Η αρχαία μεταλλευτική δραστηριότητα στο Λαύριο

Γεωγραφικός προσδιορισμός της Λαυρεωτικής

Η περιοχή της Λαυρεωτικής περιλαμβάνει μια έκταση 200 τ.χλμ., στο νοτιοανατολικό άκρο της Αττικής. Το φυσικό σύνορο το οποίο τη χωρίζει από τα Μεσόγεια είναι οι ορεινοί όγκοι της Μερέντας, του Ολύμπου και του Πανείου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο σχηματίζεται μια τοξοειδής πεδιάδα που ξεκινά από τον όρμο του Δασκαλειού Κερατέας (στα ανατολικά) και καταλήγει στον κόλπο της Αναβύσσου (στα δυτικά).
lavreotiki

Ενδιάμεσα σε αυτήν την περιοχή υπάρχουν τα υψώματα Μικρή και Μεγάλη Βίγλα, Μιχάλης και Σπιθαροπούσι που σχηματίζουν τις κοιλάδες της Αγριλέζας, των Μεγάλων Πεύκων, του Μπότσαρη και της Σούριζας. Στη νότια απόληξη της Λαυρεωτικής βρίσκεται το ακρωτήριο του Σουνίου το οποίο είναι το νοτιότερο άκρο της Αττικής. Το υπέδαφος της περιοχής αυτής αποτελείται κυρίως από μάρμαρο και σχιστόλιθο. Στις επαφές των στρωμάτων αυτών εντοπίστηκαν φλέβες αργύρου, μολύβδου και άλλων μεταλλευμάτων, τα οποία εξορύχθηκαν, κυρίως, κατά την αρχαιότητα. Οι πέντε σημαντικότεροι αρχαίοι δήμοι της Λαυρεωτικής ήταν η Αμφιτροπή (νοτιοδυτικά της σημερινής παλαιάς οδού Κερατέας-Λαυρίου), η Ανάφλυστος (σημερινή Ανάβυσσος), η Βήσα (στο σημερινό Δημολιάκι Κερατέας), ο Θορικός και το Σούνιο.

map-of-lavrion-2«Έναν ξεχασμένο κόσμο» αποκαλεί ο συγγραφέας του άρθρου Ελευθέριος  Ηλ. Καντζινος για την Αρχαία Λαυρεωτική. Η «Ελευθεροτυπία» το 2010 δημοσιεύει στη μέση της κρίσης την πρόταση εναλλακτικής καλοκαιρινής εξόδου των Αθηναίων «Περιήγηση στην πανάρχαια πόλη των μεταλλείων: Μείνατε στην Αθήνα; Γνωρίστε το Λαύριο«.
Η ιστορία της Λαυρεωτικής περιοχής είναι πανάρχαια. «Τα μεταλλεία του Λαυρίου είναι από τα αρχαιότερα στον ελλαδικό χώρο. Η έναρξη των δραστηριοτήτων εξόρυξης αργυρούχου μολύβδου ανάγεται στην 3η χιλιετία π.Χ. (στην περιοχή του Θορικού).» γράφει ο Κατζινος.
Όπως συμβαίνει σε κάθε τέτοια περίπτωση η μυθολογία είναι μέρος της ιστορίας της Λαυερεωτικής.

Γνωστός βασιλιάς του Θορικού ήταν ο Κέφαλος που σκότωσε κατά λάθος τη γυναίκα του Πρόκριδα, κόρη του Ερεχθέα, βασιλιά της Αθήνας, με ένα δόρυ που δεν έχανε ποτέ τον στόχο. Η Πρόκρις σύμφωνα με τον μύθο έφυγε στην Κρήτη και πήγε με τον Μίνωα. Αργότερα ξαναγύρισε στον Κέφαλο.
«Ιδιαίτερα η Κρήτη βασιζόταν στις θαλάσσιες επικοινωνίες για την πρόσβαση σταδιακά στα μέταλλα, τα οποία δεν διέθετε σε ικανές ποσότητες, και ήταν απαραίτητα για την αναπτυσσόμενη, ανακτορικού τύπου, οικονομία της. Τον χαλκό, τον άργυρο και τον μόλυβδο εισήγαγε πιθανώς από τις Κυκλάδες και το Λαύριο…» αναφέρουν πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη των νήσων του Αιγαίου.
3000 π.Χ.Ε. είναι η περίοδος της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, η περίοδος κατά την οποία η νεολιθική εποχή δίνει τη θέση της στην εποχή των μετάλλων.
Από άλλες πηγές γνωρίζουμε ότι ο Ερεχθέας I έδωσε την πολυουχία της πόλης του στην Αθηνά, η οποία ονομάστηκε έκτοτε Αθήνα και οι «Κεκροπίδες» ονομάστηκαν Αθηναίοι (κατ’άλλους ήταν ο Κέκροψ που διαιτήτευσε στον αγώνα μεταξύ Αθηνάς και Ποσειδώνα).

Ο Ακταίος θωρείται ο πρώτος βασιλιάς των Αθηνών, από το όνομα του οποίου ονομάστηκε η περιοχή «Ακταίο». (Υπάρχουν και άλλοι πρωτοβασιλιάδες πριν τον Ακταίο, ο Περίφας, βασιλιάς και ιερέας του Απόλλωνα, ο Πορφυρύων  και ο Ωγύγης ή Ώγυγος, επι της βασιλείας του οποίου έγινε στην περιοχή της Αττικοβοιωτίας ο πρώτος κατακλεισμός ( χρονολογείται  9500, 2136, 1793 π.ΧΕ, κατά αντίστοιχη σειρά από τους Πλάτων, και τους πολύ νεώτεους του Marcus Terentius Varro (116 BC – 27 BC), Africanus, Chronography, quoted in Eusebius, Praeparatio Evangelica).

Ο Κέκροψ Α’ (1556–1506 πΧΕ) παντρεύτηκε την Άγραυλο, μια από τις τρεις κόρες του Ακταίου,  και βασίλεψε στην Αθήνα. Ο Κέκροπας, σύμφωνα με την παράδοση ήταν μισός άνθρωπος και μισός φίδι, είχε πολλές διοικητικές ικανότητες και με τα τείχη προστάτευσε τους Αθηναίους από τις διάφορες επιδρομές. Ο Κέκροπας διαίρεσε τους κατοίκους της Αθήνας σε τέσσερις φυλές, που τις ονόμασε Κεκροπίς, Αυτόχθων, Ακταία και Παραλία, κάθε μια με περίπου είκοσι χιλιάδες κατοίκους. Σύμφωνα με τον Στράβωνα ο Κέκροπας χώρισε την Αττική σε 12 δήμους: Η Κεκροπία, η Τετράπολη, τα Επάκρια, η Δεκέκλεια, η Ελευσίνα, αι Αφίδναι, ο Θορικός, η Βραυρώνα, ο Κυθαιρώνας, ο Σφέτος η Κηφισιά, το Φάληρο. Σε κάθε έναν από αυτούς τους δήμους υπήρχε ένα χωριό ή κωμόπολη, με βωμούς στον πολυούχο θεό και μια δικαστική διοίκηση σύμφωνα με προκαθορισμένους νόμους. Εδραιώνεται η πατριαρχία.

Τον Κέκροπα διαδέχεται ο Κραναός (1506–1497 πΧΕ) , αφού ο Κέκροψ δεν είχε γιούς, ένας πλούσιος αθηναίος και ήρωας, που από τις παραδόσεις μπορούμε να συγκλίνουμε ότι ήταν στενός συνεργάτης του Κέκροπα. Ο Κραναός βασίλεψε την περίοδο του κατακλυσμού του Δευκαλίωνα, νυμφεύτηκε την Πεδιάδα και έκανε τρεις κόρες, μια από τις οποίες ήταν η Ατθίδα ή Αττική το όνομα της οποίας πήρε η περιοχή.

Ο Αμφικτύων (1497–1487 πΧΕ), αυτόχθων ή κατά άλλους γιος του Δευκαλίωνα, παντρεύτηκε μια κόρη του Κραναού και τον εκθρόνισε αργότερα. «Ο Κραναός αποσύρθηκε στον δήμο Λάμπτραι όπου και πέθανε· το ταφικό μνημείο του υπήρχε έως την εποχή του Παυσανία (2ος αι. μ.Χ.). Οι Αθηναίοι τον τιμούσαν ως ήρωα και από αυτόν ονομάζονταν Κραναοί, η πόλη τους Κραναά πόλις και η ακρόπολη Κραναά». «Την εποχή της βασιλείας» του Αμφικτύονα, «ήρθε στην Αθήνα η λατρεία του Διονύσου, που την έφερε κάποιος Πήγασος από τις Ελευθερές. Σύμφωνα με την παράδοση ο Αμφικτύωνας φιλοξένησε ο ίδιος το θεό και εκείνος του έμαθε να ανακατεύει το κρασί με το νερό. Η βασιλεία του Αμφικτύωνα δεν κράτησε πολύ, γιατί διοικούσε τόσο άδικα την πόλη, που ο λαός ξεσηκώθηκε εναντίον του. Αρχηγός της εξέγερσης ήταν ο Εριχθόνιος που έδιωξε τον Αμφικτύωνα από το θρόνο.» Διευρύνεται λοιπόν η καλλιέργεια και η Γεωργία επιδιώκει να επικρατήσει στην εξουσία σε σχέση με την ναυτηλία και την αλιεία. Έτσι ίσως, μπορεί να δικαιολογηθεί και η επικράτηση της Αθηνάς (ελιά-Γεωργία) στον αγώνα Αθηνάς-Ποσειδώνα (ενασχολήσεις με την θάλασσα).

Image result for Εριχθόνιος

Ο Εριχθόνιος (1487–1437 πΧΕ) ήταν επίσης αυτόχθων με θεϊκή καταγωγή, αυτή του Ήφαιστου. Το σπέρμα του Ήφαιστου έπεσε στο πόδι της Αθηνάς, σε μια επιδίωξη του Ήφαιστου να κάνει μαζί της έρωτα. Η Αθηνά πήρε μαλλί, σκούπισε το σπέρμα κα το πέταξε στη Γη. Η Γαία έμεινε έγκυος και παρέδωσε το παιδί στην Αθηνά η οποία το ανέθρεψε στον ναό της Ακρόπολης που αργότερα ονομάστηκε Ερεχθείο. Επί βασιλείας του αναβαθμίζεται η δύναμη της ναυτιλίας… ο Δαναός με τις 50 κόρες έρχεται με μια πεντηκόντορο που κατασκευάζεται για πρώτη φορά. Επί βασιλείας του επίσης, δημιουργήθηκαν οι 4 φυλές, ανάλογα με την καταγωγή της οικογένειάς και των προπατόρων: η Διάς, η Αθηναΐς, η Ποσειδωνιάς και η Ηφαιστιάς.
Για την εξέλιξη το αθηναϊκού κράτους  έχουμε και μια άλλη προσέγγιση, αυτή του Φ. Ένγκελς «Στους ηρωικούς χρόνους οι τέσσερις φυλές των Αθηναίων κατοικούσαν ακόμη σε χωριστά εδάφη στην Αττική. Ακόμη και οι δώδεκα φρατρίες που τις αποτελούσαν, φαίνεται να είχαν κι αυτές ξεχωριστές έδρες στις δώδεκα πόλεις του Κέκροπα. Το καθεστώς ήταν το ίδιο το καθεστώς των ηρωικών χρόνων: λαϊκή συνέλευση, λαϊκό συμβούλιο, βασιλιάς…
Το θαλάσσιο εμπόριο στο Αιγαίο Πέλαγος το αποσπούσαν όλο και περισσότερο από τους Φοίνικες και το μεγαλύτερό του μέρος έπεφτε σε αττικά χέρια. Με την αγορά και την πώληση της κτηματικής ιδιοκτησίας, με τον προοδευτικό καταμερισμό της εργασίας ανάμεσα στη γεωργία και τη χειροτεχνία, στο εμπόριο και τη ναυτιλία, ανακατεύτηκαν αναγκαστικά και πολύ γρήγορα τα μέλη των γενών, των φατριών και των φυλών. Στην περιφέρεια της φρατρίας και της φυλής εγκαταστάθηκαν κάτοικοι, που αν και ήταν από τον ίδιο λαό, ωστόσο δεν ανήκαν σ΄ αυτές τις ομάδες, ήταν δηλ. ξένοι στον τόπο της κατοικίας τους. Γιατί σε ειρηνικές εποχές κάθε φατρία και κάθε φυλή διαχειριζόταν μονάχη της τις υποθέσεις της, χωρίς να συμβουλεύεται το λαϊκό συμβούλιο ή τον βασιλιά στην Αθήνα. Οποιος όμως κατοικούσε στην περιοχή της φρατρίας ή της φυλής χωρίς ν΄ ανήκει σ΄ εκείνες, δε μπορούσε, φυσικά, να παίρνει μέρος σ΄ αυτή τη διοίκηση.»

Τον Εριχθόνιο διαδέχτηκε ο γιός του, Πανδίων Α’ (1437–1397 πΧΕ), από τον γάμο του Εριχθόνιου και της Ναϊάδας Πασιθέας (ή Πραξιθέας). Ο Πανδίων Α΄ , (ομώνυμος ήρωας της αττικής φυλής Πανδιονίς) νυμφεύτηκε την Ζευξίππη κι έκανε μαζί της δύο κόρες, την Πρόκνη και τη Φιλομήλα και δύο δίδυμα αγόρια, τον Ερεχθέα και τον Βούτη.

Μετά το θάνατο του Πανδίονα ο Βούτης και ο Ερεχθέας μοίρασαν την κληρονομιά. Ο Ερεχθέας (1397–1347 πΧΕ) κληρονόμησε το θρόνο, ενώ ο Βούτης έγινε ο ιερέας της Αθηνάς και του Ποσειδώνα, που ειδικά στην Αθήνα τον έλεγαν «Ποσειδώνα του Ερεχθέα».
Ο Ερεχθέας παντρεύτηκε την Πραξιθέα και απέκτησε μαζί της τρία αγόρια, τον Κέκροπα(;), τον Πάνδωρο και τον Μητίονα, και τέσσερα κορίτσια, την Πρόκριδα, την Κρέουσα, τη Χθονία και την Ωρείθυια.
Την Πρόκριδα νυμφεύτηκε ο Κέφαλος όπως αναφέραμε στην αρχή του άρθρου. Περνάμε δηλαδή σε μια εποχή που το εμπόριο και η ναυτηλία αναβαθμίζονται κοινωνικά και απειλούν την αποκλειστικότητα της εξουσίας από τους ευγενείς ιδιοκτήτες της γης, επιδιώκοντας την συμμετοχή, των ενασχολημένων με την ναυτηλία και το εμπόριο, στην εξουσία, σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό. Αίτια για αυτή την κοινωνική ανακατάταξη είναι η ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτηλίας αλλά και της παραχώρησης της γης σε περισσότερους ιδιοκτήτες, για να δίνονται περισσότερες οικονομικές δυνατότητες και να παραμένουν οι καλλιεργητές της γης, εφόσον το εμπόριο και η ναυτηλία προσέφεραν μεγαλύτερη ελευθερία και κέρδος. Ο Βούτης κλέβει την Ωρείθυια, την αφήνει έγκυο και γεννιέται η Χιόνη η οποία ζευγαρώνεται με τον Ποσειδώνα και γεννά τον Εύμολπο, τον οποίο σκοτώνει ο Ερεχθέας σε μάχη, κατά την οποία ο Εύμολπος απαιτεί τον θρόνο της Αθήνας. Ο Ερεχθέας φονεύεται κατ’ απαίτηση του ( ή από τον) Ποσειδώνα με την συγκατάθεση του Δία, ένδειξη σύσφιγξης σχέσεων των δυο φυλών που είδαμε να σχηματίζονται επί Εριχθονίου.
Μια μεγάλη κοινωνική ανακατάταξη παρατηρείται κατά την βασιλεία του Ερεχθέα κατά την οποία οι εκατέρωθεν οικονομικές ομάδες εμφανίζονται ισοδύναμες στις απώλειες των αποτυχημένων προσπαθειών εξόντωσης των αντίπαλων κοινωνικών ομάδων.

Το θρόνο ανέλαβε ο Κέκροπας Β’ (1347–1307 πΧΕ), μετά από την απόφαση του Ξούθου, έμπιστου μέλους της βασιλικής οικογένειας του Ερεχθέα (γαμπρός του Ερεχθέα από την Κρέουσα, κόρη του Ερεχθέα). Βασίλεψε, κατά την παράδοση 40 χρόνια.  Ο Πάνδωρος και ο Μυτίονας επιχείρησαν να εκθρονίσουν τον Κέκροπα Β΄.
Σχετικά με τον Κέκροπα Β’ υπάρχουν σύγχρονοι μελετητές που ερμηνεύουν τις ιστορικές πληροφορίες ως αμφιλεγόμενες, χωρίς λεπτομέρειες για την βασιλεία του. Θεωρούν, λοιπόν, ότι μπορεί να αποτελεί μια εφεύρεση των ιστορικών για να καλύψουν μια περίοδο ανάμεσα στον Κέκροπα Ι και τον Τρωϊκό Πόλεμο.

Τον θρόνο παίρνει ο Πανδίων Β΄(1307–1282 πΧΕ), που σύμφωνα με τον Απολλόδωρο ήταν γιος του Κέκροπα Β΄. Ο Κέκροπας Β΄εξορίζεται στην Αιγιαλία όπου και πεθαίνει. Την βασιλεία του Πανδίονα Β’ απειλούν τα παιδιά του Μυτία και τον αναγκάζουν να καταφύγει στα Μέγαρα επί βασιλέως Πύλα, νυμφεύεται την κόρη του, Πυλία, και κάνει τέσσερεις γιους » Αἰγεὺς Πάλλας Νῖσος Λύκος«.

Ο Αιγέας (1282–1234 πΧΕ) ανακαταλαμβάνε την βασιλεία στην Αθήνα και κατά την βασιλεία του συγκρούεται με τον Μίνωα, στον οποίο υποχρεώνεται να στέλνει 7 νέους και 7 νέες στην Κρήτη, όπου τους κατασπάραζε ο Μινώταυρος. Τον φόρο αυτό τον καταργεί ο γιος του Αιγέα Θησέας, από την Αίθρα, κόρη του βασιλιά της Τροιζηνίας. Ο Αιγέας αυτοκτονεί από το Σούνιο, βλέποντας τα μαύρα πανιά στο πλοίο του Θησέα που γύριζε από την Κρήτη.

4. Ο Θησέας χαιρετά το θνητό πατέρα του Αιγέα, ενώ η µητέρα του, η Αίθρα, τον χαϊδεύει στο πηγούνι. Ο θεϊκός πατέρας του Θησέα, ο Ποσειδώνας, τους παρακολουθεί. Από αρχαίο ελληνικό αγγείο.

Ο Θησέας (1234–1205 πΧΕ) διαδέχεται τον πατέρα του στον θρόνο της Αθήνας. Εκτός από τις ηρωϊκές του περιπέτειες, ήταν ο βασιλιάς που θεμελίωσε το μεγαλείο των Αθηνών ενώνοντας τους δήμους της Αττικής, γεγονός του οποίου την ανάμνηση εόρταζαν οι Αθηναίοι στις 16 Εκατομβαιώνος με τα «Συνοίκια» ή «Συνοικέσια». Ο Θησέας διαίρεσε τους πολίτες σε τρεις τάξεις: στους ευγενείς, στους κτηματίες και στους δημιουργούς (χειρώνακτες και τεχνίτες).

Η περιοχή της Λαυρεωτικής αποτελούσε τον πυρήνα της κοινωνικής εξέλιξης της Αττικής. Η παραγωγή ορυκτού πλούτου δημιοργούσε μια νέα κοινωνική συνείδηση. Η συνείδηση αυτή διευρυνόταν με την πάροδο των χρόνων με αρνητικές επιπτώσεις στις διοικητικές δομές των φρατριών και των φυλών όπου η οικογενειοκρατία και η γαιοκτημονία κυριαρχούσαν, αλλά δημιουργικές δομές για την κοινωνία. Οι Έμποροι και οι τεχνίτες που εξασφάλιζαν την δύναμη των ηγεμόνων, αφενός με την οικονομική συνδρομή αφετέρου με την παραγωγή περισσότερων και αποτελεσματικότερων όπλων, έφθασαν στο σημείο να χρησιμοποιήσουν τα ωφέλη αυτά για τους εαυτούς τους και την τάξη τους. Η ένωση των κατοίκων της Αττικής σε μια ομοσπονδία με την επωνυμία «Αθήναι» αναδεικνύει την υπεροχή της πόλης, στην ευρύτερη ελληνική γη. Η βασιλεία του Θησέα συνδέεται με την αμυντική ικανότητα της πόλης αλλά και την επιρροή στις άλλες πόλεις. Οι άθλοι του, αφενός εξασφαλίζουν την ασφάλεια στους εμπορικούς δρόμους, αφετέρου εξουδετερώνουν την επιθετικότητα των Κρητών, φτάνοντας μέχρι την Θεσσαλία και… τον Άδη, απ’όπου τον σώζει ο Ηρακλής, σύμβολο δύναμης των Πεισιστρατιδών. Σε αντίθεση ο Κλεισθένης θα αναδείξει ως σύμβολο δύναμης των εκμεταλευομένων τάξεων, τον Θησέα. Ο Θησέας γυρίζει στην Αθήνα, μετά από τις «εκστρατείες» του και βρίσκει μια πόλη βουτηγμένη στη διαπλοκή και τη διαφθορά. Αυτοεξορίζεται στην Σκύρο, όπου τον δολοφονεί (ο εκπρόσωπος του παλαιού κατεστημένου που προσπάθησε ο Θησέας να αλλάξει), ο βασιλιάς Λυκομήδης.

Βασιλιάς της Αθήνας ήταν ο Mενεσθέας (1205–1183 πΧΕ) ο οποίος συμμετείχε και στον Τρωϊκό Πόλεμο. Πήρε τον θρόνο κατά την απουσία του Θησέα. Ο μύθος αναφέρει ότι τον έβαλαν οι Διόσκουροι, αφού λευτέρωσαν την αδελφή τους Ελένη (την γνωστή Ωραία Ελένη) που την είχε απαγάγει ο Θησέας. Διανύουμε μια περίοδο 1300πΧΕ μέχρι 1100πΧΕ, κατά την οποία καταρρέει η εποχή του Χαλκού και μπαίνουμε στην περίοδο του Σιδήρου που οδηγεί σε νέες βίαιες επιδρομές και επεκτατικές εξορμήσεις.
Dioscuri & Giants | Attic red figure vase painting

Τον Μενεσθέα διαδέχτηκε ο γιος του Θησέα και της Φαίδρας, Δημοφών (1183–1150 πΧΕ), πολεμιστής και αυτός στην Τροία, λέγεται δε ότι ήταν και μέσα στον Δούρειο Ίππο (ίσως με τον Μενεσθέα). Δεν γνωρίζουμε τις ακριβείς συνθήκες, αλλά γνωρίζοντας ότι ο Τρωϊκός πόλεμος κράτησε 10 χρόνια, δεν θα ήταν παράξενο να ανέλαβε την βασιλεία, αφού ο Μενεσθέας έφυγε για την Τροία, και ο Δημοφών να αναχώρησε αργότερα.

Ο Δημοφών μαλλον δεν επέστρεψε στην Αθήνα, και την βασιλεία ανέλαβε ο γιός του Οξύντης (1150–1136 πΧΕ) ο οποίος την παρέδωσε στους γιους του Αφείδα (1136–1135 πΧΕ) (που βασίλευσε για έναν χρόνο) και Θυμοίτη (1135–1127 πΧΕ), τον οποίο σύμφωνα με τον Παυσανία εκθρόνησε ο Μέλανθος (1126–1089πΧΕ), πρώην βασιλιάς της Πύλου, Μεσσηνίας.
Image result for δημοφών

Ο Μέλανθος κατέφυγε στην Αθήνα μετά την κάθοδο των Δωριέων («επιστροφή των Ηρακλειδών»). Ήταν από το γένος του Νηλέα, γιου του Ποσειδώνα. Όπως γνωρίζουμε, στην Αθήνα κυριάρχησαν οι υποστηριχτές της «Αθηνάς», χωρίς όμως να μην έχουν οι εκπρόσωποι του «Ποσειδώνα» σημαντική παρουσία. Κατά μια εκδοχή, ακόμη και ο Θησέας ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Αίθρας. Η εξουσία στα χέρια των φιλο-ποσειδωνίων δεν ήταν, κατά συνέπεια, εχθρική.
Image result for μελανθος
Από την δυναστεία του Μέλανθου τον διαδέχτηκε στον θρόνο της Αθήνας ο Κόδρος (1089–1068 πΧΕ) ο οποίος κατά την παράδοση θυσιάστηκε για να σώσει την Αθήνα από τους Δωριείς (γνωρίζοντας ότι ο χρησμός των Δελφών προέβλεπε νίκη των Δωριέων αν σωθεί ο βασιλιάς της Αθήνας).

Μετά την θυσία του Κόδρου, καταργήθηκε η βασιλεία ως «υπέρτατη τιμή προς τον Κόδρο», με το επιχείρημα ότι κανείς δεν θα μπορούσε να γίνει καλλίτερος βασιλιάς. Αι Αθήναι υπεισέρχονται στην περίοδο των Επώνυμων Αρχόντων. Από τους πλέον γνωστούς είναι ο Πεισίστρατος, ο Δράκων, ο Σόλων, ο Κλεισθένης, ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης, κ.ά.

Η Πολιτική ενοποίηση της Αττικής και η διαμόρφωση της πόλης-κράτους της Αθήνας φαίνεται ότι έγινε σταδιακά και ολοκληρώθηκε το 700 π.Χ.
Ο Δήμος Θορικίων ανήκε στην Ακαμαντίδα Φυλή, οι δε δημότες του Θορικού, οι Θορίκιοι, ήσαν ελεύθεροι πολίτες της πόλης-κράτους των Αθηνών και ονομάζονταν με το κοινό όνομα του άστεως, Αθηναίοι.

Στις πλαγιές του λόφου Βελατούρι στο Θορικό υπάρχει στοά μεταλλείου που χρονολογείται γύρω στο 2500 π.Χ, ενώ λιθάργυροι, προϊόντα δηλαδή της καμίνευσης του αργυρούχου μολύβδου, βρέθηκαν σε εγκατάσταση των προϊστορικών χρόνων στην κορυφή του λόφου.
Αρχικά ο εντοπισμός κοιτασμάτων του αργυρούχου μολύβδου έγινε στην επιφάνεια του εδάφους σε διάφορα σημεία της Λαυρεωτικής. Ακολουθώντας τα κοιτάσματα αυτά αναγκάστηκαν να προχωρήσουν και στο υπέδαφος ανοίγοντας βαθιές στοές. Πέρασαν χιλιάδες χρόνια προσπάθειας και πειραματισμών για να φτάσουν στις μεγάλες τεχνικές εφευρέσεις του 6ου και 5ου αι. π.Χ. Τα φημισμένα μεταλλεία αργύρου του Λαυρίου υπήρξαν  πηγή πλούτου για την Πόλη των Αθηνών.

Μία από τις δώδεκα αρχαίες πόλης της Αττικής, πήρε το όνομά της από τον ήρωα Βραύρωνα, και είχε για καμάρι της το ιερό της Βαυρωνίας Αρτέμιδος, ένα από τα αρχαιότερα και σπουδαιότερα ιερά της Αττικής. Ο θρύλος θέλει το ιερό να φιλοξενεί το άγαλμα της θεάς που έφεραν κατ’ εντολή της Άρτεμης ο Ορέστης και η Ιφιγένεια από την Ταυρίδα.

Στα τέλη του 7ου και του 6ου αιώνα π.X. αρχίζει η ανάπτυξη της νομισματοκοποίας και το ασήμι είναι περιζήτητο. Το ασήμι του Λαυρίου χρησιμοποιείται για τα νομίσματα της Αθήνας, ενώ μέρος από τα έσοδα των μεταλλείων μοιράζεται στους πολίτες.  Όταν ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Αθηναίους, ότι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσουν την περσική απειλή, ήταν ο ισχυρός στόλος, αυτοί δέχθηκαν να παραχωρήσουν το μερίδιό τους για την ναυπήγηση πλοίων. Έτσι η μεγάλη νίκη του 480 π.Χ. στη Σαλαμίνα οφείλεται, σε μεγάλο μέρος, στο ασήμι του Λαυρίου.

«Η συστηματική εκμετάλλευση του υπεδάφους ξεκίνησε επί των ημερών του μεγάλου Αθηναίου νομοθέτη Κλεισθένη (508-507 π.Χ.E). Η Λαυρεωτική υπήρξε η σημαντικότερη πλουτοπαραγωγός περιοχή της κλασικής Αθήνας. «Συμμετείχαν στήν εξόρυξη επιχειρηματίες και εργαζόμενοι με διαφορετικές ειδικότητες. O χώρος του μεταλλείου δηλωνόταν επί τόπου με την τοποθέτηση μιας λίθινης πλάκας ή με επιγραφή στα βράχια, όπου χαραζόταν το όνομα του επιχειρηματία. O αριθμός των   μεταλλείων   έφτασε τον 4ο αι. π.X. τα 100 και των εργαζομένων  τις 4000.  H τήρηση της νόμιμης διαδικασίας στην παραχώρηση και εκμετάλλευση των μεταλλείων καθώς και στην απόδοση των εσόδων  που αναλογούσαν  στο κράτος, εξασφαλιζόταν με τους μεταλλικούς νόμους και τη λειτουργία του μεταλλικού δικαστηρίου». Ο τόπος αυτός έβριθε από ζωή, λόγω των μεταλλείων, των ιερών πανελλήνιας εμβέλειας και της πολιτιστικής ακτινοβολίας του θεάτρου στον Θορικό. Στη Λαυρεωτική αναπτύχθηκαν πέντε δήμοι, του Θορικού, του Σουνίου, της Βήσσας, της Αμφιτροπής και της Αναφλύστου. Κατάλοιπα αυτών των δήμων, οικισμοί, αγορές, νεκροταφεία, ιερά, δρόμοι, σώζονται σε όλη την περιοχή και μας δίνουν πολλά στοιχεία για τη χωροταξική διάρθρωση, την καθημερινή ζωή, τις οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες των κατοίκων.

Στην Αγριλέζα βρίσκονται τα λατομεία από τα οποία εξορύχθηκε το μάρμαρο για την οικοδόμηση του ναού του Ποσειδώνα στο Σούνιο. Στην ίδια περιοχή υπάρχουν μεγάλες αγροικίες με πύργους των πλουσίων γαιοκτημόνων του Σουνίου. Με τα μεταλλεία συνδέεται το Σούνιο με τα μεγάλα ιερά του Ποσειδώνα και της Αθηνάς. Το όνομα Σούνιον είναι πολύ σπάνιο και προέρχεται από παλαιότερους τύπους του ρήματος «σώζω» με την έννοια του φυλάσσω, διασφαλίζω, μια ιδιότητα που αποδίδεται σε μια θέση σημαντική για την ασφάλεια των θαλάσσιων μετακινήσεων, αλλά και για την προστασία της ενδοχώρας της μεταλλοφόρας Λαυρεωτικής και εκφράστηκε με την εγκαθίδρυση λατρείας στον χώρο αυτό από την απώτερη αρχαιότητα.

Tο ακρωτήριο του Σουνίου είναι ένας απόκρημνος βράχος που υψώνεται εξήντα μέτρα πάνω από την θάλασσα. Ως ιερός τόπος αναφέρεται για πρώτη φορά στα ομηρικά έπη. Στο ταξίδι της επιστροφής από την Τροία, ο κυβερνήτης του πλοίου του βασιλιά Μενέλαου της Σπάρτης, Φρόντις Ονητορίδης, πεθαίνει χτυπημένος από τα βέλη του θεού Απόλλωνος και η ταφή του γίνεται στο Σούνιο. Υπαίθρια λατρεία υπάρχει στο χώρο αυτό από τους μυκηναϊκούς χρόνους. Γύρω στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. στην κορυφή του ακρωτηρίου στήθηκαν τέσσερεις κολοσσιαίοι μαρμάρινοι κούροι, που ήταν ορατοί από τους ναυτικούς και τους ταξιδιώτες που περνούσαν από το Σούνιο ταξιδεύοντας στο Αιγαίο. Ήταν προσφορές πλούσιων πλοιοκτητών και ναυτικών αλλά και κατοίκων του Σουνίου στον Δία και τον Ποσειδώνα, το θεό που εξουσίαζε την θάλασσα. Στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. άρχισε η οικοδόμηση μεγάλου μαρμάρινου δωρικού ναού αφιερωμένου στον Ποσειδώνα, πάνω στα θεμέλια παλαιότερου πώρινου ναού που καταστράφηκε από τους Πέρσες στην κάθοδό τους προς την Αττική. Η γλυπτή διακόσμηση του ναού είχε θέματα από την Κενταυρομαχία και την Γιγαντομαχία.

Μετά τον 4ο αι. π.Χ. αρχίζει η παρακμή των μεταλλείων που ακολουθούν την πορεία της πόλης των Αθηνών. Εγκαταλείπονται και συνεχίζονται μόνο μικρές εργασίες εξόρυξης και επεξεργασίας μέχρι και τον 6ο-7ο αι. μ.Χ. Στο Λαύριο υπάρχει μεγάλος οικισμός την εποχή αυτή, όπως αποδεικνύεται από την παλαιοχριστιανική βασιλική σε ψηλό λόφο κοντά στην θάλασσα και από μεγάλο νεκροταφείο στην Πάνορμο. Ασήμι από το Λαύριο χρησιμοποιήθηκε και στο ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Την εποχή της τουρκοκρατίας η περιοχή παρακμάζει.

«Η φθίνουσα πορεία του Λαυρίου ως χώρου μεταλλευτικών και μεταλλουργικών δραστηριοτήτων περισφίγγει φυσικά και τον Θορικό, ο οποίος σταδιακά εγκαταλείπεται. Το 2ο μ.Χ. αιώνα, ο Θορικός είχε παρακμάσει εντελώς. Το 40 μ.Χ. ο Πομπώνιος Μέλα θα γράψει: Θορικός και Βραυρών που ήταν κάποτε πόλεις και τώρα είναι ονόματα«.

Στο ένθετο παρουσιάζονται οι μεταλλευτικές εγκαταστάσεις  και η διαδικασία εξόρυξης και εκμετάλλευσης του ορυκτού πλούτου της περιοχής, από την εργασία της κ. Κων/νας Τσαΐμου. Λόγος &Εικόνα: Αραχαία μεταλλευτική και μεταλλουργία

Άλλες πηγές και αποσπάσματα εισήχθησαν από:
http://www.theoi.com/
https://books.google.ca/books?id=KH4T9CBXwEEC&pg=PA48&redir_esc=y#v=onepage&q&f=false
http://www.bbem.edu.gr/lavreotiki/index.html
http://www.in2life.gr/escape/weekend/article/290599/ta-arhaia-axiotheata-ths-athhnas-poy-den-xerate.html

Advertisements