Αντιμνημόνιο, χρεοκοπία και το καθήκον της Αριστεράς.

Σύγχιση, πίκρα, αστάθεια. Η Αριστερά καταρέει για δεύτερη φορά. Ο ιστορικός ρόλος της Αριστεράς αναβάλλεται για το… μέλλον;

Αν την πρώτη φορά η Αριστερά δεν γνώριζε την Συμφωνία της Γιάλτας, ή αν μερικοί προσποιήθηκαν ότι δεν την γνώριζαν·  αν οι περισσότεροι με πατριωτικό συναίσθημα πλήρωσαν με τη ζωή τους ένα, εκ των προτέρων, χαμένο όνειρο· αν οι πολιτικές επιλογές χειροτέρευσαν τις συνθήκες και τα επακόλουθα της ήττας του ΕΑΜ· αν τέλος το κίνημα της Αριστεράς πλήρωσε με υπέρμετρες θυσίες, ήταν γιατί το δίκαιο απέναντι στην ντόπια χυδαία ελληνική αστική τάξη ήταν προμήθειο. Με αυτό το Δίκαιο, η Αριστερά συσπείρωσε υγειείς πνευματικές δυνάμεις, ενέπνευσε λογοτέχνες, συνθέτες, ηθοποιούς, αλλά και οικονομολόγους, πολιτικούς επιστήμονες, διανοητές από κάθε σοκάκι της ζωή. Η χυδαία ελληνική αστική τάξη, άξια κληρονόμος του δεσποτισμού των προηγούμενων γενιών, κοτζαμπάσηδων και δεσποτάδων, έχει χάσει την πνευματική ηγεμονία της χώρας. Τα όνειρα για μια καλλίτερη ζωή, δεν συνάδουν με τη διαφθορά, τη διαπλοκή, τις πελατειακές σχέσεις. Τα όνειρα ακολουθούν, όχι τους νόμους των ανθρώπων αλλά, τους νόμους του ΑΝΘΡΩΠΟΥ.

Η κληρονομιά της χυδαίας ελληνικής αστικής τάξης προέρχεται από την ισοπέδωση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμιού από την ελληνική ορθόδοξη εκκλησία, η οποία εκυριάρχησε στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της βυζαντινής περιόδου. Όλα τα συγγράμματα εξαφανίστηκαν, οι ναοί γκρεμίστηκαν και νέοι ορθόδοξοι ναοί κτίστηκαν στη θέση τους, ο Ιουλιανός θεωρήθηκε «παραβάτης» εξαιτίας της πολιτικής να επαναφέρει τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό (όσο παράλογο και αν ήταν το επιχείρημα επιστροφής στο παρελθόν, παραβατικό ήταν γιατί μόνον παρέβαινε τους χρισταιανικούς νόμους και την χριστιανική κυριαρχία, την εκκλησιαστική εξουσία), οι ολυμπιακοί αγώνες καταργήθηκαν και γενικώς έσβησε κάθε ίχνος της κάποτε κραταιάς ελληνικής περιόδου στην Μεσόγειο. Οι κατακτητές της ελληνικής επικράτειας, προφανώς συμπεριφέρθηκαν ως τέτοιοι, για να εξυπηρετήσουν τα σμφέροντά τους, με κυρίαρχη την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία χρησιμοποίησε τους εκπροσώπους της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας και τους αυτόκλητους, στις περισσότερες περιπτώσεις, γόνους βυζαντινών, μεγαλοκληρούχους, ως βαλβίδες ασφαλείας ενάντια σε αντιρρήσεις, διαμαρτυρίες, διαφωνίες, εξεγέρσεις αλλά και ως φίλτρα για την επιλογή των κατάλληλων που διεκρίνονταν για την ευφυΐα τους αλλά και την υποταγή τους στην «Πύλη», για να προωθηθούν σε ανάλογες δημόσιες θέσεις. Αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά σε όλους μας. Εξ άλλου η λέξη «ραγιαδισμός» εμπεριέχει όλη την υποχρεωτική «υπακοή» και την εφαρμογή των κατοχικών οθωμανικών νόμων, από τους οποίους επωφελούνταν οι κοτζαμπάσηδες και οι δεσποτάδες, διαμορφώνοντας μια ξεχωριστή τάξη οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ηγεμονίας, πάντα υπό την αιγίδα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είχαν τόσο οθωμανοποιηθεί, που εκτός από τις πλουμιστές ενδυμασίες, είχαν υιοθετήσει και τις συνήθειες των κατακτητών και απαιτούσαν από τους «ραγιάδες» να τους φιλούν το χέρι ή τα ακριβά ρούχα όποτε  έπρεπε να τους συναντήσουν για κανένα… χατήρι.

Η Επανάσταση δημιουργούσε ένα κενό εξουσίας και φυσικά οι κοτζαμπάσηδες και οι δεσποτάδες δεν είχαν τον παραμικρό ενδοιασμό για το ποιός θα πρέπει να καταλάβει αυτό το κενό εξουσίας… οι ίδιοι. Γι αυτό και οι συγκρούσεις κοτζαμπάσηδων-καπεταναίων αλλά και κοτζαμπάσηδων Πελοποννήσου-κοτζαμπάσηδων Ρούμελης, με τους καπεταναίους άλλοτε να συντάσσονται με τους μεν κι άλλοτε με τους δε, πάντα κατέληγαν σε συμφωνία και «ενότητα για το καλό του έθνους», μόλις οι κοτζαμπάσηδες κατοχύρωναν τα συμφέροντά τους. Εξ άλλου, η επανάσταση μέχρι το 1824, όσο δηλαδή οι νίκες εντός, και το «ελληνικό ζήτημα» στην Ευρώπη αποκάλυπταν μια πορεία, που οδηγούσε στη δημιουργία του ελληνικού κράτους, και παγιοποιήθηκε η κατάσταση με τη ναυμαχία του Ναυαρίνου (1827),  δημιούργησε ορισμένα χρέη και το «νεο»-σύστατο κράτος χρειαζόταν δανεικά για να ξεκινήσει την λειτουργία του.
Γράφει το στέλεχος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οικονομολόγος-ιστορικός Θωμάς Παπακωνσταντίνου

Στις 8 Φεβρουαρίου 1824 η κυβέρνηση του Γ.Κουντουριώτη  συμφώνησε στο Λονδίνο με τον τραπεζικό οίκο “Λόφναν και Υιος και Ο’Μπράϊαν” το πρώτο δάνειο της ανεξαρτησίας ύψους 800.000 λιρών στερλινών.Το δάνειο αυτό κλείστηκε στο 59%, και η  κυβέρνηση θα εισέπραττε 472.000 λίρες στερλίνες,  ενώ θα πλήρωνε στους τραπεζίτες τοκοχρεολύσια επί ολοκλήρου του ποσού των  800.000 λιρών στερλινών. Τελικά η κυβέρνηση  εισέπραξε σε μετρητά μόνο 298.726 λίρες στερλίνες.Στις 7 Φεβρουαρίου 1825 η κυβέρνηση του Κουντουριώτη συμφώνησε στο Λονδίνο με τον τραπεζικό οίκο των “αδελφών Ρικάρντο” το β΄δάνειο της ανεξαρτησίας ύψους 2.000.000 λιρών στερλινών.Το δάνειο αυτό κλείστηκε μόνο στο 55 ½ % και η κυβέρνηση θα εισέπραττε 1.110.000 λίρες στερλίνες. Τελικά η κυβέρνηση  εισέπραξε  σε μετρητά μόνο 232.558 λίρες στερλίνες.Τα δάνεια της ανεξαρτησίας  σπαταλήθηκαν από τους τραπεζίτες του Λονδίνου, τους ναυπηγούς της Νέας Υόρκης και από την παράταξη των Κουντουριώτη-Μαυροκορδάτου-Κωλέττη για να νικήσουν τους αντιπάλους τους στους δύο Εμφυλίους Πολέμους κατά τη διάρκεια της επανάστασης  του 1821. Τα δάνεια της ανεξαρτησίας σταμάτησαν να εξυπηρετούνται στα 1827…

Δηλαδή μόνον το 19% έφτασε στην Ελλάδα σε μετρητά.

Ο αστικός τύπος επίσης είναι αποκαλυπτικός. Γράφει ο Γ.Π. Μαλούχος στο ηλεκτρονικό ΒΗΜΑ:
«Η πτώχευση ίσως συνδέεται ακόμη και με τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου που έγινε την ίδια χρονιά (σ.σ. 20 Οκτωβρίου 1827) έπειτα από μυστική συμφωνία των Μεγάλων Δυνάμεων, που έτσι διέσωσαν την ελληνική επανάσταση οδηγώντας τελικά στη δημιουργία κράτους, από το οποίο και θα μπορούσαν κάποτε να εισπράξουν… Και πράγματι εισέπραξαν. Εισέπραξαν μάλιστα τόσο πολύ που το 1843 οδήγησαν στη δεύτερη πτώχευση. Αφού το Λονδίνο και το Παρίσι πρώτα αρνήθηκαν να δανείσουν στον (κατ΄ αυτούς ρωσόφιλο) Ιωάννη Καποδίστρια (ο οποίος, για να κάνει το κράτος να λειτουργήσει, έβαλε χρήματα από την προσωπική του περιουσία και εξέδωσε τα πρώτα ακάλυπτα ελληνικά χαρτονομίσματα), στη συνέχεια δάνεισαν στον Οθωνα 60 εκατ. φράγκα, από τα οποία τα 33 εκατ. πήγαν αμέσως για την αποπληρωμή των «Δανείων της ανεξαρτησίας»».

Οι δανειστές έλαβαν τα δανεικά μέχρι τελευταίας… στερλίνας

Η αδυναμία διακυβέρνησης από τους ίδιους τους ελεύθερους Έλληνες φαίνεται από τη συνομιλία Κολοκοτρώνη και ναυάρχου Χάμιλτον. Αυτή η συνομιλία έλαβε χώρα τον Απρίλη του 1827, μετά την απόφαση στην Γ’ Εθνοσύνελευσης, στην συνάντηση της Τροιζήνας, να καλέσουν για κυβερνήτη τον Ι. Καποδίστρια (στις 14 Απριλίου 1827), για επτά χρόνια. Ορισμένοι προύχοντες διαφώνησαν με αυτή την επιλογή ενώ ομόφωνα ψηφίστηκαν ως ναύαρχος των ελληνικών δυνάμεων θαλάσσης ο λόροδς Τόμας Κόχραν και της ξηράς ο Ρίτσαρντ Τσόρτς. Γράφει στ’ απομνημονεύματά του ο Θ. Κολοκοτρώνης:

«Σε δύο ημέρες εκάμαμεν συνέλευσιν και αποφασίσαμεν την αυγήν ότι το απόγευμα να υπογράψωμεν γιά τον Καποδίστριαν. Καί έτσι επήγα είς το κονάκι μου,έφαγα ψωμί και έπεσα να κοιμηθώ. Βλέπω και ήλθε ο κύρ Γεώργης Κουντουριώτης,και καρακατσάνης Σπετσιώτης, καί Μαρκής Ψαριανός, να μου ομιλήσουν διά την υπόθεσιν του Καποδίστρια, όπου θέλει απογράψωμεν απομεσήμερα. Μού λένε, ότι το απομεσήμερον θα υπογράψωμεν διά τον Καποδίστριαν.
«Τί μ΄ερωτάτε εμένα, εγώ δεν είμαι πρόεδρος ουδέ έθνος, έτσι αποφασίσανε την αυγήν ο Πρόεδρος Σισίνης και το έθνος», μου απεκρίθησαν ότι
«είναι καλό να στείλωμεν να πάρωμεν γνώμην από τον Αμιλτον», αραμένον είς τον Πόρον, ότι ήταν φερμένος από την Σμύρνη.
«Τι να στείλωμεν κανέναν τυχοδιώκτην να λέγη άλλα και άλλα να μάς λέγη καί νά χαλάσει την υπόθεσιν του έθνους; Ποιόν ευρίσκετε εύλογον να στείλωμεν; Αν εμπιστεύεσθε είς εμένα να πάγω ο ίδιος».
«Σ΄ εμπιστευόμεθα,τρείς φορές», μέ είπαν, «σ΄ εμπιστευόμεθα».
Ο Κουντουριώτης ήτον μέ μίαν γνώμιν, ότι είχα είπει του Αμιλτον, ότι δεν θα εκλέξωμεν τον Καποδίστριαν, καί ενόμιζεν ότι θά εύρω αντίστασιν από τον Αμιλτον, καί τότενες τούς είπα, «Σύρτε στό καλό».
Καί εσηκώθηκα καί έκραξα τόν Μεταξά, καί επήρα και δέκα νομάτους τό μεσημέρι, καί δέν ήξευρε άλλος κανένας πού υπάγω ,μόνον τόν Νικηταρά έκραξα, καί τού είπα νά έχει τήν έγνοιαν νά μήν γίνει κανένα σκάνδαλον, έως ότου νά έλθω. Η Συνέλευσις τής ήρχετο θαύμα, μήν ηξεύροντας πού υπάγω. Καί επήγα είς τό ποτάμι τού Πόρου, καί οι βάρκες τού Αμιλτον έκαναν νερό, καί εμπήκαμεν είς μίαν βάρκα ,καί επήγαμε επάνω στήν Φεργάδα. Μάς δέχθηκε ο Αμιλτον και εκάτσαμε είς ομιλίαν. Τού λέγω
«Πώς σού φαίνεται τώρα πού ενώθηκε η συνεύλευσις καί κοντεύει νά τελειώσει;»
«Xαίρομαι τήν ένωσίν σας, εκάματε πολλά καλά». Καί τού είπα:
«Καπετάν Αμιλτον, ήλθαμεν νά πάρωμεν τήν συμβουλή σου, ώς μάς συμβούλευσες πάντοτε διά τήν ελευθερίαν μας, σέ γνωρίζομεν ώς έναν ευεργέτην από τούς άλλους, καλλίτερον»
Μάς είπε
«Πέστε τήν γνώμην σας και άν δύνωμαι, καί εγώ νά σάς αποκριθώ είς τήν γνώμην σας», «’Στοχάζομαι καπετάν Αμιλτον, ότι τούς γνωρίζεις τούς Ελληνας από εδώ και τόσους χρόνους, τούς βάλαμεν όλους νά μάς κυβερνήσουν, και ποτέ δέν μάς κυβέρνησαν καθώς έπρεπε, καί βλέποντας ότι δέν έχομεν άνθρωπον πολιτικόν νά μάς κυβερνήση, ήλθαμεν νά σέ πάρωμεν είς γνώμην, διατί εκείνο πού ήρχετο τής συνελεύσεως από τό χέρι της, τό διορθώσαμεν, έβαλε τόν Κόχραν αρχιθαλάσσιον, τόν Τσώρτς αρχιστράτηγον, τώρα χρειαζόμεθα έναν πολιτικόν, τάχα δέν μάς δίδει η Αγγλία έναν πρόεδρο, έναν Βασιλέα;»
Μάς αποκρίθηκε «Οχι ποτέ δέν γίνεται»
«Δέν μάς δίνει η Φράντσα;» «Ομοίως» μάς απεκρίθη.
«Η Ρουσία;» «Oχι» μάς απεκρίθη.
«Η Προυσία;» «Οχι»
«Η Ανάπολη;» «Oχι» μάς απεκρίθη και πάλι
«Η Ισπανία;»  «Oχι δέν γίνεται»
Αφού εμελέτησα όλα τά βασίλεια:
«Σάν δέν μάς δίνουν τούτες οι αυλές,τί θά γίνομεν ημείς;» Mάς αποκρίθηκε:
«Τηράτε νά εύρητε κανέναν Ελληνα»
«Ημείς άλλον Ελληνα αξιώτερον δέν έχομεν, μόνον νά εκλέξωμεν τόν Καποδίστριαν»
Εγύρισε και μέ εκύτταξε, ακούοντας τό όνομα Καποδίστριας, καί μού είπε:
«Δέν ήσουν εσύ πού μού είπες, δέν τόν δεχόμεθα τόν Καποδίστρια, διατί είναι τής Ρουσίας μινίστρος;»
«’Ναί εγώ», τού είπα, «Άλλος καιρός ήτον τότε, καί άλλος τώρα, διατί τήν Αγγλίαν πού έχομεν υπεράσπισιν, τό δεξί χέρι τής Ελλάδος είναι η Θάλασσα, καί εβάλαμεν Άγγλον επικεφαλής, καί τό ζερβό χέρι Άγγλον, όπου είναι η δύναμις τής ξηράς. Καί άν μάς έδιδεν η Αγγλία και έναν πολιτικόν, καί εκείνον θά τόν εβάναμεν καί δέν ετσακίζαμεν τό κεφάλι μας στόν έναν καί στόν άλλον. Καί δι αυτό, ώς μού λές,δέν γίνεται. Πρέπει νά καλέσωμεν τόν Καποδίστρια»
Μού απεκρίθη έκ καρδίας:
«Πάρτε τόν Καποδίστριαν, ή όποιον διάβολον θέλετε, διατί εχαθήκατε».

Οι μεγάλες δυνάμεις αποφεύγοντας να καλύψουν τη θέση του κυβερνήτη, έδειχναν ότι δεν συμφωνούσαν ούτε και αυτές, όπως και οι προύχοντες στην Ελλάδα, σε ένα κοινό όνομα. Η επιλογή του Καποδίστρια, λοιπόν, ήταν μια επιλογή αναλώσιμη… αφού προέκυπτε λόγω ελλείψεως μιας επιθυμητής λύσης. Μέχρι την άφιξη του Καποδίστρια την προσωρινή αντικυβερνητική επιτροπή αποτέλεσαν οι: Γιαννούλης Νάκος, Γεώργιος Μαυρομιχάλης και Ιωάννης Μ. Μιλαήτης.
Η παρουσία του Καποδίστρια έφερε πολλές αλλαγές στην χώρα. Τις αλλαγές αυτές δεν τις καλοέβλεπαν οι προύχοντες και οι ξένες δυνάμεις. Το ποτήρι ξεχύλισε όταν η κυβέρνηση άρχισε να φορολογεί τις περιουσίες των κτηνοτρόφων. Αν και ο Κολοκοτρώνης στάθηκε βοηθός του Καποδίστρια, και συνέβαλε στην εξομάλυνση της φορολογικής πολιτικής, ώστε να μην υπάρχουν εξεγέρσεις, οι προύχοντες άρχισαν να δυσανασχετούν. Σε αυτή την περίοδο ο Μιαούλης έκαψε τον ναύσταθμο στην Ύδρα. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 ο Καποδίστριας δολοφονείται από τους Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη και Γεωργάκη Μαυρομιχάλη. Σύμφωνα με τον Κολοκοτρώνη, ο ένας με μια πιστολιά στο κεφάλι και ο άλλος με μια μαχαιριά στην κοιλιά δολοφόνησαν τον κυβερνήτη.

Η πρώτη πράξη που έκανε ο κυβερνήτης το 1827. ήταν να δηλώσει αδυναμία πληρωμής των λεγόμενων «δανείων ανεξαρτησίας». Το πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830 που συνέταξαν οι μεγάλες δυνάμεις, ερήμην φυσικά των Ελλήνων, προσδιόριζε με το άρθρο 6 ότι οι μεγάλες δυνάμεις, επειδή ακριβώς τους χρωστάνε οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να διεκδικούν τα συμπεφωνημένα με κάθε μέσον.
Ο Καποδίστριας ήταν αξιαγάπητος από τον λαό και παρά την σωστή διακυβέρνηση ποτέ οι μεγαλές δυνάμεις δεν τον εβοήθησαν, πάντα ήταν αρνητικοί για έναν δανεισμό, διότι γνώριζαν τις διπλωματικές ικανότητες του Καποδίστρια αφενός, αφετέρου τον θεωρούσαν ως φιλορώσο. Ο Κολοκοτρώνης αφηγείται στα απομνημονεύματά του

«… Την Αυγήν οπού το έμαθαν οι πολίται της Τριπολιτζάς έμειναν νεκροί, άφησαν τα εργαστήριά τους, ταις δουλειαίς τους και επερπατούσαν εις τους δρόμους ωσάν τρελλοί…»

Παρόμοια είναι τα λόγια του Π. Χιώτη (Ιστορία του Ιονίου Κράτους, σελ.788)

«…Τας συμπράξεις και ραδιουργίας των συμπρακτόρων Άγγλων και Γάλλων μετ’ανταρτών του Καποδίστριου, ιδίοις οφθαλμοίς βλέποντες οι Επτανήσιοι, κατεβόων. Εν Κερκύρα δε τοσούτον εξήφθησαν κατά των κολάκων του Αρμοστού Άδαμ, όστις εκ του φανερού συνεκοινώνει με τους αντικαποδιστριακούς, ώστε τινάς αυτών ελιθοβόλησαν, και το φαρμακείον όπου συνηθροίζοντο, ήθέλησαν να καύσωσι.Τον δε Ζαίμην, Μπενιζέλον Ρούφον, και Μαυρομιχάλην εκ Πελοποννήσου έλθοντας εις Ζάκυνθον, ο κοινός λαός ελιθοβόλησεν, και ηνάγκασεν αυτούς ν’αναχωρήσωσι ταχύτερον, και σωθώσιν εις Ύδραν. Την πανταχού της Ελλάδος εξέγερσιν καθ εαυτών ιδόντες οι αντικαποδιστριακοί και την υπερίσχυσιν του Κυβερνήτου κατά την συγκαλουμένην αυνέλευσιν γνωρίσαντες , εσχεδίασαν να τον δολοφονήσωσι…».

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης στα 1840 μολόγησε την Αλήθεια, λέγοντας, στο Γιατροφιλόσοφο Πύρρο που κατηγόραγε τον Ιωάννη Καποδίστρια, τούτα τα λόγια: «Δεν μετράς καλά φιλόσοφε… Ανάθεμα στους Αγγλογάλλους που ήσαν η αιτία κι εγώ έχασα τους δικούς μου, και το Έθνος έναν άνθρωπο που δε θα τονε μεταβρει και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα…»
Βλαχογιάννης, «Ιστορική Ανθολογία», σελ59
Επίσης βλέπε Διον. Κόκκινος, «Κανάρης», σελ.415

Από τους δολοφόνους (γιούς του Πετρόμπεη) ο Κωνσταντήν Μπέης όταν τον συνέλαβαν και λίγο πριν πεθάνει από τα τραύματά του, ζητώντας έλεος δηλώνει:
«Δεν φταίω εγώ στρατιώται, άλλοι μ’ έβαλαν»
Κασομούλης, Τόμος 3, σελ.440

Ο άλλος εκ των δολοφόνων, ο Γ. Μαυρομιχάλης, αμέσως μετά την δολοφονία καταφεύγει στο σπίτι του αντι-πρεσβευτή της Γαλλίας Βαρώνου Ρουάν και δηλώνει:«Σκοτώσαμε τον τύραννο. Μπιστευόμαστε στην τιμή της Γαλλίας. Να τα άρματά μας. Ο Ρουάν υπεσχέθη προστασίαν». ( Κασομούλης, ως ανωτέρω).

Την ενεργό και ηγετική ανάμειξη του Μαυροκορδάτου, ηγετικού στελέχους της αντι-Καποδιστριακής φατρίας στην προετοιμασία της δολοφονίας του πρώτου Κυβερνήτη της Νεώτερης Ελλάδος κατήγγειλε στην Ελληνική Βουλή, 26 Ιανουαρίου 1845 παρουσία του Μαυροκορδάτου, ο γνωστός οπλαρχηγός Γρίβας με τα ακόλουθα λόγια:
«Όποτες είτανε στην Ελλάδα αυτός ο Μαυροκορδάτος, την έφαγε. Όταν τον είδα πρωθυπουργό, ευτύς είπα πάει η πατρίδα. Κι έχει ακόμα πρόσωπο να’ρχεται μπροστά μας και να μας λέει τα παραμύθια της Χαλιμάς. Ποιός σκότωσε το Καποδίστρια παρ’ αυτός: Και θέλει να μιλάει ακόμα!» Δημ.Φωτιάδης «Όθωνας» εκδ. Μέλισσα, σελ.24

Στις 25 Ιανουαρίου 1833, σε ηλικία 17 ετών, ο Όθωνας αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο, από τη βρετανική φρεγάτα «Μαδαγασκάρη», εν μέσω λαϊκών επευφημιών, συνοδευόμενος από τριμελή Αντιβασιλεία Βαυαρών (που θα κυβερνούσε μέχρι αυτός να ενηλικιωθεί, το 1835) και πολυμελή βαυαρικό τακτικό στρατό (3.850 στρατιώτες) που βαθμιαία συμπληρώθηκε από «εθελοντές», στην πλειοψηφία τους Γερμανούς. Στον Όθωνα προσφέρουν 60 εκατ.  φράγκα δάνειο, όπως προαναφέρει και ο Γ.Π. Μαλούχος. Από αυτά μόνον τα 9 000 000 φθάνουν στην Ελλάδα σύμφωνα με την ανάλυση του Ν. Μπελογιάννη.

alt

Αλλά και αυτά δεν επενδύονται στην ανάπτυξη της οικονομίας αλλά στα έξοδα της βασιλικής οικογένειας και της βαυαρικής συνοδείας.
Η κυβέρνηση για να ανταπεξέλθει στις δανειακές ανάγκες της, αυξάνει την φορολογία το 1842, ενώ από το 1840 η οικονομία είναι σε οικτρή κατάσταση. Τον Ιούνιο του 1843 γίνεται η δεύτερη χρεοκοπία και οι δανειστές υποχρεώνουν την κυβέρνηση να λάβει τα ακόλουθα μέτρα:

1. Απολύθηκε το ένα τρίτο των Δημοσίων υπαλλήλων και μειώθηκαν 20% οι μισθοί όσων παρέμειναν.
2. Σταμάτησε η χορήγηση συντάξεων, που τότε δεν δίνονταν στο σύνολο του πληθυσμού αλλά σε ειδικές κατηγορίες.
3. Μειώθηκαν κατά 60% οι στρατιωτικές δαπάνες, μειώθηκε δραστικά ο αριθμός των ενστόλων και αντί για μισθό οι στρατιωτικοί έπαιρναν χωράφια.
4. Επιβλήθηκε προκαταβολή στην είσπραξη του φόρου εισοδήματος και της «δεκάτης», που ! ήταν ο φ όρος για την αγροτική παραγωγή.
5. Αυξήθηκαν οι δασμοί και οι φόροι χαρτοσήμου.
6. Απολύθηκαν όλοι οι μηχανικοί του Δημοσίου και σταμάτησαν όλα τα δημόσια έργα.
7. Καταργήθηκαν εντελώς όλες οι υγειονομικές υπηρεσίες του κράτους.
8. Απολύθηκαν όλοι οι υπάλληλοι του εθνικού τυπογραφείου, όλοι οι δασονόμοι, οι δασικοί υπάλληλοι και οι μισοί καθηγητές πανεπιστημίου.
9. Καταργήθηκαν όλες οι διπλωματικές αποστολές στο εξωτερικό.
10. Νομιμοποιήθηκαν όλα τα αυθαίρετα κτίσματα και οι καταπατημένες «εθνικές γαίες» με την πληρωμή προστίμων νομιμοποίησης.
11. Περαιώθηκαν συνοπτικά όλες οι εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις με την καταβολή εφάπαξ ποσού.

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φαντα-στικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο, έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1843, όταν υπογράφονταν στο Λονδίνο η συμφωνία για τις υποχρεώσεις της Ελλάδας, ο λαός στην Αθήνα περικύκλωνε το παλάτι. Η εξέγερση  που πήρε μεγαλειώδη χαρακτήρα και στράφηκε όχι μονάχα εναντίον του Όθωνα, μα και σ’ όλους τους ξένους γενικά.
Γράφει ο Μπελογιάννης «Ο λαός, κοντά στο σύνταγμα και τις λαϊκές ελευθερίες, απαίτησε το διώξιμο των Βαυαρών, το σταμάτημα της πληρωμής του βαριού τοκοχρεολύσιου για δάνειο που δεν πήραμε κι ανάγκασε την Εθνοσυνέλευση ν’ αμφισβητήσει, με ψήφισμά της τη νομιμότητα των δανείων…»

Η ελίτ της εποχής, παρά την εξέγερση, άλλαξε απλά προσωπείο. Ο Όθωνας αναγκάστηκε να αποδεχθεί τη θέσπιση συντάγματος. Το σύνταγμα ψηφίστηκε το Μάρτιο του 1844 και καθιέρωσε τη συνταγματική μοναρχία. Ξαναεμφανίζονται πρωτοπόροι τα γνωστά ονόματα, Μεταξάς, Μαυροκορδάτος, Κωλέττης, Κουντουριώτης, Λόντος. Σήμα κατατεθέν της πολιτικής τους είναι το ροκάνισμα του δημόσιου ταμείου, οι φόροι, τα ρουσφέτια, οι καλπονοθείες και το ξεπούλημα της χώρας στους ξένους.

Η διαφθορά είχε φτάσει στο ζενίθ. Ο Μαυροκορδάτος εκπροσωπεί το αγγλικό κόμμα και χρηματοδοτείται από τον άγγλο πρέσβη για τις πολιτικές του ανάγκες, το ίδιο και ο εκρόσωπος του γαλλικού κόμματος, ο Κωλέτης, ο οποίος χρηματοδοτείται από τον γάλλο πρέσβη και με την άμαξα του οποίου εμφανίζεται στον Όθωνα για να αναλάβει το 1844 την πρωθυπουργία. Ο Κωλέττης παραχάραξε τον μέσο όρο παραγωγής σταριού για να αυξήσει την αγροτική φορολογία, πληρωνόταν περισσότερο από τον προβλεπόμενο μισθό του (σε σημείο που μετά τον θάνατό του η περιουσία του δημεύτηκε), και τα βιβλία των οφειλών των τσιφλικάδων, τοκογλύφων και άλλων της σύγχρονης αστικής τάξης, είχαν εξαφανιστεί. Ο δε Κουντουριώτης είχε δικαστεί για παραχάραξη αλλά δεν τον εμπόδισε να γίνει πρωθυπουργός το 1847.

Μετά τη χρεοκοπία αυτή, η Ελλάδα αποκλείστηκε από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου για αρκετές δεκαετίες. Στο διάστημα αυτό, η κυβέρνηση εξαρτήθηκε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας για τον δανεισμό της. Οι ανάγκες της κυβέρνησης ήταν στην αρχή περιορισμένες, ωστόσο σύντομα αυξήθηκαν και η Εθνική Τράπεζα της χορήγησε κεφάλαια με επιτόκια διπλάσια του διεθνούς επιτοκίου δανεισμού.

Το 1853-54 επιβλήθηκε η πρώτη κατοχή στο απελευθερωμένο ελληνικό κράτος, όταν Άγγλοι και Γάλλοι αποβίβασαν 15.000 πεζοναύτες στο Πειραιά, άσκησαν κατοχή επί μια σχεδόν 10ετία, που ήταν από τις πιο αιματηρές κατοχές που έζησε ο τόπος και ο λόγος ήταν το δημοσιονομικό – η καταβολή του χρέους στους τοκογλύφους, στις μεγάλες δυνάμεις.
Η κατοχή αυτή συμπίπτει με τον Κριμαϊκό πόλεμο (1854) που έφερε αντιμέτωπους του γαλλοάγγλους με την Ρωσία, και την Ελλάδα να παίρνει το μέρος της ηττημένης Ρωσίας, ενώ μέχρι το τέλος του πολέμου οι κατοχικές δυνάμεις διορίζουν υπουργούς και ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις.
Το 1857 συγκροτείται μαζί με ρώσους εκπροσώπους μια επιτροπή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, που  είχε ως στόχο την εξεύρεση τρόπων για την πληρωμή των ελληνικών δόσεων του δανείου του 1832-33. Η επιτροπή αποφασίζει την εκχώρηση  των εσόδων του ελληνικού κράτους από τα κυβερνητικά μονοπώλια, τους φόρους του καπνού, τα έσοδα φορολόγησης και τους τελωνειακούς δασμούς. Παράλληλα, καταθέτει προτάσεις και υποδείξεις για την εξυγίανση των δημοσιονομικών και τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης.

Η δική μας οκτωβριανή επανάσταση έγινε τον Οκτώβριο του 1862 όταν εξεγέρθηκε ο λαός, καθάρισε τα κόμματα της κατοχής, το αγγλικό και το γαλλικό, διέλυσε τα πάντα, έδιωξε τον Όθωνα και δημιούργησε τις προϋποθέσεις ενός νέου συντάγματος, μιας νέας συνταγματικής αρχής, που θεωρήθηκε ως η πλέον δημοκρατική της Ευρώπης εκείνη την εποχή. (Δ. Καζάκης).

Σκηνή από τη Ναυπλιακή Επανάσταση, 1862.

Αφού η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε σε διακανονισμό των χρεών της το 1878, οι παγκόσμιες αγορές κεφαλαίου άνοιξαν και πάλι για την Ελλάδα και -όπως ήταν αναμενόμενο- οι δανειστές προθυμοποιήθηκαν αμέσως να χορηγήσουν στη χώρα κεφάλαια. Το διάστημα 1879 – 1890 η χώρα συνήψε έξι εξωτερικά δάνεια – με ληστρικούς όρους – ονομαστικής αξίας 640.000.000 φράγκων. Τα δάνεια αυτά λόγω της μικρής φερεγγυότητας της χώρας ήταν υποτιμημένα μέχρι και 30% και έτσι στα ταμεία του κράτους έφτασαν 450.000.000 φράγκα! Με δεδομένο πως το 40% του προϋπολογισμού πήγαινε στην πληρωμή των τοκοχρεολυσίων και ένα μεγάλο, επίσης, μέρος στις στρατιωτικές δαπάνες, είναι ηλίου φαεινότερο ότι τα έργα υποδομής χρηματοδοτούνταν, κυρίως, από τη βαριά φορολογία. Όπως ήταν επόμενο, στις εκλογές του 1890 ο λαός επανέφερε στην εξουσία το λαϊκιστή Δηλιγιάννη, εκπρόσωπο των συντηρητικών κύκλων, παλαιών προεστών και κοτζαμπάσηδων. (πηγή:ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ)

Στην περίοδο 1890-1893 άλλαξαν πέντε κυβερνήσεις, που προσπάθησαν με διάφορους οικονομικούς αυτοσχεδιασμούς να δανειοδοτήσουν την καταρρέουσα οικονομία, ενώ ταυτόχρονα ελήφθησαν μέτρα για αυστηρές περικοπές στις κρατικές δαπάνες – στρατιωτικές δαπάνες, δημόσια έργα και σε όλες τις κρατικές δραστηριότητες. Παράλληλα, ψηφίστηκαν νέοι φόροι και τέλη, καθώς και εκπαιδευτικά τέλη, που προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις. Η κατάσταση τώρα ήταν απελπιστική. Μια καταστρεπτική πτώση της διεθνούς τιμής της σταφίδας έδειξε πόσο εύθραυστη ήταν η ελληνική οικονομία. Το 1893 οι εισαγωγές ανέρχονταν στο ποσό των 120.000.000 φράγκων και οι εξαγωγές στο ποσό των 82.000.000 φράγκων. Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, με τους Τούρκους να φτάνουν στην Λαμία άφηνε αδιάφορους τους «εταίρους» εξαιτίας της αποστολής ελληνικών στρατευμάτων στην Κρήτη με την αναθέρμανση του κρητικού ζητήματος, ενώ η ήττα της Ελλάδας, την υποχρέωνε σε μεγάλες για τη χώρα πολεμικές αποζημιώσεις .Το ποσό των αποζημιώσεων ορίστηκε σε 4.000.000 τουρκικές λίρες….

Το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Τρικούπη στις 10 Δεκεμβρίου 1893 σηματοδοτεί ανάγλυφα τη θλιβερή κατάληξη μιας οικονομικής πολιτικής μεγάλων φιλοδοξιών και προαιρέσεων, που ανάγκασε την Ελλάδα στην αποδοχή το 1898 του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (ΔΟΕ), ο οποίος υποχρέωσε τη χώρα σε πολιτική αυστηρότατης λιτότητας ως το 1910 τουλάχιστον, για να καταργηθεί τυπικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η παροσυσίαση αυτού του πονήματος σκοπό είχε να ενισχύσει την άποψη ότι είτε μέσα στο ευρώ είτε έξω από το ευρώ τα μνημόνια ποτέ δεν έλλειψαν, όπως δεν έλλειψε ποτέ και η χυδαία ελληνική αστική τάξη από τον κυβερνητικό θώκο.

Επίσης θέλει να ενισχύσει την άποψη ότι η αντιμνημονιακή αριστερή στρατηγική ήταν και θα είναι μια λανθασμένη στρατηγική. Τα αίτια των χρεοκοπιών είναι εσωτερικά και όχι εξωτερικά, είναι ενδογενή και όχι εξωγενή. Έχουν εντοπιστεί στην εξάρτηση της χυδαίας ελληνικής αστικής τάξης από την ευρωπαϊκή αστική τάξη, στην άκρατη εξυπηρέτηση των ιδίων συμφερόντων της τάξης αυτής εις βάρος της μητέρας-πατρίδας, τις πελατειακές σχέσεις για να κρατιέται στην εξουσία, την υποτέλεια στις ειθυμίες των μεγάλων δυνάμεων, με εξαιρέσεις κάποιες ιστορικές στιγμές με αστούς ηγέτες, που παρόλα αυτά δεν ήταν παρά μόνον μικρές αναλαμπές, χωρίς να αλλάζουν τίποτα και κατά σνέπεια χωρίς να έχουν κανένα μακροπρόθεσμο όφελος.

Η Αριστερά έχει την ιστορική ευθύνη να εγκαταλείψει την αντιμνημονιακή στρατηγική, να υιοθετήσει την αντιχρεοκοπική στρατηγική, να αφοσιωθεί στην υλοποίηση αυτής της στρατηγικής, η οοία πρέπει νάχει όχι μόνον παραγωγικές συνιστώσες, αλλά και αναμόρφωση των δημοσίων υπηρεσιών προς όφελος της κονωνίας, και την επίλυση κάθε παρανομίας η οποία είχε οικονομικό κόστος στην κοινωνία, κάθε πολιτικής η οποία παρέβαινε την ελληνική νομοθεσία κα το ελληνικό σύνταγμα.
Να γίνει διαφανές το γεγονός ότι η εξουσία της χυδαίας ελληνικής αστικής τάξης λειτο΄ργησε με  νοοτροπία που έφερε την χώρα σε 6 χρεοκοπίες και να διαφαίνεται ότι μια άλλη νοοτροπία υιοθετείται από την Αριστερά.
Μέχρι τότε, όσες αριστερές και αν διακυβερνήσουν δεν θα αλλάξει απολύτως τίποτα.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει τίποτα κοινό με τον ΣΥνασπισμό ΡΙζοσπαστικής Αριστεράς. Είναι μια κυβέρνηση που στηρίζεται με τον κομματικό μηχανισμό κολλημένο στην γωνία. Η αδιέξοδη αυτή στάση οδηγεί στις διασπάσεις και τις παραιτήσεις και αυτό μαρτυρούμε στις ημέρες μας.
Μια νέα στρατηγική, λοιπόν είναι επιτακτικά αναγκαία, η αντιχρεοκοπική στρατηγική, για να λύσει τα νέα αδιέξοδα και να συσπειρώσει την αριστερά γύρω από μια νέα κυβερνητική διακυβέρνηση που θα είναι αποδεχτή από την πλειοψηφία της κοινωνίας των εργαζομένων και θα οδηγεί σε διέξοδα.