Η Ιστορία των Μειονοτήτων της Κωνσταντινούπολης μέσα από τα Επαγγέλματα

του διεθνολόγου Βύρωνα Ματαράγκα, Ph.D.
Αναδημοσίευση από: flashnews.gr

Προ ημερών έγινε εδώ στην Κωνσταντινούπολη μία ενδιαφέρουσα παρουσίαση βιβλίου.

http://flashnews.gr/post/228017/h-istoria-twn-meionothtwn-ths-kwnstantinoypolhs-mesa-apo-ta-epaggelmata

Το εξώφυλλο του βιβλίου

 

Πρόκειται για το βιβλίο της Ρίτας Εντέρ, νεαράς  δικηγόρου, Αρμένισας της Τουρκίας, με θέμα («Kolay Gelsin» Meslekler ve Mekanlar) τουτέστι μεθερμηνευόμενον (« Καλή ευκολιά» (ι) Επαγγέλματα και Επαγγελματικοί Χώροι) από τις Εκδόσεις İletişim.

Πρόκειται για την συλλογή συνεντεύξεων που πήρε η νεαρά δικηγόρος Αρμένισα της Τουρκίας από καταστηματάρχες παλαιών καταστημάτων της Κωνσταντινούπολης, όπως ο Ηλίας Αβράμογλου, στον οποίο περιήλθε το κατάστημα που ίδρυσε ο παππούς του πριν από εβδομήντα-πέντε (75) χρόνια, ο Τζελαλεττίν Μπενλί, ο οποίος διατηρεί κατάστημα στο Πέρα  εδώ και πενήντα-επτά (57) χρόνια, ο Φεριντούν Ντορτλέρ, ο οποίος διατηρεί κατάστημα στο Πέρα, (ιι) το οποίο λειτουργεί από το 1926, ο Σεβάν Νιζαμιάν, ο οποίος από δέκα-τεσσάρων (14) εργάζεται σε ένα κατάστημα εμπορίας καρφιών στην περιώνυμη Κλειστή Αγορά(Kapalı Çarşı) εδώ στην Κωνσταντινούπολη, ο Αντώνης Παριζιάνος, (ιιι) Φιλόλογος, ο οποίος επί σαράντα (40) χρόνια δίδαξε Ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία στα παιδιά της ομογένειας εδώ στην Κωνσταντινούπολη, ο Γιάννης Παπαγεωργίου, ο οποίος κληρονόμησε το συνεργείο αυτοκινήτων στο Παγκάλτη (Pangaltı) (iv) από τον πατέρα του, ο Γιάννης Χούτου, ο οποίος, αφού εργάσθηκε ως βαφέας φιαλών αερίου στην εταιρεία «Αϋγκάζ” ( AYGAZ) , τα τελευταία τριάντα-ένα (31) χρόνια υπηρετεί ως «καντηλανάφτης» στην Εκκλησία του Ταξιάρχη στο Μέγα Ρεύμα (Arnavutköy) (v),  ο Γιάννης Βλαχόπουλος, ο οποίος, σε ηλικία 10 ετών, άρχισε να βοηθάει τον παππού του στις αγροτικές εργασίες του και στη συνέχεια, έγινε τεχνικός εγκαταστάσεων καλοριφέρ, ειδικός στις θερμάστρες, στις υδραυλικές εγκαταστάσεις κτλ, ο Κώτσος (Κώστας) Θεοδωρίδης, ο οποίος εδώ και εξήντα (60) χρόνια εργάζεται ως λογιστής κ.α.

Οι συνεντεύξεις ελήφθησαν από ανθρώπους, οι οποίοι άσκησαν ή εξακολουθούν ακόμα να ασκούν επαγγέλματα όπως του  καπελά, του κορσετζί, του παπλωματά, του στρωματά, του ειδικού στην τοποθέτηση και επιδιόρθωση πολυελαίων και πολυφώτων, του κατασκευαστή και εμπόρου καρφιών, του παλαιοβιβλιοπώλη, του χρυσοχόου, του επιδιορθωτή κονδυλογράφων, του παρασκευαστή και πωλητή τουρσιών, του επιδιορθωτή γραμμοφώνων, του επιδιορθωτή τσαντών, του χρυσοχόου, του επιδιορθωτή ομπρελλών, του φωτογράφου, του ψαρά, του κρεοπώλη, του ράφτη, του κτίστη (οικοδόμου), του κατασκευαστή και πωλητή αμυγδαλωτών, του κουραμπιετζή, του πωλητή γιαουρτιού, του μουσικού κηδειών, του αιτησιογράφου, του βιβλιοδέτη, του συλλέκτη γραμματοσήμων, του επιδιορθωτή γραφομηχανών, του παλαιοπώλη, του πατσατζή, του καντηλανάφτη, του τεχνίτη μολυβδώσεων, του επεξεργαστή φύλλου πίττας κ.α.

Αυτά και άλλα παρόμοια επαγγέλματα, η άσκηση των οποίων προϋπέθετε την γνώση μιάς  «τέχνης» έχουν εξαφανισθεί. Κάποια άλλα επαγγέλματα εξακολουθούν ακόμα να ασκούνται, ενώ κάποια άλλα άλλαξαν μορφή και περιεχόμενο.

Οι καμπάνες των εκκλησιών είναι πλέον ηλεκτρικές. Λειτουργούν με το ηλεκτρικό ρεύμα. Πατάς ένα κουμπί και κτυπάνε! Έτσι, η δουλειά του καντηλανάφτη έχει περιορισθεί.

Ο κορσετζής εξαφανίστηκε διότι, από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, οι γυναίκες έπαυσαν πλέον να φοράνε τον κορσέ, που «έσφιγγε» την κοιλιά της γυναίκας και την έδειχνε πιο λεπτή!

Οι επιδιορθωτές κονδυλογράφων, γραμμοφώνων, ομπρελλών και γραφομηχανών έχουν χάσει το αντικείμενο εργασίας τους.

Παρομοίως και οι επιδιορθωτές τσαντών, καθότι, στις ημέρες μας, μετά από την παρέλευση του χρόνου φθοράς της τσάντας, αυτή εγκαταλείπεται στα……..αζήτητα, διότι συχνά η αγορά καινούργιας τσάντας στοιχίζει φθηνότερα από ότι η επιδιόρθωση της παλιάς…………

Ο παπλωματάς και ο στρωματάς περιέπεσαν και αυτοί σε αχρησία, καθότι τα προϊόντα αυτά παράγονται πλέον μαζικά από τις βιοτεχνίες.
Κάποτε, λέει ο Ισάκ Τζαν Κοέν, πολυελαίους είχαν μόνο τα Ανάκτορα (του σουλτάνου). Ο παππούς του έφτιαχνε τους πολυελαίους των Ανακτόρων. Έξω από τα Ανάκτορα δεν υπήρχε δουλειά. Ήταν πολύ σπάνιο κάποιος να αγοράσει ένα πολύφωτο για το σπίτι του!
Γι΄αυτό, εκμυστηρεύεται ο Ισάκ Τζαν Κοέν, δύσκολα βρήκε κοπέλα να παντρευτεί, διότι κανένας Εβραίος δεν του έδινε την κόρη του σκεπτόμενος «πως αυτός θα ζήσει την κόρη μου;  Φτιάχνοντας πολύφωτα»;

Σήμερα η δουλειά του περιορίσθηκε στην επιδιόρθωση παλαιών πολυελαίων.

Ο πωλητής γιαουρτιού, ο γιαουρτσής, ήταν ένας γραφικός επαγγελματίας, ο οποίος έφερε στους ώμους  του ένα ξύλο, από τα άκρα του οποίου εκρέμοντο δύο ταγάρια γεμάτα φρέσκο γιαούρτι. Έμοιαζε με ζυγαριά!

Περιφερόταν στις γειτονιές της Πόλης φωνάζοντας: « Ο γιαουρτσής. Έχω ωραίο φρέσκο γιαούρτι»!

Στην εποχή των Μεγαλοκαταστημάτων (Super Markets) και των Εμπορικών Κέντρων, που να βρει στον ήλιο μοίρα ο καϋμένος ο γιαουρτσής.

Η εξαφάνιση κάποιων επαγγελμάτων, επισημαίνει η συγγραφέας, συνδέεται άμεσα με την πληθυσμιακή μείωση των μειονοτήτων της Τουρκίας και συγκεκριμένα των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Εβραίων.

Όπως αναφέρει η συγγραφέας, ο  Ρωμιός, δηλαδή ο Έλληνας της Κωνσταντινούπολης, ήταν μάστορας  «usta» (με την έννοια του δεξιοτέχνη), ο Αρμένης ήταν τεχνίτης  «zanaatçı»  (με την έννοια του κατόχου επαγγέλματος- τέχνης) και ο Εβραίος ήταν (και είναι) έμπορος «tüccar».

Μέσα από τις αφηγήσεις των επαγγελματιών, από τους οποίους πήρε συνέντευξη η συγγραφέας, προκύπτουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την κοινωνική ζωή των μειονοτικών στην Κωνσταντινούπολη σε άλλες περασμένες- αλλά όχι ξεχασμένες- εποχές.

Τα έτη 1955-1960 το επάγγελμα του κομμωτή ήταν μονοπώλιο των μη-μουσουλμάνων, δηλαδή των μειονοτικών, λέει ο Οσμάν Νταμαρλή, ο οποίος μαθήτευσε στο κομμωτήριο της μητέρας του από ηλικίας 14 ετών. Η δε μητέρα του μαθήτευσε σε δύο Ρωμιούς κομμωτές, τον Κώτσο, δηλαδή τον Κώστα, και τον Νίκο.

Τα χρόνια εκείνα, οι γυναίκες περιποιούντο την κόμμωσή τους προκειμένου ακόμα και να επισκεφτούν μία φίλη τους.

Στα σαλόνια των κομμωτηρίων στο Μόδι (Moda), συνοικία της Χαλκηδώνος (Kadıköy) στην ασιατική πλευρά της  Κωνσταντινούπολης, οι μεσήλικες κυρίες μιλούσαν Οθωμανικά Τουρκικά, δηλαδή χρησιμοποιούσαν λέξεις αραβικές και περσικές, αλλά η συμπεριφορά τους ήταν πλήρως κεμαλική (vi). Αυτό ήταν το αντιπροσωπευτικό πνευματικό επίπεδο των παλαιών κατοίκων του Μοδιού.

Κάποτε, λέει η κυρία Κάτια (υποκοριστικό της Κατερίνας), που είναι  καπελού και διατηρεί, εδώ και 56 χρόνια, κατάστημα καπέλων μέσα στη Στοά Χατζόπουλου επί της λεωφόρου Ανεξαρτησίας,  το Πέρα ήταν ένα «μικρό Παρίσι». Ούτε οι άνδρες, ούτε οι γυναίκες κυκλοφορούσαν δίχως καπέλο.

Το καπέλο ήταν ένα στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου.

Όταν ένας κύριος συναντούσε στον δρόμο μία κυρία, την χαιρετούσε υψώνοντας το καπέλο από το κεφάλι του με το δεξί του χέρι.

Ήταν αδιανόητο να πάει κανείς στην εκκλησία δίχως καπέλο.

Οι άνδρες μπαίνοντας στην εκκλησία, έβγαζαν το καπέλο τους. Οι γυναίκες δεν είχαν αυτή την υποχρέωση.

Τότε τα νυφικά περιείχαν υποχρεωτικά καπέλο. Η νύφη έπρεπε να φορά καπέλο. Τώρα όχι, συμπληρώνει με νόημα η κυρία Κάτια.
Η εικονιζομένη στο εξώφυλλο του βιβλίου ραπτομηχανή ήταν ένα εργαλείο απαραίτητο σε κάθε σπίτι. Ενθυμούμαι ότι η μητέρα μου είχε στο σπίτι μας μία ραπτομηχανή SINGER, όπως και οι θείες μου.

Σήμερα είναι ένα ……..μουσειακό κειμήλιο.

Ακριβώς κατά τούτο παρουσιάζει ενδιαφέρον το βιβλίο της Ρίτας Εντέρ, καθότι, ένεκα της παρελεύσεως  του χρόνου, τα άτομα, τα οποία αποτελούν πηγή πληροφοριών για τις περασμένες εποχές, σιγά-σιγά φεύγουν από τον μάταιο τούτο κόσμο!!!

Με την έρευνά της αυτή, η Ρίτα Εντέρ μας μεταφέρει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για εποχές, τις οποίες η ίδια δεν έζησε, καθότι είναι ηλικίας μόλις τριάντα (30) ετών.

Όπως γράφει στον πρόλογο του βιβλίου της ,οφείλει πολλά στις αφηγήσεις του παππού της, της γιαγιάς της και των γονέων της.
Εν κατακλείδι, στον Γαλατά (Karaköy),το λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, τα Ισπανικά των Εβραίων (vii),  στο Πέρα τα Ελληνικά, στην Κλειστή Αγορά τα Αρμένικα και τα  Αραμαϊκά (viii) δεν ακούγονται πλέον!

Η Κωνσταντινούπολη, μία μεγαλούπολη των 20 εκατομ. κατοίκων, έχασε την παραδοσιακή πολυγλωσσία της, που ήταν το ουσιωδέστερο στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομίας της.

(i) Κατά λέξη σημαίνει «να (σου) έλθουν εύκολα». Πρόκειται για ευχή, την οποία οι Τούρκοι ευρέως χρησιμοποιούν. Την απευθύνουν σε εκείνον, ο οποίος την στιγμή εκείνη κάτι κάνει, ασχολείται με κάτι, έχει μία απασχόληση. Μπορεί να είναι εργόχειρο, καλλιτεχνική δημιουργία, τεχνική εργασία, πνευματική εργασία, χειρονακτική εργασία, οτιδήποτε. 
Στα ελληνικά η αντίστοιχη ευχή είναι «Καλή Δύναμη».

  (ii) Πέρα ή Σταυροδρόμι. Στα τουρκικά Beyoğlu. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 σχεδόν το σύνολο των καταστημάτων στη συνοικία αυτή ανήκαν σε Ρωμιούς (δηλαδή Έλληνες), Αρμένιους και Εβραίους, δηλαδή σε μειονοτικούς. Κάποιες ελληνικές επωνυμίες εξακολουθούν να υφίστανται παρά το γεγονός ότι οι ιδρυτές και κάποτε ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων αυτών απεδήμησαν εις Κύριον εδώ και πολύ καιρό. Π.χ. η Στοά Χατζόπουλου, η εταιρεία ορθοπεδικών ΚΗΦΙΔΗ, ο οποίος ήταν φίλος του πατέρα μου, τα ανθοπωλεία ΣΑΠΟΥΝΤΖΑΚΗ (και ο Σαπουντζάκης ήταν φίλος των γονέων μου), τα ζαχαροπλαστεία ΒAYLAN (εξακολουθούν να ανήκουν  σε ομογενή) και  LEBON (οι κατιόντες του ιδιοκτήτη αυτού ζουν στην Αθήνα) κ.α.

(iii)  Σήμερα είναι ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Υποστήριξης Ρωμαίϊκων Κοινοτικών Ιδρυμάτων (ΣΥΡΚΙ). 

(iv)  Συνοικία στην ευρωπαϊκή πλευρά της Κωνσταντινούπολης. Γειτνιάζει με το Σίσλι, το Κούρτουλους (Ταταύλα), και το Φερίκιοϊ (Δώδεκα Απόστολοι). Παλαιότερα εκεί ζούσαν πολλοί Λεβαντίνοι (Χριστιανοί Ρωμαιοκαθολικοί), Αρμένιοι, Έλληνες και Εβραίοι. Σήμερα, στην συνοικία αυτή εξακολουθούν να κατοικούν Αρμένιοι και ελάχιστοι Έλληνες.

 (v) Ιερός Ναός Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μεγάλου Ρεύματος. Στην ευρωπαϊκή (δυτική) ακτή του Βοσπόρου.

(vi)  Δηλαδή, εξευρωπαϊσμένη, εκδυτικισμένη, στην γραμμή των όντως καινοτόμων, εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων του Κεμάλ Ατατούρκ.

(vii)  Οι Εβραίοι της Τουρκίας είναι ισπανόφωνοι, καθότι είναι οι απόγονοι των Εβραίων, που απελάθηκαν από την Ισπανία το 1492 με διαταγή της Βασίλισσας Ισαβέλλας της Καθολικής (Isabela la Catόlica) και του Μεγάλου Φερδινάνδου (Ferdinando el Gran).  

 (viii) Aραμαϊκά ομιλούν οι Σύριοι Χριστιανοί (Süryani). Είναι η γλώσσα, στην οποία τελείται η Θεία Λειτουργία τους και οι λοιπές Ιερές Ακολουθίες τους.

Συμ. Σύνταξης: Το άρθρο έχει διαχρονική αξία κατά την άποψη της ιστοσελίδας. Αποτελεί ντοκουμέντο, ακόμη και για αυτούς πο δεν έχουν την δυνατότητα να διαβάσουν το βιβλίο. Στις 1448 λέξεις του, μπορεί ο αναγνώστης να κάνει έναν περίπατο στην οικονομική αναδιάρθρωση της κοινωνίας, με βασικό παράδειγμα την Κωνσταντινούπολη, ενώ είναι δυνατή η προσβάση των μαθητών που ενθαρρυνόμενοι από τους εκπαιδευτές τους, θα ερευνήσουν την δημιουργία επαγγελμάτων μέσα από τις κοινωνικές ανάγκες, σε διάφορες περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας, στο διαδίκτυο. Το ύφος της γλώσσας διατηρήθηκε από ελάχιστο σεβασμό προς τον συγγραφέα του.