Zeroville

Βλάσση Κοκκώνη

Tota

Στις μέρες μας, πολλοί άνθρωποι θα μπορούσαν να περιγράψουν τη ζωή σαν σπείρωμα που οδηγεί ιλιγγιωδώς σε όλο και πιό ολοκληρωτικούς τρόπους και σχέσεις. Η ψυχολογική υπερφόρτιση είναι τέτοια που, χωρίς μεγάλη περίσκεψη, υποχρεώνει τους ανθρώπους να κόψουν δρόμο, ζωές και ευκαιρίες υπό τη πρόφαση του αυστηρού ήθους και μίας σοφιστικής ερμηνείας περί κοινωνικής ευθύνης. Οι επικρατούσες απόψεις και στάσεις είναι μία αναστροφή προς παλαιότερες μορφές ειδεχθούς πατερναλισμού που φυσικά εκπορεύονται και στηρίζονται από ένα παγκόσμιο, συντηρητικό ελίτ λογικής και σκέψης. Οι ακόλουθοι αυτού του ελίτ, όπως θα έλεγε και ο ρομαντικός ποιητής Percy Bysshe Shelley, χρησιμοποιούν δυσανάλογα και παρατεταμένα το λογίζειν αντί του ποιείν. Αυτό, σύμφωνα πάντα με τον Σέλλεϋ, διακρίνει την αναλυτική λογική από τη δημιουργική φαντασία και ως εκ τούτου « Η λογική τηρεί τις διαφορές και η φαντασία τις αντιστοιχίες των πραγμάτων». Ενα τέτοιο αξίωμα παρεμβάλλεται και παρέχει ευλογοφανείς εξηγήσεις γιά μία απαισιόδοξη ή αισιόδοξη αντιμετώπιση της ζωής σε βραχυπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο επίπεδο. Αυτό επίσης σημαίνει ότι είτε η κοινωνία θα αφυπνιστεί γιά να σώσει τη παρτίδα, όπως προσπάθησε με διάφορες κατακτήσεις μέσα στις 2-3 δεκαετίες που ακολούθησαν τον Τελευταίο Παγκόσμιο Πόλεμο ή το αυταρχικό ελίτ θα φθαρεί από μόνο του και θα αποχωρήσει από τη σκηνή, αφοπλισμένο από κάθε είδους επιχείρημα και λογική. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η αλλαγή είναι αναπόφευκτη, οπότε δεν υφίσταται λόγος ανησυχίας αλλά μάλλον υπομονής.

Δυστυχώς, μία τέτοια αντίληψη είναι πολύ λανθασμένη. Η ανθρώπινη κοινωνία δεν είναι ο περιστασιακός, φιλόδοξος αρσιβαρίστας που υποχρεώνεται να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στο επιπλέον βάρος που προστίθεται στη μπάρα που πρέπει κάθε φορά να σηκώσει. Μία δημοκρατική κοινωνία δεν ελέγχει μόνο, αλλά και ελέγχεται γιά τις αποφάσεις της. Σε μία τέτοια κοινωνία, το δικαίωμα της πρώτης κατοικίας δεν μπορεί να καταντά θέμα διαπραγμάτευσης ή εκβιασμού. Οι άνθρωποι θα πρέπει να μπορούν να κινούνται άφοβα και ελεύθερα μέσα σε αυτή, χωρίς εμπόδια, ευτελείς ελέγχους, άσκηση σωματικής βίας και περιορισμούς γιά πολιτικούς ή άλλους ιδεολογικούς και θρησκευτικούς λόγους. Τα μέλη μίας τέτοιας κοινωνίας θα πρέπει αντιμετωπίζονται με βάση τη παραγωγική και όχι την ονομαστική τους αξία και επιφάνεια. Φυσικά, στις σημερινές κοινωνικές συνθήκες και στους συνταγματικούς χάρτες πολλών κρατών, όλα αυτά τα βασικά δικαιώματα παρουσιάζονται ως εγγυημένα μέχρι ενός σημείου αλλά όχι απόλυτα και όπως πρέπει γιά ένα πραγματικά δημοκρατικό πλαίσιο.

Θεωρητικά, όλα τα πολιτικά συστήματα μάχονται υπέρ ή δημαγωγούν περί δημοκρατίας. Η αδυναμία υλοποίησης μίας ικανοποιητικής τέτοιας, βρίσκεται στο γεγονός ότι οι απαιτούμενες πολιτικές αποφάσεις είναι έρμαιο ή γίνονται έρεισμα διάφορων οικονομικών συγκυριών. Μία τέτοια σχέση, προφανώς, δεν μπορεί να τους αφήσει όλους ευχαριστημένους. Ενα μέρος του πολιτικού κόσμου και της ευρύτερης κοινωνίας αισιοδοξεί ότι, έστω και υπό τοιαύτας συνθήκας, πάντα κάτι καλό γίνεται ή πρόκειται να γίνει. Υπάρχουν όμως και κοινωνικές τάξεις ή ομάδες που δεν διστάζουν να εκφράσουν φανερά τη δυσαρέσκεια τους ενάντια στις διάφορες απολυταρχικές μορφές και αξιώσεις. Τα παραδείγματα του φαντάσματος του ολοκληρωτισμού είναι πάμπολλα σε καθημερινή βάση. Τέτοιες περιπτώσεις συνιστούν τα φασιστοειδή ποσοστά των δημοσκοπήσεων, η υπέρμετρη αστυνόμευση στο όνομα της τάξης και του νόμου, το δυσκίνητο γραφειοκρατικό τέρας που υψώνεται αγέρωχο και αλαζονικό κάθε φορά που ο απλός και ανίδεος πολίτης ζητά την αρωγή του κ.ο.κ. Ισως, μέσα από τέτοιους τρόπους και συμπεριφορές, οι «φύλακες» να θέλουν να δείξουν ότι τα θεμέλια του συστήματος είναι πολύ γερά και διαθέτουν ανάλογες αντοχές. Μία τέτοια επίδειξη δύναμης έχει στόχο και είναι ικανή να τρομοκρατεί τον μέσο πολίτη και επιπλέον, να ενισχύει τη ψευδαίσθηση μίας γενικευμένης εξατομίκευσης των προβλημάτων και του «σώσων εαυτόν σωθήτω» σαν προτιμότερη λύση και διέξοδο. Ετσι, ο εξατομικευμένος τρόπος ζωής λειτουργεί ως φθοροποιός ουσία γιά ολόκληρο το δημόσιο φάσμα και παρ’ όλα τα κροκοδείλια δάκρυα, μία τόσο βολική αναπηρία είναι το ζητούμενο του συστήματος επειδή, ακριβώς, δεν επιθυμεί ή δεν γνωρίζει κανένα άλλο τρόπο ικανοποιητικής, κοινωνικής λειτουργίας. Ξέρει μόνο να λογαριάζει και όχι να ποιεί. Και η αλήθεια είναι πως λογαριάζει πολύ στο γρασάρισμα των γραναζιών του από εκείνους τους εξωγενείς παράγοντες που μπορούν και επιθυμούν να το κάνουν. Ολη αυτή η διαδικασία έχει κάτι που θυμίζει το παλιό συντηρητικό κλίμα στο τιμαριωτικό σύστημα ή, όπως θα λέγαμε αλλιώς, τη βυζαντινοποίηση της ζωής. Οι μορφές παραγωγής μπορεί να άλλαξαν και να μην υπάρχουν πλέον οι στρατιωτικές γαίες, οι γαιοχτήμονες και ο θεσμός των προνοιων, αλλά οι κοινωνικές σχέσεις διατηρούν ακόμη το άρωμα της φεουδαρχίας. Και γιατί όχι; Με την υπερθέρμανση της υδρογείου, όλο και κάποιοι πάγοι λιώνουν, φέρνοντας στην επιφάνεια ότι παλιό είχε θαφτεί κάτω από αυτούς!

Η ιεράρχηση των πραγμάτων έχει το σκοπό της και έτσι αποδίδει. Στημένη πάνω στη βασική αρχή μίας αυστηρά κάθετης λειτουργίας, ένας τέτοιος μηχανισμός μετατρέπει σχετικά απλά και εύκολα την πολιτική δύναμη σε οικονομικό κεφάλαιο και το αντίστροφο. Σε κάθε επίπεδο ενός τέτοιου μηχανισμού, υφίσταται ένας συγκεκριμένος βαθμός έμπρακτού δούναι και λαβείν με έντονα πελατειακά χαρακτηριστικά περιβεβλημένα μέσα στο νέφος μίας ιερής σχεδόν αφοσίωσης γιά τα ανώτερα κλιμάκια και τις όποιες υποχρεώσεις συνεπάγονται προς αυτά. Χωρίς να απειληθεί άμεσα το αίσθημα της οικονομικής ελευθερίας και άνεσης, ο πολίτης θα πρέπει να μάθει να προσφέρει, όχι γιά τον εαυτό του αλλά γιά εκείνους που του διασφαλίζουν έναν εθισμένο τρόπο ζωής. Με άλλα λόγια, ο αδύνατος θα πρέπει να πληρώσει γιά τη προστασία και εύνοια του δυνατού, γεγονός που δεν έχει καμία ουσιαστική διαφορά από την εποχή της φεουδαρχίας και που καταδεικνύει μία …εξέλιξη προς τα πίσω.

Η αλήθεια είναι ότι το 1% των ατόμων στη κορυφή της οικονομικής πυραμίδας, που κατέχει σχεδόν τον μισό πλούτο όλης της γης, δεν θα μπορούσε να βρίσκεται ποτέ εκεί χωρίς τη πολυπόθητη οικονομική ελευθερία και άνεση. Επιπλέον και επειδή, γιά τους κύριους αυτούς, ισότητα σημαίνει να έχουν έναν εθισμένο τρόπο ζωής όπως ακριβώς ακούγεται μόνο, αντηχεί και επιτρέπεται στα όνειρα όλων των υπόλοιπων ανθρώπων, δεν έχουν σκοπό να παραιτηθούν, να καταρρεύσουν ή έστω να επιτρέψουν κάποιους τζαμπατζήδες στους ιδιόκτητους χώρους τους και στα μέσα διακίνησης που δρομολογούν γιά τους υποτελείς τους. Απλώς, τα πράγματα θα πρέπει να παραμείνουν όπως τα έχουν σχεδιάσει και τα τρέχουν οι ίδιοι με τη στήριξη μερικών, πιστών, εκλεκτών και έμπιστων διανοουμένων. Ο υπόλοιπος κόσμος μπορεί να συνεχίσει να ονειρεύεται και να ατενίζει την άπιαστη γραμμή του μακρινού ορίζοντα. Το μάτι, λαγγεμένο σε τόσο φώς που δεν μπορεί να φτάσει, σαν άλλο ιστιοφόρο, δεν υπερίπταται ποτέ, βυθίζεται και αναπόφευκτα χάνεται πίσω από τη μακρινή ευθεία.

Φυσικά, τίποτα στάσιμο δεν μπορεί επιβιώσει αρκετά, αφού είναι φυσικός νόμος ότι ζωή είναι κίνηση. Ετσι λοιπόν, η μίζερη λογιστική και η περιοριστική στασιμότητα του οποιουδήποτε συστήματος λιτότητας δεν μπορεί να κρατήσει γιά πολύ καιρό. Ας μη ξεχνάμε ότι, η παρούσα περίοδος οικονομικής λιτότητας, προήλθε από έναν άνεμο εξορθολογιστικού προγραμματισμού μετά από μία χρηματοπιστωτική κρίση, την οποία ακολούθησε ένας σωρίτης δήθεν επαρκών εκτιμήσεων γύρω από τον υφιστάμενο κίνδυνο μίας παγκόσμιας, οικονομικής χρεωκοπίας. Με αυτή τη δικαιολογία, ακολούθησαν ποικιλα εκσυγχρονιστικά μέτρα προς αντιμετώπιση του διαφαινόμενου κακού. Θα πρέπει πλέον να έχει γίνει αντιληπτό σε όλους πως οι παράγοντες και η λογική των μέτρων που υποτίθεται ότι επιβάλλονται προς διασφάλιση της σταθερότητας του συστήματος, αποδείχτηκαν εν πολλοις ανίκανα να πείσουν ότι το μεταρρυθμιστικό τους πνεύμα είναι το αντίδοτο στη τρικυμία. Κάτω από το βάρος των καταστροφικών οικονομικών τους επιλογών και σε συνάρτηση με τις ξενές επιβουλές γύρω από τους φυσικούς ή άλλους πόρους, οι κυβερνήσεις των περισσότερων κρατών του κόσμου δεν φαίνονται να διαθέτουν το σθένος της προάσπισης των συμφερόντων του λαού, γενικά, αλλά ούτε και αυτές τις δημόσιες υπηρεσίες στις οποίες επαφίεται η ζωή και δική τους λειτουργία. Οι οικονομικοί κίνδυνοι, που επικαλέστηκαν ή ακόμη επικαλούνται, παραμένουν αξεπέραστοι αφού συνεχίζεται αμείωτα η επιβολή καινούργιων, δυσβάσταχτων μέτρων. Είναι λογικό λοιπόν, ότι μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, κοινωνικής δυσπιστίας και αβεβαιότητας, οι κυβερνήσεις δεν έχουν πλέον προς τα που να στραφούν, αλλά ούτε και πλήρωμα γιά να οδηγήσουν, με αποτέλεσμα τη προσφυγή κυρίως στην εσωστρέφεια, μνησικακία, αλαζονεια και οπωσδήποτε σε έναν μισητό αυταρχισμό.

Είναι αυτονόητο λοιπόν, αφού ο ασθενής δεν θεραπεύεται και ο γιατρός παραμένει ο ίδιος, ότι ο τελευταίος δεν πρόκειται ποτέ να καταφύγει σε κάποιο άλλο φάρμακο αλλά, τουναντίον, θα συνεχίσει να αυξάνει τη δόση του παλιού. Φυσικά, η λύση μίας στρατιωτικής δικτατορίας δεν εξυπηρετεί σε αυτές τις περιπτώσεις καθώς προϋποθέτει μία κλειστή εθνικά οικονομία και δεν συνάδει με το πνεύμα της σύγχρονης ασυδοσίας του διεθνούς κεφαλαίου. Ενα υβριδικό, φεουδοκαπιταλιστικό σύστημα ταιριάζει καλύτερα στις ανάγκες της σύγχρονης, μεγαλοεπιχειρηματικής τάξης συγκριτικά με όποιες άλλες εναλλακτικές λύσεις τυγχάνουν να παίρνουν σχήμα και όψη. Ενα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, που κοιτάει μόνο τη δουλειά του και τα στενά, προσωπικά του συμφέροντα, αντιπροσωπεύεται από εκείνον τον ανθρώπινο τύπο που βολεύεται εύκολα στη κάθε κατάσταση. Ετσι, πολλοί μπορεί να συμφωνούν ή να διαφωνούν ανάλογα με την περίσταση, αλλά ποτέ δεν είναι έτοιμοι να κάνουν το επόμενο, εξελικτικό βήμα. Ισως να εκπροσωπούν αυτό που ο κοινωνιολόγος Ζιλμπέρτο Φρέϋρε σημειώνει ως: «…ακαθόριστες εκφράσεις επαναστατικού μυστικισμού, μίας Μεσσιανικής πίστης, της ταυτοποίησης του λυτρωτή με τις μάζες που είναι έτοιμες γιά μία λύτρωση, μέσα από μία θυσία της ζωής ή της προσωπικής ελευθερίας. Ακόμη και σε τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχει μία αίσθηση μαζοχιστικού μιάσματος ή κατάλοιπου, που εκπροσωπεί όχι τόσο πολύ μία επιθυμία αναμόρφωσης ή επιδιόρθωσης συγκεκριμένων ελαττωμάτων του πολιτικού και οικονομικού μας συστήματος όσο μία σκέτη απόλαυση γιά το μαρτύριο, γιά να βρεθούν στη θέση του θύματος, σε σημείο να προσφέρουν τον εαυτό τους σαν άλλο νάμα.» Αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο σε συνδυασμό με το ψυχολογικά χριστιανικό υπόβαθρο, τη βασική αρχή λειτουργίας κάθε μηχανισμού εξουσίας και φυσικά, το πρόσχημα περί τήρησης νόμου και τάξης.

Παράλληλα, δεν θα πρέπει να κάνουμε το λάθος να πετάξουμε το μωρό μαζί με τα σαπουνόνερα. Με αυτό, εννοώ εκείνη τη γενική ιδέα που υφέρπει και απέκτησε περισσότερο έδαφος τα τελευταία χρόνια, ότι γιά όλα τα κακά στο σύγχρονο, παγκόσμιο, πολιτικό σύστημα, ευθύνονται οι δημόσιοι παραγωγικοί κλάδοι και τομείς της κοινωνίας. Το γεγονός ότι το δημόσιο μοιάζει σαν έναν άλλον μεγάλο ασθενή, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να επιταχυνθεί η μοιραία διαδικασία της ευθανασίας του. Ενας καλός ιατρός που έχει σεβασμό και συναίσθηση στον όρκο που έδωσε, δεν αποσκοπεί στη θανάτωση του σώματος, αλλά στη καταπολέμηση αυτών που το βασανίζουν. Ομως επίσης, στους προσκολλημένους στο γενικό χαλασμό του δημοσίου, τους διαφεύγουν δύο βασικά σημεία.

Πρώτον, ξεχνούν ότι γιά ιδεολογικούς ή πελατειακούς λόγους, συχνά δόθηκαν υπερεξουσίες αποφάσεων σε άτομα και όχι σε συλλογικούς φορείς, γεγονός που επιτάχυνε τη διαφθορά και τις καταστροφικές συνέπειες στους δημόσιους οργανισμούς και επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη, οι διοικητικοί τίτλοι δεν έκρυβαν μόνο τη γοητεία της ισχύος αλλά έναν υπαινιγμό επίσης και μία πρόσκληση στην αυθαιρεσία. Η κατάσταση εκτροχιάστηκε ακόμη περισσότερο με την επικράτηση της σφαλερής εντύπωσης περί δημοκρατίας που περιοριζόταν μόνο μέσα στο ίδιο παραδοσιακό δίπολο εξουσίας, λόγω έλλειψης δήθεν άλλης, σοβαρής, πολιτικής δύναμης και λύσης. Σε αυτή τη κατάσταση, αν προσθέσουμε τη στάση και τυφλή, ζημιογόνα πίστη πολλών συνδικαλιστών και άλλων εργαζομένων στη κάθε κομματική νομενκλατούρα, το αποτέλεσμα δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν, ενώ επιπλέον ενισχύει την άποψη περί μίας τιμαριωτικής ή τσιφλικάδικης νοοτροπίας.

Δεύτερον, ξεχνούν ότι το πρόβλημα δεν οφείλεται στη θεσμικότητα των διάφορων δημόσιων και δημοτικών οργανισμών, αλλά στις εξωτερικές επιβουλές γιά την εκμετάλλευση των λειτουργιών και οικονομικών πόρων τους. Πέρα από το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός δημοσίων υπαλλήλων διατηρεί ακόμη ικανότητες και ευσυνειδησία καθήκοντος, το γεγονός ότι το νερό, γιά παράδειγμα, θα περιέλθει στη διαχείρηση ιδιωτικών συμφερόντων, δεν θα το κάνει πιό φθηνό. Η ιδιωτική εταιρεία θα βρίσκεται εκεί πιό πολύ γιά το κέρδος παρά γιά τη διασφάλιση των υγειονομικών απαιτήσεων. Λογικά, δεν θα είναι τόσο κέντρο εξέτασης ποσιμότητας του ύδατος όσο καταναλωτικής παροχής του. Επιπλέον, ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο δεν μπορεί να ασχολείται με ανακαλύψεις δημοσίου συμφέροντος, αλλά μάλλον ενός κερδοσκοπικού τέτοιου. Ποιός άραγε πιστεύει και μπορεί να εγγυηθεί ότι αυτές οι νέες, ιδιωτικές υπηρεσίες δεν θα έχουν μία φεουδαλιστική αντίληψη λειτουργίας ή πως τα κριτήρια επάνδρωσης τους δεν θα είναι αρνητικά και ίσως με έναν πιό σκανδαλώδη νεποτισμό απ’ ότι το δημόσιο μας έχει συνηθίσει;

Η νοοτροπία που επικρατεί γενικά στη κοινωνία ήταν και παραμένει αυτή του ανταγωνισμού κάτω από κάποιους όρους. Δημόσιο ή ιδιωτικό, το σύστημα έχει ανάγκη από έμπειρους, χαρισματικούς αλλά και με προσωπικά ελαττώματα ανθρώπους ούτως ώστε να μπορεί να τους χειραγωγεί κατά βούληση. Η άνοδος του Χίτλερ από δεκανέα του γερμανικού στρατού στο αξίωμα του Φύρερ μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, αν δεν αποδεικνύει την άποψη μας τότε, τουλάχιστον, θα πρέπει να δημιουργεί κάποια ερωτήματα. Παγκοσμίως, στις περισσοτέρες περιπτώσεις δημόσιας αλλά και ιδιωτικής οργάνωσης, οκνηρά και ανίκανα στελέχη προσπαθούν να προσλάβουν, κυρίως άτομα χωρίς ιδιαίτερες προσωπικές φιλοδοξίες που θα συνεχίσουν έναν «δοκιμασμένο» παραδοσιακό τρόπο λειτουργίας αντί να τον αντικαταστήσουν ή να ριψοκινδυνέψουν οι ίδιοι σε πρόωρο παραμερισμό από τους …νεοσύλλεκτους. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που, σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα και τόπους παραγωγής, συνήθως επικρατεί ένα μείγμα ολιγαρχικών σχέσεων με λίγο κάτι τι δικτατορίας.

Το κριτήριο της επιτυχίας συνήθως συνδέεται με εξωτερικά και δήθεν αντικειμενικά επιβεβλημένους παράγοντες όπως, γιά παράδειγμα ποσοστώσεις, μετρικά συστήματα απόδοσης, οικονομικά αντικρίσματα και άλλες μεθοδους περιγραφικής ανάλυσης των εφέσεων και ικανοτήτων ενός ατόμου. Ολα αυτά αντιπροσωπεύουν υπολογισμένες προσπάθειες ενός εξωγενούς μέσου που έχουν ως σκοπό να παγιώσουν μία θεμιτή αντανάκλαση μέρους ή και ολόκληρου του χαρακτήρα σε αυτόν του εν λόγω μέσου που διενεργεί την έρευνα. Αυτό, ουσιαστικά, δίνει την ευκαιρία στον εξωτερικό παράγοντα να συγκρίνει τον βαθμό ομοιότητας μαζί του. Μία τέτοια εξοικείωση βοηθά στην εδραίωση ή όχι ενός συναισθήματος σχετικής συγγένειας, ασφάλειας και εμπιστοσύνης. Από τον βαθμό εξοικείωσης πηγάζει ανάλογα το αίσθημα της προσωπικής ικανοποίησης ή περιφρόνησης. Γεγονός που επεξηγεί την ικανοποίηση κάποιων κέντρων εξουσίας με κάποια άλλα αντίστοιχα. Επειδή όμως η δημοκρατία δεν εγγυάται πάντα τέτοιες ικανοποιητικές σχέσεις, αλλά περισσότερο το δημόσιο διάλογο γύρω από αυτές ή τις άλλες της περιφρόνησης, γι’ αυτό και έχει αναπτυχθεί η πολιτική των παρασκηνίων, των λόμπι, κλπ. Αυτή η τακτική οδηγεί αργά αλλά σταθερά στην υποβάθμιση κάθε μορφής κοινοβουλευτικής δραστηριότητας μέχρι τον αφανισμό της. Οταν τα κοινοβούλια και ο δημόσιος διάλογος πάρουν διακοσμητικό χαρακτήρα, η φεουδαλιστική νοοτροπία και στόχος αυτών των κέντρων θα γίνουν ακόμη πιό εξώφθαλμα.

Ο ίδιος ο νομοθετικός μας πολιτισμός, στον οποίον ατενίζουμε πάντα γεμάτοι ελπίδες, όνειρα και προσδοκίες, είναι βασισμένος και αναπτύσσεται γύρω από φεουδαλιστικά πρότυπα. Οι περισσότερες αποφάσεις και πορίσματα των δικαστικών οργάνων συχνά αναγκάζονται να συμβιβαστούν με τις απαιτήσεις και το ήθος της οικονομικής πραγματικότητας. Ολα τα επαγγέλματα και λειτουργήματα επιδέχονται κάποια μετεκπαίδευση ή διαρκή ενημέρωση γιά να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των καινούργιων ανακαλύψεων και της προόδου. Συχνά μου προκαλεί αμηχανία και ερωτηματικά το γεγονός ότι το σώμα και τα όργανα της δικαιοσύνης, ίσως το πιό σημαντικό κοινωνικό πεδίο, λειτουργούν κυρίως με γνώμονα το μεταγεγονός, το προηγούμενο, το δεδικασμένο. Θα τολμήσω να ισχυριστώ ότι, κατά μία έκφραση, αποτελούν τους άριστους των τεχνοκρατών. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κοινωνίες των κρατών της γης βρίσκονται στο έλεος των νομικών αντί των φυσικών προσώπων.

Ισως, το κάλυμμα του φέουδου, της εταιρείας ή του νομικού προσώπου να έχει τα πλεονεκτήματα του. Οι ακατανόμαστοι θα αυξηθούν. Τα υψηλόβαθμα, ακριβοπληρωμένα στελέχη δεν θα χαίρουν της δημοσιότητας και των κινδύνων που διατρέχουν τα ευτελή, πολιτικά πρόσωπα της εποχής μας. Αυτή η κατάσταση μπορεί να βοήθησει στη διάδοση ενός άνευ φραγμού σφετερισμού των εθνικών πόρων και ανθρωπινων δυνάμεων. Θα ανέβει ο πύχης των οικονομικών μεσιτειών, δωροδουλευτικών ανταλλαγμάτων και ποσοστώσεων όπως και οι βαθιές γονυκλισίες μπροστά σε ανώνυμους και επώνυμους άρχοντες. Ολα αυτά θα μπορούσαν να έχουν μία λογική εξήγηση μέσα στο πλαίσιο της φυσικής επιλογής γιά εξελικτικούς λόγους. Δεν αντιλαμβάνομαι όμως κάτι ανάλογο, αλλά μάλλον το φυσικό βάλτωμα ενός συστήματος που έχει ήδη δοκιμαστεί παλαιότερα. Ενα σύστημα που άλλαξε τη μορφή κοινωνικής παραγωγής αλλά όχι απαραίτητα και τις σχέσεις. Ενα σύστημα που θέτει ως στόχο τον πλουτισμό και σε απόδειξη της επιτυχημένης επιχειρηματικότητας του, έχει να επιδείξει μεγαλύτερη φτώχεια και υποτέλεια ως τελικό αποτέλεσμα παρά πλούτο.