψη, όπως ο Τζιλ Σκοττ – Χερον θα έλεγε στο ποίημα Η Επανάσταση Δεν Θα Τηλεμεταδοθεί

…The revolution will not give your mouth sex appeal.
The revolution will not get rid of the nubs.
The revolution will not make you look five pounds
thinner, because the revolution will not be televised, Brother.

There will be no pictures of you and Willie May
pushing that shopping cart down the block on the dead run,
or trying to slide that color television into a stolen ambulance.
NBC will not be able predict the winner at 8:32
or report from 29 districts.
The revolution will not be televised…

…Η επανάσταση δεν θα σου δώσει σεξ απήλ στα χείλη.
Η επανάσταση δεν θα ξεφορτωθεί τα γρομπαλάκια στο δέρμα σου.
Η επανάσταση δεν θα σε κάνει να φαίνεσαι πέντε λίμπρες
πιό αδύνατος επειδή, αδελφέ, η επανάσταση δεν θα τηλεμεταδοθεί.

Δεν θα υπάρχουν εικόνες με εσένα και τον Γουϊλλυ Μαίης*
να σπρώχνετε το καροτσάκι των αγορών ολοταχώς μες στο τετράγωνο,
ή να προσπαθείτε να γλιστρίσετε μία έγχρωμη τηλεόραση μέσα σ’ ένα κλεμμένο ασθενοφόρο.
Το κανάλι του NBC θα αδυνατεί να προβλέψει τον νικητή στις 8:32
ή να δώσει τα νέα από 29 δημοτικά διαμερίσματα.
Η επανάσταση δεν θα τηλεμεταδοθεί…

(*) Προφανώς, αναφέρεται στο γνωστό μπεϊζμπολίστα Willie Mays (1931 -)

Χωρίς να προσποιηθώ ότι με ικανοποίησε απόλυτα, μαζί με τους υπόλοιπους φίλους, θα πρέπει να περάσουμε και αυτό το φεστιβάλ στο χώρο των προσωπικών μας αναμνήσεων. Θα κρατήσουμε όμως κάποια βασικά συμπεράσματα αυτογνωσίας που προκάλεσε το φετινό γεγονός. Ενα ουσιαστικό μέρος της γνώσης συνίσταται από την ικανότητα του ξεδιαλέγματος: τι κρατάς και τι παραβλέπεις. Αυτή η γνώση μπορεί να εκδηλώνεται ως ρεαλιστική σκέψη. Eπί παραδείγματι, ο καθένας μπορεί να γίνει ποιητής ή μουσικός αλλά κάτι τέτοιο δεν διασφαλίζει το επικερδές του επιχειρήματος και μίας ζωής υλικών ανέσεων και ευκαιριών. Σε άλλες περιπτώσεις, η γνώση μπορεί να οδηγήσει σε πικρία που δεν μπορεί να σβήσει παρά μόνο όταν αρχίσεις να πίνεις και να κερνάς κοκταίηλς ή άλλα αλκοολούχα αφεψίματα στο μπαρ που συχνάζουν οι μεγαλοεκδότες και μεγαλοπαραγωγοί που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στις καθημερινές σου συνήθειες παρά στην εργασία σου. Οταν βρίσκεσαι σε ένα χώρο με ζωντανή μουσική, είσαι και δεν είσαι μέρος του ακροατηρίου, με την έννοια ότι κάποιοι βρίσκονται εκεί γιά να εκτονωθούν, κάποιοι άλλοι γιά τη κοινωνική γνωριμία και συναναστροφή και κάποιοι, συνήθως οι λιγότεροι, γιά να πάρουν την απαραίτητη μεταλαβιά από το έργο, απ’ ότι παίζεται χωρίς να παίζουν. Η επιλογή της τελευταίας οδού μπορεί να σε θέσει στο «περιθώριο» αλλά τουλάχιστον δεν θα έχεις δεχθεί τον ψυχαναγκασμό και την ψευδαίσθηση συμμορφωσης με το πλειοψηφικό πακέτο. Εν συνεχεία, απέφυγε κάθε τάση απόλυτης αφοσίωσης και πίστης στο αστέρι της βραδιάς. Εξέτασε προσεκτικά την αξίωση που έχει να σε κάνει οπαδό, προσπαθώντας ταυτόχρονα να σου περάσει τη λογική των ατομικών, εξωκαλλιτεχνικών του επιλογών. Γιά παράδειγμα, οι Αγγλοι τραγουδιστές Μπομπ Γκέλντοφ και Μπονο των συγκοτημάτων Boomtown Rats και U2 αντίστοιχα. Και οι δύο, στο παρελθόν, επιδόθηκαν σε κάποιες εκστρατείες γιά τη καταπολέμηση της φτώχειας στην Αφρική και τη μείωση του χρέους στις χώρες του τρίτου κόσμου. Πέρα από τη δημόσια προβολή τους, τα επιτεύγματα ήσαν μηδαμινά και επιπλέον όχι μόνο δεν βοήθησαν αλλά, τουναντίον, προσαρμόστηκαν και μάλλον επιδοκίμασαν αυτό που λέμε δομικά προβλήματα του νεοφιλελευθερισμού, τις ιδιωτικοποιήσεις και τις απορρυθμίσεις σε χώρες όπως οι ανωτέρω. Επιπρόσθετα, ο Τζώρτζ Μπους μπορεί να συμπαραστάθηκε στην εκστρατεία καταπολέμησης των AIDS του Μπόνο αλλά, ταυτόχρονα, κατάφερε επίσης να πάρει τη στήριξη του τελευταίου γιά τον πόλεμο στο Ιρακ.
Πιστή αφοσίωση και στοιχειώδης λογική δεν ταιριάζουν. Γεγονός που μας φέρνει στο παράδειγμα του Αμερικανού τζάζ ποιητή του περασμένου αιώνα Ε.Ε. (Εντουαρντ Εστλιν) Κάμμινγκς (1894 – 1962) και στο σατυρικό ποιήμα γιά τον Χάρολντ Βάϊναλ*, Ποίημα ή Η Ομορφιά Πληγώνει Τον Κο Βάϊναλ

take it from me kiddo
believe me
my country, ‘tis of

you, land of Cluett
Shirt Boston Garter and Spearmint
Girl With The Wrigley Eyes (of you
land of the Arrow Ide
and Earl &
Wilson
Collars) of you i
sing; land of Abraham Lincoln and Lydia E. Pinkham
land above all of Just Add Hot Water and Serve-
from every B.V.D.

let freedom ring…

παρε το από μένα μικρέ μου φίλε
πίστεψε με
η πατρίδα μου είναι από

σενα, τον τόπο των Cluett**
Πουκαμίσων Βοστώνης Ζαρντιέρα και Παστίλιες αναπνοής
Κοριτσιού με Μάτια σαν το στάδιο Wrigley*** (γιά σένα
γή από ψαροκόκκαλο μάρκας Arrow**
και ξεχωριστών κολλάρων
Earl &
Wilson**) γιά σένα εγώ
τραγουδώ• πατρίδα του Abraham Lincoln και της Lydia E. Pinkham****
πατρίδα πάνω από όλα του Προσθέστε Μόνο Ζεματιστό Νερό και Σερβίρετε-
από κάθε B.V.D*****.

Αφήστε την ελευθερία να σημάνει…

(*) Ποιητής της γενιάς του Κάμμινγς με υπεραπλουστευμένο στίχο.
(**) μάρκες πουκαμισων και παλιών, ξέχωρων από το βασικό πουκάμισο, κολλάρων
(***) στάδιο, έδρα της ομάδας του μπέιζμπολ Cubs (λιονταράκια) στο Σικάγο
(****) ιστορική παρασκευάστρια τονωτικών αφεψημάτων γιά τις γυναίκες
(*****) σήμα κατεθέν και σλιπάκι εταιρείας εσωρούχων που αργότερα αποκτήθηκε από τη γνωστή Fruit of the Loom

Οταν ο Κάμμινγκς έγραφε το ανωτέρω ποίημα, έβλεπε μία εντελώς διαφορετική Αμερική από αυτή που ο παιδαριώδης παρνασσισμός του Βάϊναλ προσπαθούσε να εκφράσει με έναν πράγματι παρωχημένο και αναποτελεσματικό τρόπο. Ο Κάμμινγκς προσπαθεί να δώσει μία ιστορική πραγματικότητα με διάφορες ειρωνικές νύξεις και καυστικό τρόπο που σίγουρα δεν είχε θέση στο είδος της ποίησης του Βάϊναλ. Η πραγματικότητα του Βάϊναλ ήταν γεμάτη κοσμητικά επίθετα και προθέσεις όπως του λόρδου Μπομπ Γκέλντοφ γιά όλους εκείνους που δεν έχουν κάν τίτλο ζωής, πόσο μάλλον ευκαιρία αξιώματος σαν το δικό του! Οι στίχοι του Κάμμινγκς δεν έχουν μόνο σάτυρα, αλλά και πίκρα ή πόνο. Δεν είναι απλουστευμένοι αλλά τόσο απλοί, όσο γιά να κρατήσουν κάποιες αλήθειες και συμπεριφορές.

Οι δυσκολίες, οι πόνοι και οι δοκιμασίες της ζωής δεν είναι ποτέ ευπρόσδεκτοι αλλά είναι οι καλύτεροι δάσκαλοι. Οταν ένα τραίνο εκτροχιάζεται στη λίμνη Μεγκαντικ, προκαλεί μία οικολογική καταστροφή πέρα από τα όποια άλλα αποδέλοιπα δημιουργούν ερωτηματικά ευθύνης. Μουσικοί γκούρου του φετινού φεστιβάλ όπως ο Ζαν Μιλλαίρ (με μουσικό αφιέρωμα στα 100χρονα από τη γέννηση του Μάντυ Γουώτερς) και ο Μποζ Σκάγκς μου έδωσαν εκείνη την ταξιδιάρικη γεύση και αίσθηση τραινοφυγής. Με μετέφεραν σε μία εποχή που ο σιδηροδρόμος ήταν μέσον μεταφοράς ανθρώπων και αβλαβών αγαθών και όχι όργανο φονικό και φόβητρο ζωής στα χέρια του κάθε ασύδοτου εκρυθμιστή με στόχο το γρήγορο και όχι το απλό, βιώσιμο κέρδος. Ενα φεστιβάλ τζάζ μπορεί να είναι γνώση, επειδή όταν ο Τζάκυ Τέρρασσον και ο Τζων Αμπερκρομπι αρχίζουν να παίζουν, μου θυμίζουν ότι δεν είναι καταπραϋντικό χάπι ούτε μέτρο λιτότητας. Ο άταραχος τρόπος απόδοσης των συνθέσεων και η μουσική τους λιτότητα δεν συρρικνώνουν αλλά αναπτύσσουν το θέμα και το ακροατήριο τους.

Μπορούμε να ζήσουμε μόνο με μουσική και γενικότερα τέχνη; Φυσκά όχι, όπως ακριβώς δεν μπορούμε να ζήσουμε κάτω από συνθήκες εσαεί λιτότητας, φόβου, επιφύλαξης και επιχειρηματικής ανεπάρκειας. Η ζωή είναι μία υπόθεση ανελλειπούς σύνθεσης και όχι πανικού. Πολλές φορές θυμάμαι εκείνο το πρώτο μας ερώτημα – γιατί ζείς; – που υποβάλλαμε ο ένας στον άλλον σαν ανήλικα ακόμη παιδιά. Σκεφτείτε μία απάντηση, ανάλογα με την περίσταση, όπως φερ’ ειπείν γιά το αύριο ή γιά το χθές. Πολύ σπάνια έχω ακούσει ανθρώπους να απαντούν ευθύβολα και στακάτα: γιά το τώρα! Και όμως μόνο με αυτό και γι’ αυτό ζούμε. Ενα φεστιβάλ όπως και πολλά άλλα πράγματα μέσα στη ζωή έχει μία στιγμιαία αλήθεια, ένα δικό του τώρα. Είναι σαν το άρωμα ή την εικόνα μίας όμορφης γυναίκας πέρα από κάθε υπερβολή και εξιδανίκευση. Κάθε φορά που γυρίζω σπίτι, με ωθεί να διαβάσω το ίδιο πάντα ποίημα του Λώρενς Φερλινγκέττι, Number 8 (Αριθμός 8) , έστω κι’ αν τα χρόνια μίας τόσο μεγάλης διοργάνωσης έφθασαν τα 34 και τα αγγελούδια δεν λένε να το βάλουν στην άκρη ή να επιτρέψουν το παροιμιακό σοκ του ποιήματος στον εαυτό τους.

It was a face which darkness could kill
in an instant
a face as easily hurt
by laughter or light

‘We think differently at night’
she told me once
lying back languidly

And she would quote Cocteau

‘I feel there is an angel in me’ she’d say
‘whom I am constantly shocking’

Then she would smile and look away
light a cigarette for me
sigh and rise

and stretch
her sweet anatomy

let fall a stocking

Ηταν ένα πρόσωπο που το σκοτάδι μπορεί να το σκότωνε
στο λεπτό
ένα πρόσωπο τόσο εύκολα πληγωμένο
από γέλιο ή φώς
«Σκεφτόμαστε διαφορετικά κατά τη διάρκεια της νύχτας»
μου είπε κάποτε
ξαπλωμένη νωχελικά στη πλάτη της
και ενώ θα μνημόνευε Κοκτώ
«Νιώθω πως υπάρχει ένας άγγελος μέσα μου» θα έλεγε
«τον οποίον διαρκώς συγκλονίζω»
Μετά θα χαμογελούσε και θα αγνάντευε μακριά
αναβε ένα τσιγάρο γιά μένα
αναστέναζε και σηκωνόταν
και τέντωνε
η γλυκιά της ανατομία
άφηνε μία μακριά κάλτσα να πέσει.

Το να γλιστρίσει μία κάλτσα πάνω από ένα γυναικείο πόδι, έχει τη δική του αισθητική αξία. Το να έχουν φύγει, όμως, μερικοί πόντοι από μία παρόμοια κάλτσα, δεν επιδέχεται μόνο μαντάρισμα αλλά, ταυτόχρονα, μας υπενθυμίζει πως μάλλον όλα έχουν γίνει μαντάρα. Εσύ, τι θα έλεγες Νταίηβ; …Take Five!

Κακές Συναναστροφές

Βλάσση Κοκκώνη

Ta Korakia

Στο νησι των πειρατών
θ’ ανταμώσουμε λοιπόν
ίδιοι αθωοι κι’ ιδιοι φταίχτες
σαν αντικριστοί καθρέφτες
(Αλκης Αλκαίος)

Ανεξαρτήτως χρονικής περιόδου και κοινωνικής θέσης, κάποιος πάντα θα βρίσκεται δίπλα μας γιά να μας επιστήσει τη προσοχή στα προσωπικά μας ελαττώματα, σε κάποιο λανθασμένο τρόπο προσέγγυσης ενός προβλήματος της καθημερινότητας και ίσως, ως αναστροφής κίνητρο, καταφέρει να τροχιοδρομήσει τη περαιτέρω πορεία μας. Ως άνθρωποι του λόγου επίσης, αντλούμε βοήθειες και κρίνουμε εαυτούς με βάση κείμενα, βιβλία και άλλα εκδοτικά συγγράματα που διαβάζουμε. Αν δεν έχουμε μία τέτοια τύχη, η φωνή της συνείδησης μπορεί να αποδειχθεί ο δέων υπαινιγμός σε μία αβέβαιη ως λανθάνουσα πορεία συγκριτικά με τους έναντι που διάγουν τα βέλτιστα ή έχουν πετύχει πλείστα και αυτό μόνο το γεγονός είναι αρκετό γιά να μας προτρέψει να ακολουθήσουμε το παράδειγμα τους. Ανελλιπώς και γιά πάντα, η πεπατημένη των πολλών νεύει να την ακολουθήσουμε, εν μέσω μίας βλάστησης υποδειγματικών κανόνων και συμβατικοτήτων που στενεύουν την οπτική μας γωνία και κάνουν κάποια άλλα γοητευτικά και αδιάβατα μονοπάτια να φαντάζουν σκοτεινά, απρόσιτα και επικίνδυνα.

Η αλήθεια είναι, ότι συνήθως κάποιο κέρδος απορρέει από την οποιαδήποτε γνώμη και άποψη των άλλων. Ο Αμερικανός φιλόσοφος και ψυχολόγος Τζών Ντιούϊ έλεγε ότι: «Η τύχη, καλή ή κακή, είναι πάντα μαζί μας. Αλλά έχει κάποιο τρόπο να ευνοεί τον ευφυή και να γυρίζει τη πλάτη στον ανόητο.»1 Οταν όμως πάρουμε την απόφαση να αγνοήσουμε – πάντα μέσα στο πλαίσιο κάποιας λογικής – τον συμβατικό κόσμο, τότε αναπηδά το ερώτημα: πόση νοημοσύνη μπορεί να κρύβει μία τέτοια απόφαση εξ’ αιτίας του αντικομφορμιστικού της πνεύματος; Αυτό συμβαίνει με τους περισσότερους ανθρωπους της Τέχνης, που συνήθως ανοίγουν ένα δικό τους δρόμο ή ακολουθούν κάποια λιγοστά και αφανή εν δυνάμει περάσματα κοινωνικής αποδοχής και αναγνώρισης. Η ειρωνία είναι ότι, οι άνθρωποι τέτοιων ακρασφαλών αποφάσεων, φθάνουν σε αυτό το σημείο από μία εσωτερική ανάγκη γιά καλύτερη και πιό ποιοτική ζωή. Μετά από αυτό και σε επιπλέον αναζήτηση, ας υποθέσουμε ότι αποφασίζουμε να μη δώσουμε πλέον καμία σημασία στη πληθώρα των έντυπων, συμβουλευτικών οδηγών, που γεμίζουν τα ράφια των φαρμακείων, υπερπαντοπωλείων (τουλάχιστον στη Β. Αμερική) και βιβλιοπωλείων και που τα εξώφυλλα τους διατείνονται πως έχουν το μυστικό της προσωπικής επιτυχίας και ευτυχίας. Ας υποθέσουμε πως απορρίπτουμε κάθε ιδεολογικό – φιλοσοφικό δόγμα και τρόπο ζωής. Αν υποθέσουμε ακόμη ότι έχουμε ξεπεράσει τη μυστικιστική γοητεία των θρησκευτικών δοξασιών σε Ανατολή και Δύση. Τότε, απομένει κάτι θεμιτό και φίλιο γιά να στηρίξει και να δώσει νόημα στη σύντομη και ταλαίπωρη, πολλές φορές, ζωή μας πάνω στον πλανήτη;

Δεν νομίζω πως υπάρχει μία και μοναδική απάντηση γιά να δώσει τέλος σε όλες τις πρότερες διαπιστώσεις. Σίγουρα όμως υπάρχει ένα πλήθος αστερισμών και πιθανοτήτων ενόργανης και ευφυούς ζωής που δεσπόζουν πάνω και πέρα από τον ορίζοντα. Αλλοι το βλέπουν σαν απειλή και άλλοι σαν ευκαιρία. Ενας παρόμοιος ουράνιος ορίζοντας έχει σχηματιστεί και υπάρχει από περασμένους και τωρινούς αστέρες του λόγου και άλλων καλών τεχνών. Ορισμένοι από αυτούς δεν απολαμβάνουν της γιγαντιαίας εκτίμησης που χαίρουν άλλοι. Η σκιά τους, πάνω στους κανόνες που καθορίζουν το είδος, είναι ασήμαντη ως ανύπαρκτη εξ’ αιτίας ενός περιορισμένου μεγέθους έργου που άφησαν πίσω ή μίας θεματολογίας συστημικά ή ηθικολογικά ασύμφορης. Το έργο κάποιων άλλων επίσης λογοτεχνικών μορφών μπορεί να είναι αμφιλεγόμενο και δύσκολο προς αφομοίωση και διδακτικό περιεχόμενο. Ενα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί ο Εντγκαρ Αλλαν Πόε με διάφορα αλλόκοτα περιστατικά στη προσωπική του ζωή που σίγουρα επέδρασαν και διαμόρφωσαν το ύφος και τη θεματολογία του έργου του. Γιά παράδειγμα, έχουμε το ιστορικά τεκμηριωμένο περιστατικό που τον θέλει σαγηνευμένο από τη μητέρα ενός παιδικού φίλου του, την Ελεν Στανναρντ. Μετά τον απροσδόκητο και ξαφνικό θάνατο της γυναίκας, ο ανήλικος ακόμη Πόε αποφάσισε να κάνει κάτι εντελώς εξωφρενικό. Περνούσε ατελείωτες ώρες πάνω από τον τάφο εκείνης. Μες τη συντριβή του, πίστευε πως έτσι της κρατούσε συντροφιά. Το ίδιο έκανε και ο, συγχρονος του Πόε, Ουγγαρέζος ποιητής Πετοφι πάνω από τον τάφο της πολυαγαπημένης του Ετελκα. Αυτή η …ανόητη στάση και εμπειρία θα στιγμάτιζε το υπόλοιπο της ζωής του Πόε πέρα απο κάθε άλλη συμβατική νοημοσύνη. Πολλά χρόνια αργότερα και σε επιστέγασμα όλων αυτών, θα έδινε το ποίημα Λενόρ και σε συνέχεια αυτού, Το Κοράκι2 .

Το Κοράκι είναι ένα από τα πιό αντιπροσωπευτικά και υπέροχα ποιήματα του Πόε. Είναι ένα έργο που μοιάζει να ρέει απερίσπαστα και μελωδικά, αλλά ο χειρισμός και η τοποθέτηση των διάφορων σχημάτων λόγου γίνεται κατά τέτοιο τρόπο μέσα σε αυτό που τα σημαίνοντα παίρνουν μορφή σιβυλλική και δυσνόητη. Είναι ένα ποίημα – κανόνας γιά τη σκοτεινή και απαισιόδοξη σχολή γραφής. Κάποιοι από εσάς ίσως έχουν γνώση του ποιήματος στη πρωταρχική γλώσσα ή από μετάφραση. Ενας κουρασμένος και ξενύχτης αφηγητής λόγιος είναι αποκαμωμένος από τη μελέτη και τα συναισθήματα θλίψης γιά την απώλεια της αγαπημένης του Λενόρ. Στη προσπάθεια που κάνει γιά να αντιμετωπίσει το γεγονός του θανάτου και να ανακτήσει την αισιοδοξία του, έχει καταφύγει στη «παλιά γνώση» ενός βιβλίου όπως και σε άλλα πριν από αυτό. Η φυσική, ψυχολογική του κατάσταση, η κούραση και το επισφαλές θρόϊσμα της κάθε «μωβ κουρτίνας» τον γεμίζουν με «φανταστικούς τρόμους που δεν είχε νιώσει ποτέ πριν». Αυτή η κατάσταση σαφώς παραπέμπει σε παράδειγμα ανθρώπου στο χείλος του παραλογισμού. Ο αναγνώστης δεν είναι σίγουρος αν όλα αυτά συμβαίνουν στον πραγματικό κόσμο των αισθήσεων ή απλώς αποτελούν εκδηλώσεις κάποιας υπερβολικής φαντασίας υπό τη πίεση των υφισταμενων συνθηκών. Η πιθανότητα της παραίσθησης παρουσιάζεται ακόμη πιό δυνατή όταν, προσπαθώντας να αποκριθεί στον «απαλό κτύπο» και όντως κυριευμένος από «απορία, δέος, αμφιβολία» και μία καθ’ όλα «ονειρική αίσθηση» ανοίγει τη πόρτα και «ψιθυρίζει» το όνομα της ήδη εκλιπούσας Λενόρ. Καθώς αναπτύσσεται η δομή του ποιήματος, πάντα μέσα στην ίδια καταπληκτική και δεξιότεχνα απόκοσμη ατμόσφαιρα που ο Πόε οικοδομεί από τη μία στροφή στην επόμενη, ο ήρωας αρχίζει εντός και εκτός νού να έρχεται πρόσωπο – πρόσωπο με το μυστήριο του φθαρτού κόσμου. Η «μεγαλοπρέπεια» και η κυριότητα του επισκέπτη – κορακιού είναι τέτοια που δεν λογαριάζει ούτε τη προτομή – σύμβολο της θεάς της σοφίας και γνώσης Αθηνάς «Παλλάδος». Η κάθε προσπάθεια του ήρωα, να έλθει σε κάποιο συμβιβασμό με το άχαρο και μελανόφτερο αυτό στρουθί, τον οδηγεί σε διάφορα μακάβρια συμπεράσματα και άκαρπες επικλήσεις γύρω από τη παράξενη και απροσδόκητη, νυχτερινή επίσκεψη του. Συσχετίζει το κοράκι με το βασίλειο του Πλούτωνα. Το παρομοιάζει με τη πρόσκαιρη παρουσία παλιών «φίλων και Ελπίδων που έχουν πετάξει μακριά πιό πριν». Του προσδίδει ψιττακιστικές ικανότητες, λόγω της εκνευριστικά επαναλαμβανόμενης μονολεκτικής απόκρισης του πουλιού, που μοιάζει σαν να είναι αποτυπωμένη από κάποιον απελπισμένο, πρώην ιδιοκτήτη του που, προφανώς, τον είχε βρεί μεγάλη συμφορά. Καταγράφει ένα στιγμιαίο όραμα με πρωταγωνιστή το ουράνιο Σεραφειμ, το «αόρατο» θυμιατό του και άλλους αγγελους σε ακολουθία. Μονολογεί και προσφέρει σαν αντίδοτο το ομηρικό, αντικαταθλιπτικό αφιόνι «νηπενθές» μήπως και έτσι καταφέρει να δώσει μία ανάπαυλα στη τυρρανική παρουσία του πουλιού και στις μνήμες της Λενόρ. Εν συνεχεία, αναγνωρίζει προφητική ιδιότητα πονηρού πνεύματος στο ανεπιθύμητο πτηνό. Αναρωτιέται και αναζητά το βάλσαμο της Εδέμ και παρ’ όλα αυτά, όλες οι εικασίες και παρακλήσεις μοιάζουν να μη βρίσκουν κατάλληλη ανταπόκριση. Η ίδια μόνο επίμονη και απαράλλαχτα μονότονη απάντηση, σαν αδυσώπητο και βασανιστικό ρεφραίν στο τέλος κάθε στροφής σχεδόν του ποιήματος, βγαίνει από το ράμφος του τρομακτικού πουλιου: «Ποτε πιά». Μία τετελεσμένα απαγορευτική φράση που μοιάζει με αιώνια κατάρα και δεν επιτρέπει στη ψυχή του ήρωα να δραπετεύσει μέσα από το φρικτό περίγραμμα της σκιάς που πέφτει στο δάπεδο και θυμίζει τάρταρο. Το ανυπόφορο άχθος της σκιάς τον καθηλώνει και τον συνθλίβει γιά πάντα στο έδαφος, στη γη, στη θνησιμότητα του πεζού και του τετριμμένου.

Οι διάφορες απόψεις συγκλίνουν πως η κεντρική ιδέα του ποιήματος είναι αυτή της αιώνιας αφοσίωσης με οποιοδήποτε κόστος συνεπάγεται. Σε αυτή τη βάση, το ποίημα ανήκει καθαρά στη ρομαντική σχολή του είδους και την εμμονή στην εξιδανίκευση μορφών και σχημάτων. Ας σημειωθεί πως η κάθε εξιδανίκευση μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά τόσο επί της ατομικής προόδου, όσο και επί της ελευθερίας ενός προσώπου. Πέραν τούτου, το ποίημα αποτελείται από 18 στροφές γραμμένες σε παραδοσιακό, τροχαϊκό οκτάμετρο. Ο τρόπος που αντλεί και στήνει τα λαϊκότροπα με τα κλασσικά στοιχεία δεν αφήνει καμία αμφιβολία γιά τη συγκρουσιακή ατμόσφαιρα που επικρατεί στο ποίημα. Η χρήση του κορακιού, ένα κατ’ εξοχήν ημερήσιο πτηνό, φαντάζει εκτός τόπου και χρόνου αλλά, παρ’ όλα αυτά, καταλαμβάνει θέση πάνω στη προτομή της Παλλάδος, δημιουργώντας έτσι μία κτυπητή αντίθεση σε σχέση με την κλασσικά αντιπροσωπευτικότερη, νυκτόβια γλαύκα της αρχαίας θεάς και γνώσης. Η επίγνωση του αλύτρωτου αισθήματος παραμερίζει κάθε διάθεση γιά ορθολογική ενασχόληση και έτσι το ποίημα καταφέρνει να αποκτήσει την απαιτούμενη αισθητική πνοή μακριά από οποιοδήποτε συμβατικό καθρέπτη της πραγματικότητας. Μοιάζει σαν να είναι ο μοναδικός τρόπος γιά να μπορέσει να βαπτιστεί στη κολυμπήθρα της Τέχνης.

Από ελληνική σκοπιά, τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Πόε εμφανίζονται συχνά και έντονα σε πολλούς ποιητές της γενιάς του μεσοπολέμου και ένας από αυτούς ήταν και ο σχετικά άγνωστος Εμμανουήλ Καίσαρ, ο οποίος έχαιρε εκτίμησης τόσο από τον μετέπειτα νομπελίστα Οδυσσέα Ελύτη, όσο και από τον «ιδανικό και …πανάξιο εραστή…» του λόγου και της άλμης, Νίκο Καββαδία. Ο Καίσαρας φέρεται να είχε καταγωγή από τη Πάτρα αν και δεν έζησε ποτέ εκεί. Ηταν δεύτερος ξάδελφος του αχαιού ποιητή Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου ή Ζαν Μορέα. Το βιογραφικό τον εμφανίζει σαν Ελληνα της διασποράς αφού εργάστηκε σε εκπαιδευτήρια αποδήμων σε Κύπρο, Αλεξάνδρεια, Κάϊρο και Ισμαηλία κατά τη περίοδο της δεκαετίας του 1950. Ο Εμμανουήλ Καίσαρ δεν ήταν από τους πολυγραφότερους ποιητές μας, αλλά αυτά τα λίγα που έγραψε και μετέφρασε (μόλις τέσσερεις ποιητικές συλλογές 1929 – 1951) κερδίζουν τη συμπάθεια και εκτίμηση μας, έστω και αν οι σύγχρονες κριτικές δεν είναι απόλυτα θετικές3. Η λογοτεχνική μου περιέργεια τον ανακάλυψε από το Γράμμα Στον Ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ4. Σε επακόλουθη ανάγνωση ορισμένων ποιημάτων του, αντιλήφθηκα μία συγγένεια με το νεοορομαντικό πνεύμα, αλλά και μία έφεση στις προσωπικές μου, αισθητικές επιλογές και εντυπώσεις.

Εκτός αυτών, ένας άλλος αλησμόνητος, ποιητικός, δραματικός μονολόγος, άξιος αναφοράς και συσχέτισης, θα πρέπει να είναι αυτός του Δούκα της Φερράρα στο ποίημα Η Τελευταία Μου Δούκισσα του Εγγλέζου ποιητή Ρόμπερτ Μπράουνινγκ5. Εκεί, χρησιμοποιώντας ως μέσο μία προσωπογραφία, ο δούκας της Φερράρα βρίσκει ευκαιρία να εξάρει τον εαυτό του διά της μεθόδου προβολής των ελλατωμάτων της γυναίκας στον πίνακα. Ετσι, υποκαθιστά τόσο την αξία της Δούκισσας όσο και του έργου τέχνης. Θα πρέπει να παραδεχτώ ότι η τακτική του Φερράρα δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από σύγχρονους μεγαλοπατριώτες πολιτικούς και την εκτίμηση που δείχνουν απέναντι στον λαό που «υπηρετούν». Ας επανέλθουμε όμως στον Καίσαρα και στο ποίημα Ομιλεί Ενας Παρηκμασμένος Νέος, που είναι δοσμένο με σχετικά παρόμοιο τρόπο και όπως φαίνεται, ταιριάζει απόλυτα στις αντιφατικές περιόδους κάθε υπερθετικού πατριωτισμού και ανθρωπιστικής κρίσης. Τα στοιχεία της αναπόλησης και φθοράς είναι σαφή μέσα από τον καλοπλεγμένο ρυθμό των στίχων τουλάχιστον στο παρακάτω απόσπασμα.


Τώρα είναι χρόνια πια που λησμονήθηκε
και πέφτει της το χρώμα λέπια-λέπια,
τα μάτια όμως ακόμα που απομένουνε
δείχνουνε τη χρυσή, σβησμένη ακμή της.

κι εκεί που τα θωρείς, γλυκά κι ασάλευτα,
μέσα στη σιωπηλή εγκατάλειψή τους,
ωραία, για τη μοιραία φθορά τους, άξαφνα,
μαντεύεις μια βροχή μενεξεδένια…

Χωρίς καμία υπερβολική μεγαλοπρέπεια ή παρακλητικό τόνο, ο ποιητής δεν ηρωποιεί αλλά ούτε προσπαθεί να ανατρέψει το γεγονός της λησμονιάς που είναι καταδικασμένος ο τοιχογραφημένος αφηγητής του ποιήματος6 . Ως μέσο έκφρασης, το ποίημα δεν προσλαμβάνει χαρακτήρα ικεσίας αλλά εικασίας και έτσι, τελικά, κερδίζει τη μάχη με το χρόνο παρ’ όλες τις αδυσώπητες και ασυγκίνητες ιδιότητες του τελευταίου. Στο Κοράκι, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τον αμήχανο και παρακλητικό τόνο του αφηγητή μέχρι τελικής πτώσεως. Στο ποίημα του Καίσαρα ανακαλύπτουμε κάτι πιό ευγενές: μία στωϊκή, γενναία εγκαρτέρηση και αδιαφορία. Στο τρίτο ποίημα, εκείνο του Μπράουνινγκ, ο αφηγητής προσπαθεί να φέρει τον εαυτό του στο επίκεντρο της προσοχής σε αντιδιαστολή με το έργο τέχνης – πορτραίτο της πρώην γυναίκας του και έτσι προδίδει τη χυδαιότητα του. Στο Ομιλεί Ενας Παρηκμασμένος Νέος, κάθε χυδαιότητα, που συνέβαλε στη σύνθεση ή φθορά της τοιχογραφίας, παραμερίζει εμπρός στην ανυποχώρητη ακμή του βλέμματος και στη προοπτική μιάς ζωογόνου «μενεξεδένιας βροχής». Το πιό σημαντικό είναι η υπάρξη ζωής, όχι αυτό που την περιορίζει ή την καταστρέφει.

Σε ένα άλλο ποίημα, Το Γαλάζιο Κιόσκι, ο Καίσαρ μας παραθέτει ένα από τα πιό οργανικά του έργα.

Κοντά στη θάλασσα αγαπώ ένα γαλάζιο κιόσκι.

Γύρω απ’ αυτό το ειρηνικό παραθαλάσσιο κιόσκι
τα μεσημέρια στάζουνε κόμπους ζεστό χρυσάφι
δίχτυα απλωμένα αντίστροφα σ’ ωριμασμένους ήλιους.

Το δείλι, όταν το σχήμα του βυθίζεται στους ίσκιους,
βρίσκουν εκεί καταφυγή φιλέρημα παιδιά,
που επάνω από τ’ αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου
αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά.

Εκεί το αγιόκλημα άλλοτε με την πολύοσμη κόμη
παλαιών εμύρωνε κυριών την ανθηρή ομιλία,
καθώς στο θάλπος των νυκτών του Αυγούστου η ωχρή σελήνη
στάλαζε φίλτρα ερωτικά από μια ανάερη κρήνη.

Τώρα το κιόσκι το παλιό με την εράσμια φρίζα
θρυμματισμένη απ’ τη σκληρή της χειμωνιάς αξίνη,
όταν οσιώνεται το φως το ακόλαστο της μέρας,
περνάει στη νύχτα παίρνοντας το μύρο απ’ την αιφνίδια
μελαγχολία των σιωπηλών, φιλέρημων εφήβων,
που με το δείλι χάνουνε τις βάρκες, τις ψυχές τους
επάνω από τ’ αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου.

Οι ανωτέρω παραστάσεις δεν είναι αποτέλεσμα στείρας αντιγραφής κάποιας γραφικής σκηνής που αδημονεί να κερδίσει εντυπώσεις και να πουλήσει εισιτήρια τουριστικής περιήγησης. Δεν παλεύει να γεμίσει τη στιγμή της ανάγνωσης με ενθύμια τύπου: τσολιαδάκια, κοχύλια, χάντρες γιά το βάσκανο και άλλα είδη λαϊκής, παραδοσιακής κοπής. Ο ποιητής γνωρίζει πως χρειάζεται κάτι βαθύτερο και πιό φυσικό, κάτι που να έχει τη δύναμη της παρέκκλισης από τις συνταγογραφήσεις της καθημερινότητας. Κάτι τόσο δυνατό που να μην κόβει απλά την ανάσα, αλλά να «χάνεται η ψυχή» ολάκερη εκεί. Ισως, μόνο «φιλέρημες» υπάρξεις μπορούν να νιώσουν τι ακριβώς εννοώ γύρω από τον συγκινησιακό χαρακτήρα του ποιήματος. Υπάρξεις χωρίς φόβους και έξω από συμβατικά, γεωγραφικά ή άλλα όρια οποιασδήποτε κοινωνικής αγέλης. Γιά να απελευθερώσουμε τους εαυτούς μας, θα πρέπει να τους δούμε όπως πραγματικά είναι: γυμνούς χωρίς προσχήματα, τίτλους, προκαταλήψεις, δολιότητες και άλλες τέτοιου είδους ευτέλειες. Βέβαια, γιά να τολμήσουμε μία υπέρβαση προς έναν τέτοιον ερωτισμό, αθωότητα και γαλάζια πατρίδα, προϋποθέτει κάποιες συνέπειες στον κατά τ’ άλλα εντελώς άμυρο και ίσως δύσοσμο βίο μας. Η αναγωγή κάθε αναποδιάς και προβλήματος της καθημερινότητας, σε πρωτίστης σημασίας γεγονός γιά τη ζωή, προκαλεί σοβαρή ψυχολογική βλάβη. Ουσιαστικά, γινόμαστε οικτρά γραφικοί στη προσπάθεια να μοιάσουμε ή να ξεπεράσουμε τους άλλους χωρίς να μας απασχολεί ποτέ αυτό που πραγματικά εμείς είμαστε!

Η αβεβαιότητα και οι τραυματικές εμπειρίες της πεζής καθημερινότητας συχνά μας οδηγούν σε απεγνωσμένες πράξεις και συμπεριφορές. Η ζωή είναι τόσο φευγαλέα και παρ’ όλες τις γενναίες ως θηριώδεις προσπάθειες μας, τίποτα δεν μπορεί να αναχαιτίσει ή να περιορίσει τη ροή της. Ο ήλιος θα συνεχίσει να χαράζει, να ωριμάζει και να πλαγιάζει μετά από κάθε δειλινό. Είμαστε τόσο παροδικοί, όσο οι πολιτικοί των οφιτσιων που μας μαυρίζουν τη ζωή γιά να βλέπουν τη δική τους γκρίζα. Είμαστε τόσο διαταραγμένοι πνευματικά από τον επιβεβλημένο τρόπο ζωής, που τυχόν «ανθηρές ομιλίες» αποτελούν σενάριο επιστημονικής φαντασίας ή ξένη γλώσσα άνευ περαιτέρω ανάγκης και φροντιστιριακής προσφοράς. Μπορεί να μην γνωρίζουμε καν τι είναι και πως μυρίζει το αγιόκλημα. Ενώ, αν κάτι ακόμη «αντιφέγγει» θα πρέπει να είναι μόνο η τηλεοπτική οθόνη μπροστά από τον καναπέ μας. Κάπως έτσι η ζωή δεν μοιάζει με φαρέτρα, αλλά καταντά φέρετρο. Η αθωότητα της χάρτινης βαρκούλας μετασχηματίζεται σε ένα απαίσιο φασματικό καράβι όπως στο ποίημα Νυχθ’ Υπό Λυγαίαν ή Νυχτερινή Φαντασίωση του ίδιου πάντα ποιητή στο παρακάτω απόσπασμα.


Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους:
Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες,
δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του
στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.

Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι
(η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!)
Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων,
αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.

Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι.
Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του,
κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα–
μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!

Ενα καράβι που θυμίζει και σκορπίζει όλεθρο! Ο ποιητής κατατρυχάται εδώ από μία πολύ τρομακτική φαντασίωση. Η κάθε ζοφερή και ερεβώδης τέτοια αναπαράσταση αντανακλά κάποια ανατριχιαστική πλευρά της ζωής. Αναφορικά, σκεφθείτε πόσα λυγαία και λυγρά περιστατικά έκαναν την εμφάνιση τους μέσα στον όρμο της προσωπικής σας ασφάλειας και ευτυχίας τα τελευταία μόνο χρόνια. Πόσα παιδιά θα δώσουν πρόωρο τέλος στο όνειρο που λέγεται παιδεία γιά όλους. Πόσες οικογένειες πρέπει να ζήσουν με το φάσμα ενός κρεμασμένου ή με άλλου τρόπου αυτόχειρα γιά το υπόλοιπο της ζωής τους. Πόσοι νόμοι και κανονισμοί σκόρπισαν μία θανατηφόρα σιωπή μέσα σε πολλά σπίτια και μικροεπιχειρήσεις. Πόσος φόβος και πόση ειρήνη συγκριτικά πλανιόνται μες τις γειτονιές όλου του κόσμου. Μεταξύ άλλων, το ποίημα του Καίσαρα καταγράφει πως αυτό το τρομακτικό φαινόμενο έχει τη δύναμη να μεταμορφώνει το συμπαθητικό σε τερατώδες. Είναι σώμα ξένο με τον αισθητό, φυσικό κόσμο και ως τέτοιο δεν μπορεί να έχει συναίσθηση των πράξεων και ενεργειών που ορίζουν τον τελευταίο. Οπως το Κοράκι του Πόε, έτσι και το ανωτέρω άρμενο είναι αεικίνητο. Φυσικά, στο ποίημα του Καίσαρα, κινείται υπεράνω αλλά δεν συγκινείται από τα εγκόσμια. Είναι μία ανυπόφορη, γιά τον οργανικό κόσμο, πομπή που υπαινίσσεται και υπενθυμίζει μία …δίχως στάση… επικείμενη κοσμοκτονία.

Κάθε φορά που διαβάζα το παραπάνω ποίημα του Εμμανουήλ Καίσαρα, η σκέψη μου έτρεχε πάντα πίσω στα κλασσικά αφηγήματα Η Καρδιά Του Σκότους και Τα Χιόνια Του Κιλιμαντζάρο από τους Τζόζεφ Κόνραντ και Ερνεστ Χεμινγουεϊ αντίστοιχα. Αφηγήματα που περιγράφουν την ιστορία ενός «πεφωτισμένου» αποικιοκράτη ή θηρευτή σε ίδια αντιστοιχία. Οι αποφάσεις και τα τολμήματα των πρωταγωνιστών εκείνων των αφηγημάτων είχαν φρικτά αποτελέσματα. Η ζωή τους πήρε μία ανάστροφη και καθ’ όλα αποκτηνωμένη πορεία γιά τον ψυχολογικό εντός και γεωγραφικό εκτός τόπο που επέλεξαν μακροπρόθεσμα ή προσωρινά να κατοικοεδρεύσουν. Γεγονός που μας φέρνει στο επόμενο ποίημα του Καίσαρα, Χαμένοι Στα Βάθη Των Τροπικών και τις τελευταίες, τέσσερις στροφές του.

Τώρα, απροσανατόλιστοι, περίτρομοι,
μες στων δασών την κόλαση πλανιόνται•
μόνοι, σε βρυχηθμούς θηρίων ανάμεσα,
το θάνατο προσμένουν, ένας – ένας…

Αύριον, οι ιθαγενείς, σε μια άκρη, θα ΄βρουνε
μια-δυο λευκές τους κάσκες ματωμένες,
– σύμβολα ευγενικά κάποιων που επέρασαν
οικτρών, δυστυχισμένων Ευρωπαίων…

Ίσως, κανείς – ποιος ξέρει πάλι! – ανέλπιστα
μέσα στους τόσους άλλους επιζήσει•
τα βήματά του, εκείνος, τότε, σέρνοντας
βαριά από μια σφοδρή κι άνιση πάλη,

στη μακρινή, φιλήσυχη πατρίδα του
το δέρμα μιας ωραίας θα φέρει τίγρης,
ενθύμιο από μια χώρα αγρία, απολίτιστη,
γεμάτη δέος, απώλεια κι αγωνία

Σε αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στο τεράστιας σημασίας θέμα της παιδειας που διαμορφώνει εθνικές και άλλες πολιτκές στάσεις, παραγκωνίζοντας ή και αφανίζοντας βαθύτερες έννοιες περί πατρίδας και ανθρωπιάς. Κατά τη ταπεινή μου γνώμη, ένα οποιοδήποτε εκπαιδευτικό σύστημα με όλες τις βαθμίδες του εν δράσει, βοηθά στη γενική ή ειδική κατάρτιση ενός ατόμου αλλά όχι απαραίτητα στη παιδεία που είναι οργανική υπόθεση και απαιτεί μία συνεχή και επίπονη καλλιέργεια. Μόνο όταν αντιμετωπίσουμε την παιδεία ως τέτοια, θα σταματήσουμε να παραμένουμε προσηλωμένοι μηχανικά και απόλυτα στα στενά επαγγελματικά και οικονομικά μας συμφέροντα. Μία διά βίου ανάπτυξη της προσωπικότητας απελευθερώνει από ιδεοληψίες και ψυχαναγκασμούς που επισκιάζουν τη ζωή και την οδηγούν σε επικίνδυνες και απερίσκεπτες στάσεις. Η κατάκτηση της γνώσης απαιτεί έρευνα, αλλά δεν έχει σκοπό την υποδούλωση μας ή των άλλων. Η γνώση δεν είναι πρόσχημα εκπολιτισμού και φάστ τράκ ανάπτυξης. Είναι κάτι πιό ουσιαστικό που πηγάζει από έξωθεν εμπειρίες και όχι από εσωτερικές παρορμήσεις και αυτοσχέδια τολμήματα. Σίγουρα οι μεγάλες κατακτήσεις και ανακαλύψεις επέδρασαν θετικά στη πρόοδο του πολιτισμού. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι γίναμε πιό σώφρονες, ότι δεν εξαφανίσαμε και δεν καταστρέφουμε τρόπους και τόπους ζωής στο όνομα ενός οποιουδήποτε τυχοδιωκτισμού που, δυστυχώς, δεν έχει καμία σχέση με τις πραγματικές, πλουραριστικές αξίες του πολιτισμού. Από λογιστική άποψη, η ενέργεια που καταναλώνουμε στη κατάκτηση ενός υλικού κόσμου δεν αναλογεί με το βαθμό ικανοποίησης ή ασφάλειας που αποκομίζουμε από αυτό. Δεν είναι σοφία ότι παραμένουμε διαρκώς ανήσυχοι, ακόρεστοι και ανασφαλείς. Κάποιοι μπορεί να εγκατέλειψαν την απολίτιστη ζούγκλα, φέροντες περήφανα ή κουρασμένα τα τρόπαια τους αλλά, μαζί με αυτά, κουβάλησαν και τη βαρβαρότητα μες τις πόλεις και τη …πολιτισμένη ζωή. Είναι ο απαράβατος διαλεκτικός νόμος της αλληλεπίδρασης που δεν μένει πίσω, δεν ξεχνά και δεν παραγράφεται.

Κάθε άρνηση να παραδεχτούμε αυτό το γεγονός, επιδεινώνει παρά βελτιώνει τη κατάσταση και επιζητά το επόμενο ξέσπασμα, την επόμενη κατά φαντασία «ποιοτική αλλαγή». Κάτι τέτοιο, όμως, φέρνει τον ποιητή ενώπιον συγκεκριμένων γεγονότων. Το έργο της καταγραφής και απομυθοποίησης τον αναγκάζει να λειτουργήσει και να εκφραστεί, πολλές φορές, εκτός ορίων πολιτικής ορθότητας. Σημειωτέον όμως, ότι σαν όρος, ο τελευταίος έχει αποδειχθεί κουραστικά κοινότυπος και μασκοφορεμένος. Αποτελεί ένα είδος νεοφετιχισμού και μέρος του πολιτικού λόγου που αρνείται να κατανοήσει και να αποδεχτεί τον πιό θεμιτό και δημιουργικό όρο, εκείνον του «ποιητική αδεία». Οι τελευταίοι στίχοι στο κατωτέρω παράδειγμα ποιητικής γραφής του Καίσαρα, Εκλυτη, Ενα Γρανίτινον Οραμα, ίσως και ολόκληρο το ποίημα, μπορεί να έχουν υποπέσει σε ένα τέτοιο «σοβαρό» παράπτωμα. Τουλάχιστον, όμως, το διακρίνει η αισθητική γνησιότητα ενός ακατέργαστου, πολύτιμου λίθου.

Έκλυτη, ένα γρανίτινον όραμα, είναι πλασμένη
για των αισθήσεων τις μακρές, δεινές επιληψίες.

Όταν την κόμη λύνοντας, μια άναστρη νύκτα απλώνει
στους ουρανούς τους πολικούς βαθύγηρων κατόπτρων,
λάμπει, μαστίγιο πύρινο των ληθαργούντων πόθων,
επίφοβη σα βάραθρο κι ωραία σαν αμαρτία.

Δεν είναι πλάσμα των φθαρτών, κρυστάλλινων ερώτων.
μιας λυρικής παραφοράς η φλόγα η θαλασσιά:

Σφίγγα ορειχάλκινη, είδωλο μιας σκοτεινής μαγείας,
για τις σκληρές προορίζεται των Ασιανών λατρείες,
για τους μοιραίους, υστερικούς φετιχισμούς των Μαύρων

Εδώ, αξίζει να παρατηρήσουμε μία τεχνική ιδιομορφία που υποδηλώνει αρκετά. Ενα γρανίτινον, πολύ υλιστικό σε ιδιοτήτα και σκληρό σε ποιότητα αλλά άϋλο και ιδιαίτερα ευμετάβλητο ως προς τη κατάσταση, όραμα. Με αυτό το τρόπο ο ποιητής μας κάνει γνωστό, από την αρχή, πως ο εσωτερικός του λυρισμός και η εμπειρία είναι από πραγματικά, ατόφια συστατικά γιά να υποκύψουν σε ένα τόσο απατηλό δέλεαρ. Σε προοιώνισμα γιά το ατελέσφορο των προσπαθειών αυτού του χαλαρού «πλάσματος» και περαιτέρω ενίσχυση της θέσης του αφηγητή, έρχεται η πανέμορφη, μεταφορική δήλωση ταυτότητας του τελευταίου στη τέταρτη αράδα του ποιήματος. Η χρήση των λέξεων και ο πληθυντικός αριθμός στους «ουρανούς, πολικούς, βαθύγηρων και κατόπτρων» υπαινίσσεται ένα πνευματικά και ηλικιακά έμπειρο πρόσωπο με αισθητήρια παρατηρητικότητα πολύπλευρων κατόπτρων. Ετσι, μπορει να έλεγχει τους «ληθαργούντες πόθους» του και φυσικά, δεν έχει τη διάθεση καμίας παραζάλης και ψευδαίσθησης σε αυτό το παράταιρο παιχνίδι των εντυπώσεων. Καταθέτει την απουσία της κρυστάλλινης λεπτότητας, ευαισθησίας και λυρικής αρτίωσης σε ένα τόσο σκληρό και άπιαστο αντικείμενο ερωτισμού. Οι προκλητικές εκδηλώσεις της γυναίκας δεν συνάδουν με την απέριττη συμπεριφορά και τις πολιτισμικες του αξίες. Είναι ένα ξωτικό, μία έωλη γυναίκα που ο ίδιος δεν μπορεί να κατανοήσει λόγω του πρωτόγονου χαρακτήρα της σε σχέση με την εκλέπτυνση και ιστορική, πολιτιστική εξέλιξη της ανθρώπινης νοοτροπίας και φύσης. Στις τελευταίες, τρείς αράδες του ποιήματος, της προσδίδει καθαρά γνωρίσματα κενού ειδώλου. Ως απόρροια όλων αυτών των συλλογισμών και σε μία τελευταία προσπάθεια αντίστασης και διαχωρισμού, παίρνει την ατραπό που οδηγεί στη θέρμη των φυλετικών στερεοτύπων και έτσι, ίσως αδικεί τόσο τις δικές του προθέσεις όσο και την απήχηση του ποιήματος.

1. Dewey John, Morals And Conduct in The World’s Great Thinkers, Vol. Man And Man: The Social Philosophers, 1947, ed. Random House, New York
2. Poe Allan Edgar, Poems, 1897, ed. W.B. Conkey Company, Chicago
3. http://www.apiliotis.gr/ArticlesList.aspx?C=367&A=381

4. http://www.sarantakos.com/kibwtos/kavadias_grammastonpoihth.html

5. Browning Robert, My Last Duchess in Victorian Poetry And Poetics, 1968, ed. Houghton Millfin Company, Geneva: Illinois.
6. http://www.snhell.gr/anthology/writer.asp?id=80

Νοήμων Επίγνωση

Βλάσση Κοκκώνη

Harpo Intelligence 

Η χρήση διάφορων ειδών θηλαστικών στη σύγχρονη επιστημονική έρευνα, με απώτερο σκοπό τη κατανόηση συγκεκριμένων, φυσικών λειτουργιών και συμπεριφορών, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αντίλογου γύρω από τη κοινή καταγωγή των ειδών. Ενας  βασικός αριθμός κινητήριων, φυσιολογικών ορμών είναι δεδομένος τόσο στον άνθρωπο  όσο και στα υπόλοιπα πιθηκοειδή, αιλουροειδή, πτερωτά και θαλάσσια είδη. Φυσικά, οι αναπτυγμένες ικανότητες επικοινωνίας τοποθετούν τον άνθρωπο στη κορυφή της πυραμίδας όλων των ειδών έστω και αν, σε αρκετά από τα τελευταία, παρατηρούνται   αναλόγως θαυμαστά συστήματα ευφυϊας και επικοινωνιακής δεινότητας. Εκείνο όμως,  που δίνει την επικοινωνιακή υπεροχή στον άνθρωπο, είναι η ικανότητα να οραματίζεται, να φαντάζεται, να διαλογίζεται και να ψυχολογεί. Αυτές οι μοναδικά ξέχωρες, ανθρώπινες λειτουργίες μας παρέχουν την ευκαιρία να βλέπουμε ποικιλοτρόπως πέρα από την εγγύτητα του άμεσα ορατού. Η ικανότητα παραγωγής και δόμησης μίας ποιητικής φόρμας, των μύθων και άλλων αφηγηματικών πλοκών είναι το σήμα κατατεθέν του είδους μας και έρχεται τόσο αβίαστα όπως τα πρώτα μας βήματα, η διαίωνιση και η ανατροφή του ανθρώπινου όντος ή ακόμη και εκείνη η ανεξήγητη ανάγκη μας στη χρήση αφηρημένων ιδεών και σχημάτων προς απλή διασκέδαση και ψυχαγωγία.

 

Αυτές οι οι ίδιες λειτουργίες έχουν μεγάλη σημασία επίσης στη χρήση και ανάπτυξη κάθε κριτικού πνεύματος. Η επαρκής χρήση κριτικής εκτίμησης μας επιτρέπει σχετικά συχνά και εύκολα να δίνουμε προσοχή σε μία φαινομενικά αφηρημένη έννοια, κάποια παραξενιά έως και  μία ασυνήθιστα εξωφρενική συμπεριφορά χωρίς λογική συνέχεια και ουσία. Αν τύχει να δείτε κάποια άγουστη και άνοστη κυρία, σε ψιλοτάκουνες γόβες, με ασταθή βηματισμό που κινδυνεύει διαρκώς να γκρεμοτσακιστεί ανά πάσα στιγμή μες τη μέση του δρόμου, σίγουρα αποφεύγεται να δώσετε συνέχεια στα επέκεινα και ίσως μόνο ψάχνετε γιά λίγο να καταλάβετε την ουσία ενός τέτοιου επιχειρήματος. Οταν δείτε έναν ώριμο άνδρα να χρησιμοποιεί ταυτόχρονα ζώνη και τιράντες γιά να κρατήσει το παντελόνι στη θέση του, δεν ανησυχείτε με τη παραξενιά, αλλά μπορεί να απορήσετε γιά τη σιγουριά που ένας τέτοιος άνθρωπος έχει στον εαυτό του. Αν τέτοια ή παρόμοια απλά, καθημερινά περιστατικά σας κάνουν να σταματάτε γιά λίγο και να προβληματιζεστε με την εικόνα,  τότε αυτό δεν σημαίνει ότι έχετε πέσει στη παγίδα του λαϊκισμού, αλλά μάλλον ότι δεν χάσατε ακόμη τη κρίση σας σε αντίθεση με τη γενική, εξωτερική κρίση που επικρατεί και σας κουράζει. Οταν ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας ή πατρίδας υποφέρει ή παραβιάζει τα όρια της ανοχής μας, τότε ο νούς και η σκέψη μας παίρνει την υπεταχεία των αναφορών, αναλογιών και επιπτώσεων. Τη στιγμή που συμβαίνει κάτι τέτοιο, δεν εξετάζουμε μόνο το άμεσα ορατό γεγονός, αλλά ουσιαστικά προσπαθούμε να αναλύσουμε και να εμβαθύνουμε το σκεπτικό τέτοιων δήθεν ή πραγματικά φοβικών, απελπισμένων και παραβατικών συμπεριφορών.

 

Σε ευρύτερη κλίμακα, κάθε νοητική προσπάθεια και διεργασία παίζει μεγάλο εξελικτικό  ρόλο σε ατομική ή κοινωνική βάση. Η καλλιέργεια δεν είναι αποκλειστικά και μόνο γιά κηπουρούς και γεωπόνους. Η ικανότητα ψυχολόγησης μίας κατάστασης είναι μία ως άλλως κριτική θεώρηση των πραγμάτων. Είναι η ικανότητα να διαβάζεις και να νιώθεις  έναν αργόσυρτο καγκελευτό αντίστασης από την Ιερισσό. Είναι το πνεύμα που σαν  μαρμαρυγή παγετώνα ή σαν μελανός βασάλτης της Αρκτικής Κορδιλιέρας φεγγοβολά ή ξεχειλίζει αντίστοιχα μαυρίλα γιά το πεδίο των δύο οφθαλμών και το άλλο, το τρίτο μας ματι. Είναι  μία τοπογραφία εντυπώσεων και συλλογισμών εν ακινησία οφθαλμού και ριπή σκέψης. Είναι εκείνο το χαλίκι που εισχώρησε στο υπόδημα μας ή εκείνο των τρομακτικών διαστάσεων γεγονός που μας βοηθά να κατανοήσουμε την ειδοποιό διαφορά μεταξύ ανθρωπου, ζώου, ψαριού, σανού και πούπουλου. Μήπως τελικά, αυτό και μόνο αρκεί γιά να ανακαλύψουμε την ουσία και το νόημα του κόσμου;

 

Η νόηση του ανθρωπου παρουσιάζει μία τόσο παρατεταμένη φαντασία που την κάνει να θέτει εαυτόν σε κατηγορίες και κόσμους που κανονικά δεν μπορούν να έχουν καμία οργανική συγγένεια μαζί της. Εχουν περάσει πάνω από 20 χρόνια από την εποχή της πρώτης έκδοσης του κλασσικού έργου Ο Χορός Των Πέπλων[1] του Τομ Ρόμπινς, όπου ο αναγνώστης συναντά πέντε σχετικά άψυχα και ανόμοια (ένα χρωματιστό ραβδί, ένα κοχύλι, μία κονσέρβα με φασόλια, ένα κουτάλι και μία βρώμικη κάλτσα) αντικείμενα που κινούνται με τη δική τους ανεξάρτητη βούληση, αισθάνονται, συνομιλούν και διαλογίζονται γύρω από τη ζωή και τον έμψυχο κόσμο. Με σταθερότητα που είναι πνευματική αλλά και φυσική, τα αντικείμενα αποκτούν μία απαραίτητη συντροφικότητα στο μακρύ ταξίδι – προσκύνημα τους μέχρι την Ιερουσαλήμ πέρα από το πέπλο της πραγματικότητας και μέσα στο υφαντό της τέχνης ως θέμα υπαρξιακής ανάγκης, αυτάρκειας και προσωπικής σωτηρίας.

 

Η αφηγηματική πλοκή στον Χορό Των Πέπλων αποτελεί ένα από τα παραδείγματα γιά το πως ένας ιστορικά, εξελιγμένος εγκέφαλος μπορεί να αναδειχθεί σε υπερκοινωνικό διηθητήρα. Σαν τέτοιος αποκτά την ικανότητα να αποδίδει συνειδησιακές μορφές και καταστάσεις σε άλλους ανθρωπους, ζώα όπως επίσης – ποιητική αδεία – και σε μία αδρανή, παλιά κάλτσα με αριστοφάνεια φινέτσα ή μία φτηνή και ταλαίπωρη κονσέρβα με φασόλια που όμως μπορεί και φιλοσοφεί. Χωρίς τη δυνατότητα της εικαστικής λειτουργίας του ανθρώπινου νού δεν θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε κανένα πρόταγμα πλοκής, δεν θα υπήρχαν υπονοήσεις, νύξεις και φυσικά δεν θα είχαμε καμία μαγική τέρψη, αίσθηση γοητείας και εναλλαγές που  αναζωογονούν και ενθαρρύνουν. Είναι όπως ο αφηγητής του εν λόγω έργου σωστά παρατηρεί ότι: «…το άτομο δεν έχει μόνο αντίληψη, αλλά και βούληση προς αντίληψη, όχι μόνο την ικανότητα να παρατηρεί τον κόσμο αλλά και την ικανότητα να αλλάζει τον τρόπο παρατήρησης αυτού – που, εντέλει, πρόκειται γιά την ικανότητα να αλλάζει τον ίδιο τον κόσμο. Εκείνα τα άτομα που αναγνωρίζουν ότι η φαντασία είναι ο δάσκαλος της πραγματικότητας, τους αποκαλούμε ‘γνώστες’ και εκείνους που αναπτύσουν κάποια δράση επί αυτής, τους αποκαλούμε ‘καλλιτέχνες’ ή ‘φαντασμένους και τρελλούς’. Η κονσέρβα με τα φασόλια είχε δίκιο όταν συνέδεε τον χαμηλής πραγματικότητας προσανατολισμό με τη παραφροσύνη, αλλά ο πραγματικός ηλίθιος διακρίνεται από τον ‘ηλίθιο’ γνώστη και τον ‘ηλίθιο’ άνθρωπο της τέχνης λόγω έλλειψης κάθε ελέγχου. Η διεστραμμένη αντίληψη του ηλίθιου γύρω από τον κόσμο δεν είναι εθελούσια ή φαντασιακά παραλλαγμένη, απλώς είναι ελλατωματική. Οι ψωροφαντασμένοι τρελλοί βρίσκονται στο έλεος παρερμηνευμένων και ανεξέλεγκτων αντιλήψεων. Ενώ οι άνθρωποι της τέχνης, όσον αφορά τη δική τους πραγματικότητα, έχουν το πάνω χέρι και την ευθύνη των αποφάσεων τους.»[2]

 

Η δυνατότητα να «βλέπουμε» το άλλο μπορεί να έχει τεράστια σημασία στη προσέγγυση μίας δεδομένης κατάστασης, αλλά ταυτόχρονα κρύβει και κάποιες κωμικοτραγικές παγίδες. Η συνήθεια του ανθρώπινου νού να αποδίδει ιδιότητες, προθέσεις και σκοπούς σε πράγματα που δεν διαθέτουν ούτε κατά το ελάχιστο ένα οποιοδήποτε νευρικό σύστημα είναι τόσο γενική, που η καταγραφή της αποτυπώνεται τόσο ιστορικά όσο και  μέσα σε σύγχρονες, καθημερινές πράξεις. Ο Ξέρξης μαστίγωνε τη θάλασσα προς  τιμωρία  γιά την καθυστέρηση που προκαλούσε στη προέλαση του στρατού του. Ποδοσφαιρόφιλοι έχουν πολλές φορές εκπαραθυρώσει τον τηλεοπτικό τους δέκτη εξ’ αιτίας μίας ήττας της αγαπημένης τους ομάδας. Αρκετές φορές γινόμαστε μάρτυρες της  εικόνας ενός οδηγού που βρίζει ή κακομεταχειρίζεται το τροχοφόρο του εξ’ αιτίας κάποιας μηχανικής βλάβης ή ενός κλαταρισμένου λαστιχου. Ας μη ξεχνάμε επίσης το κλασικό κλισέ «όταν μιλάει ο παράς» ή «money talks» και λέει …κλείστε το εθνικό κανάλι πληροφόρησης και ψυχαγωγίας και ας το έχουν πληρώσει τόσα χρόνια ηλίθιοι. Τέτοια παραδείγματα αποδεικνύουν ότι μερικοί άνθρωποι πραγματικά πιστεύουν ότι έχουν μπροστά τους ενσυνείδητα όντα με μνησίκακες ή καλόβουλες προθέσεις. Ουσιαστικά, όμως, τέτοιες συμπεριφορές προδίδουν έναν πρωτόγονο τρόπο σκέψης που, στη καλύτερη περίπτωση, θυμίζει ανιμισμό και οδηγεί το άτομο να πιστεύει στην ηθική ενοχή ή αξία κάποιων απλών υλικών μέσων που εξαρτώνται αποκλειστικά από τη δική του προσέγγυση και διαχείρηση αυτών.

 

Πολλες φορές, αυτό το είδος γνωσιακής προκατάληψης ως και παραφροσύνης δεν περιορίζεται στο γεγονός κάποιας στιγμιαίας, υπεραγχωμένης ατυχίας, αλλά μπορεί να εξελιχθεί σε βασική εμμονή με ολέθρια αποτελέσματα. Κατά κανόνα δημιουργούνται από  και δημιουργούν, κατ’ αναλογία, μία σειρά συναισθημάτων. Η τελευταία οικονομική κρίση είναι ένα τέτοιο παράδειγμα δοσμένο [3] με σαφήνεια προς επεξήγηση της  συναισθηματικής ή όποιας άλλης φούσκας παραλογισμού. Η βάση αυτού του παραλογισμού μπορεί να είναι η οικονομική, φιλοσοφική εμμονή στο δόγμα του «πατέρα» της σύγχρονης οικονομίας Ανταμ Σμιθ πως αν μία οικονομική αγορά είναι επαρκώς αποδοτική, τότε δεν υπάρχει ανάγκη κυβερνητικής δράσης και πολιτικής. Πέρα από το γεγονός όμως ότι υπάρχει ένα μεγάλο αν στην αρχή αυτής της πρότασης, στον Σμιθ ίσως να διέφευγε επίσης το καταφανές γεγονός ότι μία αγορά δεν είναι αυτοσκοπός αλλά ένας μηχανισμός κάποιων ανθρώπινων αναγκών και ως εκ τούτου υποκειμενικής  υπερβολής και υπερεκτίμησης.

 

Αν τολμήσουμε τώρα να ισχυριστούμε ότι ένας άψυχος οργανισμός ή αντικείμενο αποκτά ζωή και «σκέψη» μέσα από ανθρώπινες ενέργειες, τότε δεν θα πρέπει να ξεχνάμε επίσης  τον  Κοινό Παρανομαστή στην ιστορία της ανθρώπινης γνώσης. Ο ανθρώπινος ΚΠ θα πρέπει να είναι η πρωτόγονη ηλιθιότητα [4] η οποία οδήγησε στο πρώτο θρησκευτικό συναίσθημα του ανθρώπου, αυτό του ανιμισμού. Πέραν τούτου, μεγάλοι διανοητές και φιλόσοφοι αναγνωρίζουν την ηλιθιότητα σαν ένα βασικό, κοινό χαρακτηριστικό και  κίνητρο στην ιστορική εξέλιξη του ανθρώπου. Γιά παράδειγμα ο Μαρξ διατείνεται ότι οι τρείς βασικές, κινητήριες δυνάμεις γιά τον άνθρωπο ήσαν: το κεφάλαιο, η βία και η ηλιθιότητα. Κρίνοντας από τις παρούσες κοινωνικές συνθήκες, σίγουρα υπάρχει μία διαλεκτική αλληλεπίδραση ανάμεσα σε αυτά τα τρία! Επειδή όμως, θέλουμε να αποφύγουμε κάθε είδος αλαζονειας και υπεροπτισμού στον αντίποδα της ηλιθιότητας, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι το Μεγιστο Κοινό Πολλαπλάσιο της εξυπνάδας είναι η υπακοή σε σχήματα εξουσίας και επιρροής που γοητεύουν ή αφήνουν άναυδο τον νου.

 

Σε ιστορική διαδρομή, η φαντασία και βούληση του νου του ανθρώπου, παραμένει ένα βοήθημα στην εξήγηση και πρόβλεψη τάσεων και συμπεριφορών αλλά και ανόητων επιχειρημάτων. Είναι οι εκρήξεις παράλογων πολιτικών αποφάσεων και κοινωνικών  συμπεριφορών αποτέλεσμα ενοχής, αυτοτιμωρίας, ηλιθιότητας, οξύνειας, απλές σπασμωδικές κραυγές προς μία ανώτερη δύναμη ή θέμα σύγκρουσης που θα οδηγήσει στο επόμενο εξελικτικό στάδιο; Μήπως όλα αυτά μαζί είναι η εικόνα και ομοίωση κάποιου θείου που ποτέ δεν βρισκόταν εκεί και δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα κύημα της φαντασίας, μία ψυχολογική ψευδαίσθηση, μία κάποια χρηματιστηριακή τιμή σε ελεύθερη πτώση, ένας φύλακας – άγγελος της χαρατσωμένης μας ζωής και αυταπάτης, ένας παγιδευμένος ξερόλας στο θεσμικό τέλμα της αιώνιας ηλιθιότητας που φροντίζει και ποντάρει πάντα σε μία δόλια και αμφιλεγόμενη μακαριότητα; Ποιός ξέρει; Ισως να είναι μία οντότητα που ξέρει μόνο να καταδικάζει στην οδύνη μίας χρόνιας κοινωνικής ισχυαλγίας χωρίς να ευεργετεί και να μελαγχολεί. Ισως όμως όλα αυτά να είναι εγώ, εσύ και όλοι οι άλλοι οι ηλίθιοι που δεν υπακούουν και επιμένουν να διατηρούν μία υπέρμετρη φαντασία νού και αίσθησης. Δεν φταίμε εμείς, αλλά ο αέρας που αναπνέουμε!

 

Μετά από όλα αυτά, αν ξύσουμε την επιφάνεια κάθε ιδεολογικής κουδουνίστρας και ξεπουπουλιάσουμε τις κλώσες κάθε οικονομικού επιχειρήματος ή λιτότητας σε όλο τον κόσμο, αν φθάσουμε το μαχαίρι ως το κόκκαλο (όπως αυτοί είναι έτοιμοι να κάνουν στο δικό μας) τότε τι μπορούμε να ανακαλύψουμε; Οτι πίσω από όλα αυτά κρύβεται ένας συνηθισμένος νους με αισθήματα, πεποιθήσεις, κάποιο δοσμένο επίπεδο γνώσης και κατανοήσης και πάνω απ’ όλα προθέσεις. Αυτές οι προθέσεις μετουσιώνονται σε νόμους και οικονομικά επιχειρήματα. Ο ρόλος των περισσότερων πολιτικών και νομοθετών είναι η διερμηνεία και η εν μέρει ψυχανάλυση αυτών των προθέσεων των καπεταναίων (captains of industry) του συστήματος. Αυτή η παράξενη και επιβλητική αίσθηση των καπεταναίων ως διαμορφωτές ενός συστήματος προς όφελος όλων και ιδιαίτερα των ηλιθιων! Γιά να επιτευχθεί κάτι τέτοιο όμως, απαιτείται συγκεκριμένη συμπεριφορά από τους ηλίθιους οι οποίοι λόγω της ιδιάζουσας πνευματικής τους κατάστασης μπορεί να θέσουν εαυτούς εις κίνδυνο αφανισμού. Οι καπεταναίοι και τα όργανα τους μπορούν να επιτηρούν και να γνωρίζουν όλες τις πτυχές ενός ιδιωτικού βίου, μόνο όταν αυτός έχει τα βασικά στοιχεία της ηλιθιότητας, ούτως ώστε τάχιστα και εύκολα να ανιχνεύεται κάθε είδους ανεπιθύμητης περιπλοκής. Εφ’ όσον τα υποκείμενα είναι ηλίθιοι, αποκλείεται να έχουν κρίση και άποψη, οπότε έτσι εδραιώνεται ο μόνος σίγουρος δρόμος επικοινωνίας, που δεν είναι άλλος από αυτόν του προϊστάμενου προς τον υφιστάμενο, του ανώτερου προς τον κατώτερο. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο ψυχολογικός κόσμος του ηλίθιου δεν διαφέρει πραγματικά από εκείνον τον προγονικό της Πλειστοκαινούς γεωλογικής περιόδου.

 

Επειδή το σύστημα είναι βασισμένο στην ηλιθιότητα, αυτός είναι ο κύριος λόγος που επενδύει κατά κόρον στη βία και βρίσκει τον εαυτό του συχνά σε κρίση. Εφ’ όσον όμως, ο άνθρωπος έχει την ικανότητα να φαντάζεται και να ψυχολογεί, ας μας επιτραπεί να τολμήσουμε τη παρακάτω σκέψη. Ας υποθέσουμε γιά λίγο ότι η αντίληψη που έχουμε γύρω από τον κόσμο είναι ένας άλλος φακός επαφής που, όμως, με τη συστημική ή όποια άλλη κρίση έχει θαμπώσει και δεν μας επιτρέπει να δούμε καθαρά. Υποκειμενικά, η κριτική αντίληψη δεν μας εγκατέλειψε ποτέ, έστω και κάτω από δυσχερείς ως ενοχλητικές συνθήκες. Κάποιες σχετικά ακαθόριστες και ασαφείς πληροφορίες θα συνεχίσουν να διαπερνούν τον φακό, προκαλώντας κολλήματα και μία τέτοια καθυστέρηση αντίληψης σε σημείο που να μας φταίει ο φακός αντί αυτού που πραγματικά τον θαμπώνει. Ολα αυτά τα χρόνια, οι αντιλήψεις μας στην ανάγκη επιβίωσης έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο στη στήριξη και διαιώνιση του συστήματος. Οι παγιωμένες αντιλήψεις και φόβοι δεν μας επιτρέπουν να δούμε το σύστημα ως κάτι ανεξάρτητο και αυτόνομο από ένα μέσο ενσυνείδητο άτομο με βασικές φυσιολογικές και συναισθηματικές ανάγκες. Μία τέτοια σκέψη φαντάζει ακραία ριζοσπαστική, επικίνδυνη και σίγουρα τραυματική στην πολύ βαθιά μας αίσθηση ότι ανήκουμε κάπου και έτσι έχουμε το δικαίωμα να ανήκει και σε μας κάτι. Πως είναι δυνατόν ένα τόσο δικό μας «ανθρώπινο δημιούργημα» να μας αναγκάζει σε τέτοια ασάφεια και αδυναμία πράξης; Αν δεν ήμασταν ηλίθιοι τότε που το αποδεχόμασταν και το στηρίζαμε, οπωσδήποτε θα πρέπει να είμαστε τώρα τέτοιοι που δεν μπορούμε να δούμε καθαρά και να καταλάβουμε την ανάγκη του σε μας. Κάπως έτσι σκέφτονται οι περισσότεροι ηλίθιοι στη κορυφή της βιολογικής πυραμίδας και εφ’ όσον υπάρχει τόση ηλιθιότητα αλλά και ικανότητα να διαβάζουμε το δικό μας και τα μυαλά των άλλων, τίποτα δεν έχει χαθεί, ούτε πρόκειται να πάει χαμένο.                    

 


[1] Robbins Tom, Skinny Legs And All, 1990, Bantam Books, Toronto

[2] Στο ιδιο, σελ. 91

Δεξηνεμής Ουτοπία

Hunting

Το συμπέρασμα μίας σειράς τρομοκρατικών ενεργειών είναι ότι η σχέση μεταξύ τρόμου και κοινωνικής ολοκλήρωσης παραμένει περίπλοκη. Κάτω από μία λογική, ο φόβος χρησιμεύει γιά να μας κρατά στον ίσιο δρόμο και ως εκ τούτου, ενθαρρύνει τις καλές συνήθειες μέχρις ότου αυτές γίνουν αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής μας φύσης. Κάτω από μία διαφορετική λογική όμως, ο τρόμος μπορεί να παρεμποδίσει στην ομαλή κοινωνική ανάπτυξη, οδηγώντας σε ένα είδος απομόνωσης από τις βασικές ανθρώπινες αξίες ή προσδίδοντας γενική ασάφεια στη γνησιότητα των κοινωνικών στόχων και στο ακριβοδίκαιο των κινήτρων μας.

 

Μπορεί να είναι ένας ανεγκέφαλος φίλαθλος στο ΟΑΚΑ ή ένας ασύλληπτος βομβιστής της οδού Μπόϋλστον στη Βοστώνη. Μπορεί να είναι ένας καμαρωτός λεβέντης που διαπνέεται από υψηλά εθνικά ιδανικά στη τοπική πλατεία ή ένας γνωστός δημοσιογράφος που διαμορφώνει τη κοινή γνώμη και την ατμόσφαιρα στο καθιστικό μας. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, τέτοια άτομα παρουσιάζουν αδυναμία να διαχωρίσουν έναν τόπο ειρηνικής, αθλητικής άμιλλας από ένα πεδίο μάχης, καθώς και τις επεξεργασίες στο ξετύλιγμα ενός πολιτικού δράματος από τις κλειστές ιεραρχίες και αντιλήψεις ενός στρατοκρατικού καρκινώματος. Τη στιγμή ακριβώς που γράφονται αυτές οι γραμμές, εκτός από τα περιστατικά βίας στον Ελλαδικό χώρο και τα πρόσφατα θύματα  στο μαραθώνιο της Βοστώνης, οι σημερινές ειδήσεις κάνουν ταυτόχρονα λόγο γιά 7 νεκρούς Παλαιστίνιους στη Γάζα, 55 νεκρούς από βομβιστικές ενέργειες και 32 άλλους από κρούσματα κοινωνικής βίας στο Ιρακ, όπως και 12 ακόμη στο Αφγανιστάν, αναφερόμενοι σε περιοχές που ο τρόμος έχει γίνει καθημερινός τρόπος ζωής.

 

Μπροστά σε αυτά τα σύντομα και παραστατικά δείγματα της Τέχνης του Πολέμου, μοιάζει σαν η ζωή να έπαυσε να ακολουθεί την άλλη τέχνη, εκείνη των εννέα μουσών και των μουσείων. Γιά τους σκληρούς ρεαλιστές, τέτοιες στάσεις ζωής ανήκουν στον κόσμο της φαντασίας και κάθε επιχείρημα προς αυτή τη κατεύθυνση είναι ένα άλλο είδος διασκεδαστικής απόκλισης, αν όχι σκέτη ουτοπία. Πράγματι έτσι είναι, ανεβάζοντας την αξία και σημασία της τέχνης γιά τη ζωή αντί του θανατηφόρου τρόμου. Βέβαια, είναι αλήθεια ότι οι Ελικωνιάδες τέχνες δεν βοηθούν στην αντιμετώπιση ιδιαίτερα συγκεκριμένων και βραχυπρόθεσμων προβλημάτων, όπως γιά παράδειγμα στην ακύρωση ενός αυτογκόλ, στον αφοπλισμό ενός εκρηκτικού μηχανισμού ή έστω στην εξεύρεση ασφυκτικότερων μορφών φορολόγησης της ζωής. Η τέχνη είναι σίγουρα κάτι απογειωμένο, καταλαμβάνοντας ένα σταθερό σημείο του ουρανού σαν την αρχαία Φοινίκη ή Πολικό Αστέρα. Βρίσκεται εκεί γιά να καθοδηγεί τις πλεύσεις και βλέψεις μας. Είναι το απύθμενο φως σε αντίθεση με το σκότος του τρόμου και των φοβικών ιδανικών. Οι στόχοι της τέχνης μπορεί να είναι ουτοπικοί και σχετικά απραγματοποίητοι αλλά, τουλάχιστον, δεν ανατινάζουν και δεν εξαφανίζουν την ανάγκη ενός προσανατολισμού. Δηλαδή, που βρισκόμαστε, που οδεύουμε και αν πράγματι επιθυμούμε να συνεχίσουμε στον ίδιο δρόμο προς την επιλεγμένη μας  κατεύθυνση.

 

Βασικά, μία εξιδανικευμένη κοινωνική μορφή ζωής είναι εκείνη που το κάθε άτομο και πολίτης αναζητεί τρόπους συντήρησης και απλούστευσης αυτής χωρίς τη χρήση καμίας απειλής ή καταστροφικών μεθόδων ελέγχου της. Σίγουρα όλα αυτά έχουν στοιχεία ουτοπικού χαρακτήρα και προσδιορίζουν μία κοινωνία πιό μακρινή ακόμη και από τη μυθική Θούλη. Σε τελευταία ανάλυση, τέτοιοι οραματισμοί προϋποθέτουν ανεμπόδιστους και απαραβίαστους τρόπους ζωής μέσα στα πλαίσια μίας παγκόσμιας κοινωνίας που να  επικρατεί η αμοιβαία εμπιστοσύνη και η πίστη ότι όλοι αξίζουν και πρέπει να κερδίζουν σαν τελικό αποτέλεσμα. Οι στενά εθνοκεντρικές και ταξικές, σημερινές κοινωνίες έχουν πολύ δρόμο να διανύσουν μέχρι να φθάσουν σε μία τέτοια ιδανική μορφή ζωής. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιτρέψουμε σε αρνητικά γεγονότα και σύνδρομα να ανακόψουν τη πορεία μας ή να μας λοξοδρομήσουν από τον τελικό μας προορισμό. Ενας από τους «ουτοπικούς» στόχους των πραγματικά ονειροπόλων καλλιτεχνών είναι η καλλιέργεια της συνείδησης, το ξερίζωμα του τρόμου και η καρποφορία της ελπίδας μες  τον ψυχικό μας κόσμο. Οταν το φαινόμενο της τρομοκράτησης επαυξάνεται σε σημείο που να παρουσιάζεται σχεδόν πανταχού παρόν, επισκιάζοντας κάθε πλευρά και άποψη της καθημερινότητας, προφανώς το αντιλαμβανόμαστε ως αναπόσπαστο μέρος της ζωής και συμβιβαζόμαστε με αυτό. Μία συμβιβασμένη συνείδηση όμως, είναι ήδη μία τρομοκρατημένη και παραδομένη αναφανδόν σε ένα τέτοιο κοινωνικό κλίμα. Είναι μία συνείδηση εν παραλυσία, μία συνείδηση του άλλου, του εκτός τόπου. Δηλαδή, μία ουτοπία στη κυριολεξία, την οποία δεν είχαμε ποτέ υπολογίσει πως μπορούσε να έχει μία τόσο καταστροφική επίδραση στον πραγματικό μας, πρότερο εαυτό.

 

Υπό Το Καθεστώς Αγχώδους Υπερφόρτισης

Harold Lloyd

Τα παραδείγματα (http://www.guardian.co.uk/world/2011/dec/18/greek-woes-suicide-rate-highest) είναι άφθονα και καθημερινά. Οι παγκόσμιες (http://www.befrienders.org/suicide-statistics) στατιστικές δίνουν ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στο θλιβερό φαινόμενο. Οι καιροί επιβάλλουν μία σειρά από συμπεράσματα και παρατηρήσεις

Κατά πρώτο λόγο, ο απόηχος των – πριν 45 περίπου χρόνια – απόψεων του Αλβιν Τόφλερ περί μελλοντικής αφασίας1 και αγχώδους υπερδιέγερσης παραμένει επίμονα ακόμη κοντά μας. Αν θεωρούσαμε την ανάπτυξη της κοινωνίας άσχετη από κάθε ηθική προοπτική, τότε ο άνθρωπος θα είχε το δικαίωμα να κυκλοφορεί χωρίς σκοπό, εσωτερικά κενός και χαμένος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν θα υπήρχε ουδείς λόγος ανησυχίας περί τάσεων αυτοχειρίας, εγκληματικότητας και αυθαιρεσίας όπως εμφανίζονται συχνά μπροστά μας γιά να μας προβληματίσουν ή στενοχωρήσουν.

Δεύτερον, η ανησυχία, ότι το φαινόμενο της αγχώδους υπερφόρτισης έχει αρχίσει να παρουσιάζεται σε πιό συχνά και παρατεταμένα διαστήματα έτσι ώστε να αποτελεί πραγματική απειλή στην εξισορροπημένη ανάπτυξη του ανθρώπινου χαρακτήρα, είναι απολύτως λογική. Οι αγχωτικές καταστάσεις δεν περιορίζονται πλέον σε μερικές ώρες και μέρες κοινωνικών συναλλαγών και δημόσιου βίου, αλλά έχουν καταφέρει να διεισδύσουν στις πιό απόκρυφες γωνιές και χαραμάδες των ιδιωτικών μας στιγμών, δηλαδή εκεί που η αυτοκυριαρχία και ο αυτοέλεγχος δεν είναι απλά επιτακτικές ανάγκες αλλά φυσικά, κατοχυρωμένα, ανθρώπινα δικαιώματα.

Τρίτον, η στάση σχετικής φόρτισης, που συνήθως επιλέγουμε να τηρούμε, είναι εμφανώς διάφορη με τη κάθε χρονική στιγμή και κατάσταση. Αυτό και μόνο υποδηλοί κάτι σημαντικό γιά τον τρόπο που εξιδανικεύουμε τα πράγματα, τη πληθώρα και τις προτεραιότητες των προσδοκιών που έχουμε, τη κλίμακα αυτών που μας φοβίζουν, τις θεμιτές ή αθέμιτες ελπίδες μας, όπως και αυτά που καταφέρνουν να μας ελέγχουν ή αυτά που αναμφισβήτητα γινόμαστε ικανοί να ελέγχουμε μέσα στη ζωή. Δεν θα ήταν άτοπο λοιπόν, να ισχυριστούμε ότι άλλες απαιτήσεις, υποχρεώσεις και άγχη έχει μία γονική σχέση, άλλες μία εργασιακή ή εκπαιδευτική σχέση και εντελώς διαφορετικές θα πρέπει να είναι αυτές που καθορίζουν τα δικαιώματα ενός κράτους προς τον πολίτη και αντίστροφα. Ολες αυτές οι περιπτώσεις χαρακτηρίζονται από έναν ανάλογο βαθμό ευθύνης, συναισθηματικού φόρτου και πίεσης που θα πρέπει να είναι αμοιβαία κατανοητός και αποδεκτός από τα δύο μέρη της κάθε μίας από τις ανωτέρω ανθρώπινες σχέσεις. Γιά παράδειγμα, οι περισσότεροι από εμάς έχουν ανάγκη ενός σταθερού εισοδήματος, όπως και ορισμένων, βασικών, κοινωνικών υπηρεσιών και προγραμμάτων. Ως εκ τούτου, είμαστε έτοιμοι και πρόθυμοι να πληρώσουμε το κόστος αυτών των αναγκών μέχρι όμως ενός ορισμένου σημείου, δηλαδή μέχρι το κατώφλι μίας επώδυνης υπερφόρτισης πέρα από κάθε αντοχή και λογικό όριο γιά τον εαυτόν μας.

Με την ίδια λογική θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη ορισμένων θεσμικών πλαισίων μέσα σε ένα κράτος και τι εξυπηρετούν. Κάτω από αυτή τη σκοπιά, μία κρατική οντότητα είναι υπεύθυνη επίσης γιά τα μέλη της, γιά την ελεύθερη ανάπτυξη των γνωστικών και παραγωγικών ικανοτήτων αυτών αλλά, βασικότερα, γιά τη δημιουργία ενός τέτοιου κοινωνικού κλίματος που η ζωή να παίρνει αξία και όχι να χάνει ακόμη και όση διαθέτει. Μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα, οι συνθήκες εργασίας διαμορφώνονται αυστηρά με βάση την αύξηση παραγωγής και το οικονομικό κέρδος, με αποτέλεσμα όχι μόνο την οικονομική εξαθλίωση του ανθρωπου αλλά και αυτή την ψυχολογική του συνάμα. Ενα κράτος όμως αποτελεί μία οργανωμένη, ανθρώπινη κοινωνία και το επίπεδο αγχώδους υπερφόρτισης θα πρέπει να καθορίζεται από τέτοια θεσμικά πλαίσια και αποφάσεις που δεν έχουν σκοπό την εξουθένωση του ανθρώπου αλλά την βελτίωση και αξιοποίηση των συνθηκών γιά τον τελευταίο. Οι περισσότεροι συνειδητοποιημένοι πολίτες βλέπουν το κράτος να έχει μία πλατύτερη κοινωνική αποστολή εκτός από την απλή οργάνωση επετειακών εορτών, τη συνοριακή προστασία, τη παροχή εθνικής ταυτότητας και τη κάθε φοροείσπραξη. Αυτή η πλατύτερη αποστολή συμπεριλαμβάνει τη προσωπική διάπλαση και ενθάρρυνση του κάθε ατόμου, δίνοντας κεντρική σημασία στην ανάπτυξη του ηθικού φρονήματος. Το φρόνημα ενός λαού δεν είναι μόνο κεντρικό θέμα αναμηρυκαστικών πανηγυρικών και άλλων τέτοιων προτροπών, αλλά ουσιαστικά οφείλει να αντικατοπτρίζει τη γνησιότητα των στόχων του βασικού κινητρου ζωής. Αυτός, νομίζω, είναι ο βαθύτερος λόγος που παραμένουμε ενοχλημένοι από το μερίδιο της κυβερνητικής ευθύνης απέναντι σε εκείνο το είδος των οικονομικών επιβουλών που υπερφορτίζουν τη κοινωνία και την κάνουν να θυμίζει φάρμα των ζώων ή στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων. Η ανησυχία μας είναι επίσης ένα είδος αγχώδους υπερφόρτισης από το σύννεφο της κοινωνικής αναλγησίας που διαπιστώνουμε ότι τυλίγει τις κυβερνήσεις των περισσότερων κρατών. Είναι εκείνο το είδος της υπερφόρτισης που παραλύει κάθε ανθρώπινη σκέψη αντίστασης και κάθε λειτουργία στενεύει ασφυκτικά σαν άλλος βρόγχος αυτόχειρα.

Σίγουρα, οι περισσότεροι από μας συμφωνούν ότι η ψυχολογική κατάσταση των μελών της είναι και θα πρέπει να παραμείνει ένας από τους βασικούς στόχους και πραγματικό μέτρο ασφαλειας σε μία παραδειγματική οικογένεια. Το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και μέσα σε ένα κράτος. Αν αυτό είναι αδύνατο γιά το Α και Ω της κοινωνικής ζωής, τότε που αλλού; Μέσα σε μία μέση και υγιή οικογένεια, η συνείδηση του κάθε μέλους αναγνωρίζει υποχρεώσεις και επιδοκιμάζει ή αποδοκιμάζει διαθέσεις χωρίς το φόβο κάποιου τιμήματος που μπορεί να κοστίσει τη ζωή της/του. Τα βασικά και απαραίτητα αισθήματα στοργής, αγάπης και φροντίδας δεν υπερφορτώνουν με άγχος το άτομο σε σημείο που να αρχίσει να συλλογίζεται σαν λογική κατάληξη μία κάποια απονενοημένη πράξη. Ουσιαστικά, η περιστασιακή αδυναμία ή ανυπακοή στους κανόνες είναι αναγκαία στη διαμόρφωση μίας λυτρωτικής αντίληψης και αποφόρτισης που ακολουθεί κάθε παράβαση. Μία πράξη ανυπακοής ή αδυναμίας ανοίγει πόρτα στις λιαχτίδες της ανοχής πως το πνεύμα του Προμηθέα καιροφυλακτεί παντού. Με μία σύντομη αναφορά – υπενθύμιση στον ρομαντικό ποιητή Percy Bysshe Shelley και στο λυρικό του δράμα Αδέσμευτος Προμηθέας (Prometheus Unbound)2 μας δίνει την ευκαιρία να σημειώσουμε ότι ένα από τα κρισιμότερα μηνύματα του έργου είναι πως ουσιαστικά ο τυρρανικός Δίας εξαρτάται από το τιμωρημένο θύμα του, τον Προμηθέα. Η διαδικασία αποδέσμευσης του τελευταίου είναι παράλληλη με τη πτώση του τυραννικού Δία μεσα στους νοητικούς συνειρμούς του μυθικού και βασανισμένου Τιτανα. Αργότερα, η εμφάνιση του Δημογόργωντα στη τελευταία πράξη του δράματος, κατ’ ομολογία του ίδιου του Σέλλεϋ, παραπέμπει στη προσωποποίηση της αναγκαίας πολιτικής και επαναστατικής δραστηριότητας του ανθρώπου μέσα στη φύση αντί οποιασδήποτε άλλης μοιρολατρικής επιλογής.

Το ψυχολογικό βόλεμα δεν είναι ο μόνος λόγος προς αποδοκιμασία και αποφυγή επαχθών, πολιτικών αποφάσεων που προκαλούν κάποια παροδική αναστάτωση τόσο στα εν δήμω όσο και στα εν οίκω. Μία άλλη οικογενειακή επιδίωξη είναι η δημιουργία αμοιβαίως επαρκών σχέσεων σεβασμού και εμπιστοσύνης. Μία οικογένεια ή μία κρατική οντότητα δεν μπορούν να είναι απλώς κάποια άλλα μέσα οικονομικών σκοπών. Μία τέτοια κατεύθυνση και λειτουργία θα είχε καταστροφικά αποτελέσματα στο πνεύμα φιλαλληλίας και ομοιογένειας που αποτελούν τα θεμέλια στην εσωτερική ζωή μίας οικογένειας ή ενός κράτους. Η αγχώδης υπερφόρτιση δεν εγγυάται υγιείς προσωπικές ή κοινωνικές σχέσεις γιά τον απλούστατο λόγο ότι λείπει το στοιχείο της εμπιστοσύνης και κατ’ επέκταση του σεβασμού. Οταν κάποιος σταματά να έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του, λογικά παρουσιάζει κρίσεις αυτοσεβασμού και ως εκ τούτου φθάνει μεταφορικά ή ουσιαστικά στη πράξη της αυτοχειρίας. Είναι εμφανές λοιπόν, ότι συμπτώματα αγχώδους υπερφόρτισης οδηγούν σε μία οξίδωση (όπως κάποια πρόσφατα οικονομικά ομόλογα) και διάβρωσης της ανθρώπινης ζωής. Φυσικά, όσο πιό κλειστή είναι μία τέτοια σχέση τόσο πιό τραυματική παρουσιάζεται. Αρκεί μόνο να φανταστούμε έναν άνθρωπο που, γιά βαθείς ιδεολογικούς λόγους, κάνει κάποιες πολιτικές επιλογές που αν δεν είναι απόλυτα αυτοκαταστροφικές, τουλάχιστον παρουσιάζουν αντιφατικά χαρακτηριστικά Catch – 22.3

Αυτές είναι οι δύο βασικές μας διαφορές με το φαινόμενο της αγχώδους υπερφόρτισης και τα τραγικά του αποτελέσματα, τη δαινονοπάθεια της ανασφάλειας και την εμφάνιση της δυσπιστίας απέναντι σε κάθε τι μέχρι και αυτόν τον ίδιον τον εαυτό μας. Η καταστροφή κάθε προστατευτικού δικτύου όπου λογικά εξαρτώνται υγιείς σχέσεις και συναναστροφές προκαλεί ένα δυστοπικό και ανυπόφορο σκηνικό γιά πολλούς ανθρώπους. Παίρνοντας σαν δεδομένο αυτό το γεγονός, οι θετικές και οι αρνητικές εμπειρίες της ζωής αρχίζουν να μπλέκονται και να συγχέονται σταθερά. Ο κάθε μέσος άνθρωπος, που εισέρχεται σε μία σχέση, δεν είναι προετοιμασμένος τόσο γιά το λογικό όσο γιά το παράλογο και πολλές φορές, καταφεύγει ετσιθελικά σε αυτό το τελευταίο με σκοπό να βρεί ικανοποίηση και χαρά εις βάρος του άλλου ή γιά τη προσωπική του, λυτρωτική αποφόρτιση. Μες το ημίφως των ηθικών αξιών του καιρού μας, μία τέτοια κατάσταση φαντάζει πιό αποτελεσματική, εσωτερικοποιώντας και υποθάλποντας προσωπικά απωθημένα και κοινωνικά συμπλέγματα. Μία άμεση αποδέσμευση από το αγχώδες φορτίο είναι πολύ αναγκαία. Τόσο αναγκαία που αρκεί γιά να γίνει συντομα μία επικίνδυνη ψύχωση. Μία θανατηφόρα ψυχωση γιά χάρη της λογικής κάποιων απομακρυσμένων και αδιαφανων, νομιμοφανών τύπων.

1 Toffler Alvin, Future Shock, 1970, Bantam Books, New York
2 Shelley Bysshe Percy, Prometheus Unbound, 1818 – 1819, English Romantic Writers by David Perkins, 1967, Harcourt Brace Jovanovich Inc. Chicago
3 Heller Joseph, Catch – 22, 1961, Simon & Schuster, New York

Αφηρημένη Εννοια

picasso_weeping1937

 

«Δεν σε βλέπω καλά σήμερα!» είναι μία έκφραση που μπορεί να ακούσεις από οποιονδήποτε στα καλά καθούμενα. Εννοιολογικά, μπορεί να έχει διττή σημασία και να υπονοεί θεμιτή ανησυχία ή απειλητική προειδοποίηση. Θα μπορούσαν όλα να τελειώσουν ανέμελα και καλά σε αυτό το σημείο και να μη δοθεί προέκταση στο θέαμα. Στη πραγματικότητα όμως, μία τέτοια προβολή επισημαίνει μία τάση, αρθρώνει κάποιον υφέρπων φόβο, διαχέει μία νεφελώδη αμφιβολία στην ατμόσφαιρα και αν μη τι άλλο, δεν είναι καθόλου πειστική γύρω από τις προθέσεις της. Είναι το σημείο σύγχισης μεταξύ  de dicto και de re που ξεσηκώνει εσωτερικούς φόβους και προϊδεάζει σκηνές τρόμου. Είναι το μοιραίο μετέωρο βήμα μεταξύ μίας ανοδικής ή καθοδικής ελικοειδούς κίνησης (spiral) που απελπισμένα αναζητεί ασυνθηκολόγητη αναγνώριση και αποδοχή.

 

Η κατάσταση όμως γίνεται ακόμη πιό πολύπλοκη όταν αναλογιστούμε ότι «Η ψυχή του ανθρωπου πέφτει θύμα βίας, πρώτα απ’ όλα, όταν στέκεται σαν απόστημα και ως να ήταν, όσο πιό πολύ μπορούσε, ένας κακοήθης όγκος μες το σύμπαν. Διότι το να ερεθιστούμε ανεξέλεγκτα με κάθε τι που συμβαίνει, σηματοδοτεί μία αποσκίρτηση του εαυτού από τον φυσικό κόσμο, μέρος του οποίου εμπεριέχει τις φύσεις όλων των υπόλοιπων όντων και πραγμάτων. Εν συνεχεία, η ψυχή πέφτει θύμα βίας όταν αποστρέφεται κάθε άνθρωπο ή κινήται προς αυτόν με πρόθεση βλάβης και τέτοιες είναι οι ψυχές όσων είναι διαρκώς θυμωμένοι. Κατά τρίτον λόγο, η ψυχή πέφτει θύμα βίας όταν κυριαρχείται παράφορα από ηδονή ή πόνο. Τέταρτον, όταν παίζει κάποιον υποκριτικό ρόλο και κάνει ή λέει πράγματα ανειλικρινώς και αναληθώς. Πέμπτον, όταν επιτρέπει κάθε πράξη και κίνηση να είναι άσκοπες, απερίσκεπτες και ανυπολόγιστες…»1 και κάπως έτσι το «αντιτρομοκρατικό» διαιτολόγιο προσλαμβάνει διαστάσεις αυτού που υποθετικά έχει αναλάβει να πατάξει, δηλαδή τον τρόμο από την κοινωνία.

 

Ας μας επιτραπεί να γίνουμε πιό περιγραφικοί και αντί κυριολεκτικών παραδειγμάτων, ας φανταστούμε ότι επισκεπτόμαστε δύο διαφορετικές οικογένειες. Η πρώτη οικογένεια της Στενής Παρακολούθησης και Ελέγχου, με απροκάλυπτη περηφάνεια και χωρίς ενδοιασμούς, αξιώνει τυφλή υποταγή στις αποφάσεις του πρώτου τη τάξη και τους συν αυτώ. Οι συχνές παρεμβολές στους τρόπους συμπεριφοράς των κατώτερων τη τάξη μελών και άλλων εξωτερικών στοιχείων αποσκοπούν στην αποθάρρυνση κάθε αυτόβουλης κίνησης και πρωτοβουλίας. Το τμήμα καταλογισμού ευθύνης και ενοχής αναπτύσσει τη δική του κοφτερή δράση στη προσπάθεια πρόληψης τυχόν δυσανάγνωστων και ξένων, ως προς τα εθισμένα, λογισμικών εφαρμογών. Εκτός αυτών των ολίγων, καταγράφεται επίσης και μία στάση μηδενικής ανοχής γιά κάθε παράπονο ή διαμαρτυρία. Η υποψία και μόνο κάθε παρέκκλισης είναι αρκετή γιά ένα τράβηγμα από το αυτί και επαναφορά στη τάξη. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, ο επίσημος οδηγός της ανωτέρω οικογένειας προβάλει τη παντελή απουσία κάθε είδους παραβατικής συμπεριφοράς σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη ελευθεριάζουσα οικογένεια. Κάπως έτσι, τα τυχόν απρόθυμα μέλη της πρώτης οικογένειας σύντομα αναγκάζονται να προσαρμοστούν και να αναγνωρίσουν πως, κάθε λοξοδρόμηση από την οικογενειακή πεπατημένη, ισοδυναμεί με άλλη αφηρημένη έννοια που μπορεί να κοστίσει, όμως, στο φακέλλωμα και στην απώλεια κάθε εύνοιας από τον κυρίαρχο παίκτη και φορέα εξουσίας στην οικογένεια. Μετά από όλα αυτά, λοιπόν, οι προβληματικοί και προβληματισμένοι της οικογένειας επιλέγουν να απέχουν από κάθε μορφή πειρασμού και ούτε που τολμούν να σκεφθούν διαφορετικά από το κυρίαρχο όργανο.

 

Σε αντιπαράθεση, η οικογένεια της Κατανόησης και Αλληλεγγύης λειτουργεί με ένα απλό σύστημα τιμής και αυτονόητης ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Επειδή οι όροι τιμή και αξιοπρέπεια είναι απόλυτα οργανικοί, τα μέλη αυτής δεν υφίστανται κανέναν εξαναγκασμό αλλά, απλώς, παραμένουν κοινωνικά δραστήρια γιά μία εσαεί υγιή  και εγγυημένη πρόοδο των βασικών, θεσμικών αρμών της οικογένειας. Οι ηγέτες αυτής της οικογένειας δεν κατέχονται από φοβικά σύνδρομα και πρόσκεινται στη μέθοδο της  ελεύθερης εφαρμογής και ανεπιτήρητης δράσης. Το λογισμικό τους δεν αναγνωρίζει  όρους όπως: «αντιφρονών» και «ανατρεπτικό στοιχείο» και κάθε σχετική αναζήτηση, καταλήγει σε μία απόκριση: error 404 – αφηρημένη έννοια. Μία τέτοια απάντηση προκύπτει από το δεδηλωμένο γεγονός ότι φύση και επιστήμη συνάδουν πως όλα υπόκεινται σε ανατροπή και τίποτα δεν είναι αιώνιο. Δεν υπάρχει ελεγχόμενη χρεωκοπία ή τρομοκρατία και όλα τα μέλη της οικογενειας αξίζουν μάλλον το δικαίωμα της εμπιστοσύνης παρά της έλλογης αμφιβολίας.

 

Με τα παραπάνω παραδείγματα στον νού κάθε ευσυνείδητου πολίτη, σε ποιά από τις δύο οικογένειες θα προτιμούσες να μεγαλώσουν τα παιδιά σου και ποιά από τις δύο οικογένειες έχει τις περισσότερες πιθανότητες να αναπαραγάγει τη βία ως κοινωνική λύση σε κάθε περιστατικό τρομοκρατικής μορφής και χαρακτήρα;

 

Θα μπορούσαμε επίσης να κάνουμε συγκρίσεις ανάμεσα σε δύο δεξιώσεις. Στη πρώτη, που σε ρυθμούς νεοαργκό ας αποκαλἐσουμε «πάμε γιά δεξί…» κάθε δραστηριότητα των καλεσμένων καταγράφεται λεπτομερώς. Η παρουσία μίας δεόντως και ομοιομόρφως κουστουμαρισμένης ομάδας επιφυλακής είναι καταδεικτική και έτοιμη γιά κάθε ανίχνευση,  πρόληψη και αποθάρρυνση στάσης και συμπεριφοράς εκτός εορταστικού πρωτοκόλλου. Ενα πρωτόκολλο που απαγορεύει κάθε είδους λογοπαίγνιο γύρω από τον οικοδεσπότη, δεν επιτρέπει την είσοδο σε μοναχικούς, βλέπει κάθε υπέρμετρη μουσική εκτόνωση με επικριτικό μάτι και καθορίζει μία καθώς πρέπει αμφίεση σαν απαραίτητο όρο συμμετοχής και συνθήκη αποφυγής ανεπιθύμητων ερωτικών εξάψεων. Στη δεύτερη δεξίωση που, γιά ευνόητους λόγους, θα την αποκαλέσουμε «…ως ‘σεις» δεν υπάρχει πρωτόκολλο συμπεριφοράς και οι οικοδεσπότες μοιάζουν να έχουν τυφλή εμπιστοσύνη στιο κριτήριο διασκέδασης και κοινωνικής παρόρμησης των καλεσμένων. Οι οργανωτές της «πάμε γιά δεξί…» ισχυρίζονται πως, με την επιβεβλημένη μέθοδο διαχείρησης, η δεξίωση τους μπορεί να στεφθεί με επιτυχία, έστω και με χρησιμοποίηση ορισμένων μέτρων προς περιορισμό κάθε τυχόν τρομακτικής αναίδειας. Σε ποιά από τις δύο δεξιώσεις θα προτιμούσατε να βρεθείτε γιά να χαρείτε ελεύθερα;

 

Μία ακόμη τελευταία αναφορά. Σε εποχή που η τεχνολογική πρόοδος έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, θα ήταν ευχής έργον, οι άνθρωποι και ιδιαίτερα οι αρχές να αισθάνονται πιό απελευθερωμένοι από το διαθέσιμο ευρύ πεδίο γνώσης και πληροφόρησης. Αντί αυτού όμως, σκηνές και ειδεχθή περιστατικά καθημερινού τρόμου χρησιμοποιούνται σαν πειστήρια και προφάσεις περιστολής της ελεύθερης σκέψης και  κίνησης. Οταν κάποιος είναι ιδαίτερα επιφυλακτικός (τις περισσοτέρες φορές γιά πολύ στενά και μυστικά συμφέροντα) μπορεί πολύ εύκολα να γλιστρίσει μέσα σε μία δεξίωση ή πάρτυ τρόμου. Στις μέρες μας, ο τρόμος είναι πανταχού παρών, από τα αστυνομικά τμήματα, τα συνοριακά κέντρα υποδοχής, τους τόπους δουλειάς, τα ράφια στο βιντεοκλαμπ της περιοχής, μέχρι τα μικρά παιδιά που τα διαπαιδαγωγούμε πρώτα πως να φοβούνται και μετά να ζούν. Οχι, οχι! Δεν υπάρχουν σημάδια και ουλές στον ψυχικό μας κόσμο. Πως είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο όταν συνηθίζουμε να συμπεριφερόμαστε φοβικά από τα γεννοφάσκια μας! Μία υποψία, μέχρι να πραγματοποιηθεί, δεν είναι τίποτε περισσότερο από μία αφηρημένη έννοια που μπορεί να μας κρατήσει στον ίσιο δρόμο. Αν αποδειχθεί πως είναι ψέμα ή ένα παραφουσκωμένο μπαλόνι, δεν υπάρχει κανένα τίμημα γιά να πληρώσουμε, εκτός ότι μπορεί να βρεθούμε  εκτός τόπου και χρόνου, διαιωνίζοντας ένα φαινόμενο που, ακόμη και οι φύλακες, το αναγνωρίζουν ως αντικοινωνικό έστω κι’ αν το χρησιμοποιούν προς «κοινωνική» γνώση και συμμόρφωση. Οταν ο άνθρωπος ζεί κάτω από τη σκιά του φόβου και του τρόμου, δεν μπορεί και δεν πρέπει να περπατά ή να στέκεται και να ζει μόνος. Αρα ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει ελεύθερος, δηλαδή μία στραβή και ανιστόρητη αντίληψη σ’ έναν, κατά τ’ άλλα, ίσιο αλλά θολό και βουρκωμένο γυαλό.               


1  Marcus Aurelius, Meditations: in The World’s Great Thinkers – Man And Man: The Social Philosophers, Random House, New York 1947

Σε Αυστηρά Οικονομική Βάση

Frank_Zappa

Επί σειρά ετών, παρατηρώ τα ανήσυχα αντανακλαστικά του κόσμου μέσα σε συνθήκες οικονομικής αστάθειας και συνεπαγόμενων τραυματικών κυρίως εμπειριών. Ο άνθρωπος έπαψε να ξαγρυπνά και να προβληματίζεται βαθιά γιά οτιδήποτε άλλο εκτός από οικονομικά θέματα που τον αναγκάζουν πιά να χάνει πραγματικά τον ύπνο του και πολλές φορές ακόμη και τη ζωή του. Η οικονομία είναι ένα γεγονός πρωτεύουσας, θεσμικής σημασίας και εξουσίας. Μετά από αυτό όμως, τι άλλο θα μπορούσε να είναι και να σημαίνει στην ανθρώπινη ζωή, στον πολιτισμό, στην ιστορία;

 Ως αντικείμενο ακαδημαϊκής και επιστημονικής περιεργείας, η οικονομία θα πρέπει να έχει επιστημολογικό χαρακτήρα και να μπορεί να αυτοαναιρείται από καινούργια προτάγματα. Είναι ο μόνος εχέγγυος τρόπος γιά τη διαρκή αναβίωση, επιμήκυνση και παρουσία της ανάμεσα στις υπόλοιπες, σύγχρονες επιστήμες. Αυτή η ακαδημαϊκή πρόοδος δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς κάποια ενδογενή στοιχεία έντασης, ανταγωνισμού, διαρκούς  όξυνσης και αντιπαράθεσης. Μετά από όλα αυτά και όντως ανώφελο να παραμένει μόνο σε θεωρητικό επίπεδο, η οικονομία αρχίζει τις εφαρμογές της στον κόσμο της καθημερινότητας και της άμεσης εμπειρίας. Η λαλίστατη οικονομικη επιφάνεια, η οικονομική διαφάνεια, η οικονομική άνοια και οξυδέρκεια, αλλά ακόμη και ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε -σε στενά οικονομικούς όρους- γνωριμίες, φίλους και οικογένεια δεν αφήνει πολλά περιθώρια αμφιβολιών γιά το ρόλο αυτής στη διαμόρφωση της γενικότερης  ανθρώπινης συμπεριφοράς.

 Ως παράγωγο και συνθήκη κοινωνικής δραστηριότητας, κάθε ανθρώπινη  ανησυχία γιά τη πορεία της οικονομίας, μοιάζει να είναι μάταιη και κουτή. Είναι έτσι διότι, ουσιαστικά, πρόκειται γιά κάτι ανάλογο με το παράδειγμα που χρησιμοποιεί ο Ιτάλο Καλβίνο[i], προσπαθώντας να προσδιορίσει τη σχέση μεταξύ διηγηματικού έργου και αναγνώστη πριν φθάσει στο εύστοχο ερώτημα: «Ποιός θα τολμούσε να σε καταδικάσει σε απώλεια του εαυτού σου, μία καταστροφή τόσο τρομακτική όσο ο αφανισμός της προσωπικής αντωνυμίας Εγώ;» Με άλλα λόγια, η οικονομία υπάρχει γιά να εξυπηρετεί την ανθρώπινη προσπάθεια γιά καλύτερη και πάντα πιό βελτιωμένη ζωή ενώ, μετά την εμφάνιση της σε οργανωμένη μορφή, κάθε είδους ελλείψεις, φόροι υποταγής και τιμωρίας, όπως και εξαθλίωση, στο μέγιστο δυνατό, οφείλουν να αποτελούν κομμάτι ενός ανεπιθύμητου παρελθόντος. Θα μπορούσαμε επίσης να αναφερθούμε στα  παραδείγματα της σωματικής τιμωρίας, των κοινών καψωνιών και των  βασανιστηρίων. Μία φορά και ένα καιρό, αυτού του είδους οι μεθοδοι μπορεί να έφερναν κάποια αποτελέσματα και να εξυπηρετούσαν στο βάθεμα μερικής  ανθρώπινης επίγνωσης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχουμε ακόμη την υποχρέωση να διατηρούμε ζωντανές τέτοιες βάρβαρες συνήθειες. «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» δεν πουλάει πιά στις εποχές μας και θα πρέπει να ισχυριστούμε το ίδιο επίσης και γιά το ιστορικά passé «φόρου υποτελείς».

 Θα ήταν αρκετό να θυμηθούμε το «γη και ύδωρ» που κάποτε ο Ξέρξης ζήτησε από τις ελληνικές πόλεις της αρχαιότητας γιά να αντιληφθούμε ότι, γιά πολλούς «ηγεμόνες» αλλά και «παιδαγωγούς» του παλιού καιρού, τόσο το ξύλο όσο και οι φόροι υποτέλειας αποδείχθηκαν προφανώς σκέτη πλάνη. Η ουσία δεν είναι τι οι άνθρωποι σχεδιάζουν και επιθυμούν, αλλά πως και αν μπορούν να το πραγματοποιήσουν. Μέσα σε συνθήκες καταπίεσης και λιτότητας, οι ανθρώπινες ορέξεις και επιθυμίες παραγωγικότητας μοιάζουν με κομμένες, πουριτανικές ανάσες που δεν τις απασχολεί τίποτε άλλο εκτός από το βασανιστικά επαναλαμβανόμενο ερώτημα:  άραγε, πόσες αναπνοές ακόμη μου  απομένουν; Η οικονομία είναι χρήσιμη μόνο ως κίνητρο και μέσο ανάπτυξης της ανθρωπότητας και όχι σαν αναπνευστικός μηχανισμός,  τελεία και παύλα.

 Με το αιτιολογικό των συχνά επαναλαμβανόμενων κρίσεων, ο έλεγχος και η εκροή  κεφαλαίων γίνεται υπόθεση κάποιων κέντρων που, εν πολλοις, θυμίζουν τακτικές του  γνωστού J.P. Morgan πριν μία εκατονταετία και το πολύ συγκεκριμένο ιδανικό που εκπροσωπούσε, δηλαδή τον περιορισμό πρόσβασης των πολλών στα διαθέσιμα  κεφάλαια, προκειμένου ο ίδιος να διατηρεί τον έλεγχο και την απόλυτη διαχείρηση αυτών. Με άλλα λόγια, εφαρμογή μίας κεντρικά συγκεντρωτικής οικονομικής τάσης υπό τη πλήρη κάλυψη του επιχειρήματος ότι το όλο μέρος ή σύνολο έχει μεγαλύτερη αξία από τα διάφορα μικρότερα τμήματα του[ii]. Με αυτή τη μορφή όμως, η οικονομία παίρνει έναν άλλο χαρακτήρα, αυτόν που ο Πιερ Μπουρντιέ[iii] αντιλαμβάνεται ως υπερσυμβολικό, ένα είδος Grand Wazoo σε αντικατάσταση της παλιάς ιδεοληψίας περί ενός Θεού «που τα πάντα ορά» και που, ανάλογα, επιδοτεί πλουσιοπάροχα, τιμωρεί εμφατικά και έτσι,  φυσικά, αποδεικνύεται πολύ πιό αποτελεσματικός σε σχέση με όσους τον αναγνωρίζουν  ή επιλέγουν να τον αγνοήσουν. Συνεπώς, ένας τέτοιος παντοδύναμος μηχανισμός προωθεί την ιδέα μίας συμπεριφοράς αποκλειστικά εμπορικής και βασισμένης σε οικονομικά και μόνο κριτήρια. Η εσωτερίκευση ενός τέτοιου δόγματος γίνεται συνήθεια και αναπόσπαστος αυτοματισμός ζωής, σε σημείο που να θεωρείται αδιανόητο οποιοδήποτε άλλο σύστημα αξιών στο πολυποίκιλτο υφαντό των καθημερινών σχέσεων.

Μετά από όλα αυτά, οι γονικές και σχολικές παραινέσεις μονοδρομούνται προς έναν και μοναδικό σκοπό. Ο σωρείτης των εμπεριών δεν έχει καμία αξία χωρίς οικονομικό αντίκρυσμα. Οι σεξουαλικές σχέσεις δεν μπορούν να βρούν ικανοποίηση χωρίς οικονομικά ερεθίσματα. Το άγχος ταιριάζει συνήθως στην υποσχετική μίας οικονομικής εξέλιξης ή ανέλιξης. Η κάθε υπεξαίρεση ή κλοπή μπορεί να εκληφθεί τουλάχιστον σαν μονομερής επινοήση οικονομικής ευκαιρίας. Ο βασανισμός προσώπων και ζώων μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη θεμιτή εφ’ όσον αποδειχθεί ότι εξυπηρετεί κάποια οικονομική πρόοδο. Η αρπαγή της τσάντας μίας γριάς γυναίκας δεν έχει μεγάλη διαφορά από τη «νόμιμη» αρπαγή ή καρατόμηση μίας σύνταξης, αφού και οι δύο συμβαίνουν γιά αυστηρά  οικονομικούς λόγους. Υποθέτω ότι γιά όλους τους αναφερόμενους, όπως και γιά τη μεγάλη πλειοψηφία μίας ισορροπημένης και ευήμερης κοινωνίας, τέτοιες αμφιλεγόμενες ως ελεεινές πράξεις είναι αδιανόητες και συνηθίζουμε να αποφεύγουμε να φανταστούμε τον εαυτό μας στη θέση θύματος ανάλογων περιστάσεων. Το ίδιο θα πρέπει να συμβαίνει με τους τραπεζίτες και όλους τους διαχειριστές μίας… κεντρομόλου  οικονομίας. Αραγε, όλοι αυτοί θα μπορούσαν ποτέ να εγγυηθούν ότι το δεδομένο των  οικονομικών απαιτήσεων ή όρων αποτελεί μόνο το μέσον αποφυγής και όχι τον βασικό  συντελεστή κρουσμάτων όπως τα παραπάνω; Η πρόσφατη ιστορία και αφήγηση δεν φαίνεται να πιστοποιεί κάτι τέτοιο. Η οικονομία είναι ένας θεμιτός και αποτελεσματικός τρόπος οικοδόμησης ζωής και όχι το αντίστροφο. Δυστυχώς, όταν η οικονομία επιχειρεί τη φαστ τρακ υπονόμευση της ζωής, μοιάζει με έναν γέρο άνθρωπο που βιάζεται μην τυχόν αφήσει εκκρεμότητες πριν πεθάνει και ενώ όλα τα περασμένα γεγονότα, οι μνήμες και τα μαθήματα ζωής είναι θαμπά και ασαφή μέσα του λόγω χρονικής απόστασης. Αυτή η κατάσταση, σίγουρα δεν βοηθά στη κρίση του, αλλά μάλλον θέτει σε τετελεσμένη κρίση την αντίληψη που έχει γιά τον κόσμο.    


[i]  Italo Calvino, If On A Winter’s Night A Traveler, San Diego: Harcourt Brace Jovanovich Publishers, 1981, σελ. 147

[ii]  Alvin Toffler, Powershift, New York: Bantam Books, 1991, σελ. 50

[iii] Pierre Bourdieu, The Forms Of Capital. In: John G. Richardson (ed.) Handbook Of Theory And Research For The Sociology Of Education, New York: Greenwood Press, 1986, σελ. 241 – 258

Το Δώρο

Νερό,
Οτι συντηρεί ζωή,
Το βασικό στοιχείο,
Συστατικό κι’ αμνιακό υγρό
Καρδιάς φίλιας και ευγνώμονης.

Νύχτα γυάλινη
Ατάραχη
Σαν στάλα αποκρυσταλλωμένη
Στο ίσαλο το χρόνου.

Το κουτί:
Ένας ορθός, κοφτός, κολλαριστός
Φράκος
Σαν λεζάντα βραδινής δεξίωσης,
Ατυπη ρομπ ντε σαμπρ υποδοχής
Και σετ από πυτζάμες
Γιά να χωρούν τα όνειρα και οι ευχές μας.

Τα πέπλα του χιονιού
Γιά το δίπλωμα,
Αφού ένα δίπλωμα ακαδημαϊκό
Είναι ότι έχει απομείνει σε χαρτί
Μετά τη θύελλα της οικονομικής κρίσης
Και την έναρξη της εποχής του πλαστικού.

Ο παραδοσιακός,
Εορταστικός φιόγκος
Απιαστος.
Εστω κι’ αν
– με λίγη φαντασία –
μπορεί να γίνει ορατός,
καμωμένος
από τα δάκτυλα του αστεριού,
τις άκριες του φωτός του.

Ενας σπάγγος
Γιά να κρατά το δέμα σφιχτά.

Τι ειρωνεία!
Ενας σπάγγος…
Που αφού τελέσει την αποστολή του,
Τον αφαιρείς
Και τον πετάς παράμερα,
Οπως κάνουμε με όλους τους σπάγγους στη ζωή.

Βλάσσης Κοκκώνης
24/12/2012
Μοντρεαλ