Το όπλο της Σιωπής

Η Ελλάδα αλλάζει. Οι Έλληνες είναι σε μια ευφορία μετά από μια πολυετή κατάθλιψη ως αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής της λιτότητας, την οποία εμπνέεται η αστική τάξη της Γερμανίας και εφαρμόζει η αστική τάξη της Ελλάδας.

Οι ελληνικές παροικίες προσαρμόζονται αργά και συχνά “παραμορφωτικά”. Παραμορφωτικά, βέβαια κατά την άποψη των ανυπόμονων οραματιστών της αναγκαιότητας της άμεσης κοινωνικής αλλαγής.

Η παροικία του Μοντρεάλ είναι το αστικό κέντρο του Καναδά με τη μεγαλύτερη ίσως πυκνότητα προοδευτικών δυνάμεων. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η πυκνότητα των συντηρητικών δυνάμεων δεν είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η ελληνική παροικία στο Μοντρεάλ διατηρεί π.χ. 12 ελληνικές ορθόδοξες εκκλησίες, οι περισσότερες από αυτές σε ανθηρή οικονομική κατάσταση, εξασφαλίζουν ένα σημαντικό έσοδο για την επισκοπή Καναδά. Εξάλλου ο Επίσκοπος Σωτήριος υπερηφανεύεται για την εξαιρετική επιχειρηματική του ικανότητα στη διαχείριση της Επισκοπής (με την επιχειρηματική δραστηριότητα να έχει επεκταθεί και στη δημιουργία γυναικείου μοναστηριού, το οποίο γίνεται τόπος συγκέντρωσης νεαρών γυναικών όσως και ηλικίας κάτω των 18 ετών).

Η σχέση εκκλησίας και λαϊκών οργανισμών είναι στενότατη. Η στενότητα αυτή δεν μπορεί να αμβλυνθεί ομαλά. Οι διάφοροι εθνικοτοπικοί σύλλογοι ελέγχονται από συμπατριώτες μας που μοναδικό σκοπό έχουν να επανδρώνουν τα δ.σ. για να μην εκλεγούν οι “κουμμουνιστές”. Ακόμη και στην κορωνίδα της συλλογικής δραστηριότητας, την Ελληνική Κοινότητα Μοντρεάλ, οι κοινωνικές διαφορές παρουσιάζονται ως διαφορές ανάμεσα στους χριστιανούς και στους λαϊκούς. Είναι φανερή αυτή η διαφορά στις γ.σ. που έχουν ως θέμα συζήτησης την χρηματοδότηση της Επισκοπής. Σε αυτές τις γ.σ. παρίστανται εκανοντάδες μέλη για να αντισταθούν στην καθολική κατοχή του οργανισμού από την Επισκοπή. Πίσω από αυτή τη διχογνωμία κρύβεται μια πολιτική αντιπαράθεση. Τα μέλη που στηρίζουν τις οργανικές σχέσεις μεταξύ κοινότητας και επισκοπής έχουν άμεση σχέση με τις συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις ενώ τα μέλη που αντιτίθενται προσανατολίζονται προς τις δυνάμεις αμφισβήτησης και αλλαγής, μιας αλλαγής προς την ανεξαρτητοποίηση του κοινοτικού οργαναισμού από την Επισκοπή.

Στην ιστορική εξέλιξη των παροικιών τολμήθηκαν διάφορες πρωτοβουλίες για την λαϊκοποίηση των οργανισμών. Την πετυχημένη δημιουργία μιας τέτοιας λαϊκής κοινότητας εκφράζει Η “Ελληνική Κοινότητα Εντμοντον και Περιχώρων”, στην πόλη Έντμοντον της επαρχίας Αλμπέρτα. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της παροικίας είναι η κυριαρχούσα αντίληψη της εργατικής τάξης. Η μεγάλη οικονομική ανάπτυξη της Αλμπέρτα, εξαιτίας των πλούσιων κοιτασμάτων πετρελαίου, έγινε πόλος προσέλευσης των εργατών και ελληνικής καταγωγής, αρκετών ειδικευμένων, που προτοστάτησαν και στήριξαν την δημιουργία της λαϊκής κοινότητας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του πρώτου προέδρου της Κοινότητας, ο οποίος ήταν μηχανικός κινηματογράφου και πρόεδρος του συνδικάτου των μηχανικών κινηματογράφου της Αλμπέρτα, παράλληλα και μέλος του κυβερνητικού κόμματος των συντηρητικών. Από την ομάδα αυτών των πολιτών αναπτύχτηκε με τον καιρό η ομάδα επιχειρηματιών, κυρίως ιδιοκτητών εστιατορίων, με αποτέλεσμα η συνείδηση της παροικίας να διαμορφώνεται με την σημαντική συμβολή όλων αυτών των πολιτών. Το αποτέλεσμα ήταν μια ριζοσπαστική απόφαση δημιουργίας ξεχωριστής και ανεξάρτητης και αυτόνομης κοινότητας από την ενορία. Στην κατεύθυνση αυτή βρήκαν συμπαραστάτες μια “κρίσιμη μάζα” φοιτητών ελληνικής καταγωγής στο πανεπιστήμιο της πόλης, φοιτητές οι οποίοι με τις γνώσεις και την επιστημονική προσέγγιση της αναγκαίας εργασίας συνέβαλαν στην ανάπτυξη του οργανισμού βάζοντας μια δομή που εξασφαλίζει ακόμη και τώρα την λαϊκή πορεία του οργανισμού. Η “λαϊκή” έννοια του οργανισμού εστιάζεται σε μια απλή θέση και στάση: “Η κοινότητα ειναι χώρος συγκέντρωσης των Ελλήνων και χώρος πολιτισμικών δραστηριοτήτων μεν, αλλά χωρίς θρησκευτική χρειά. Οποιαδήποτε θρησκευτική τελετή, πραγματοποιείται στην ενορία και στηρίζεται από τα μέλη της Κοινότητας χωρίς κανέναν περιορισμό. Οι δυο οργανισμοί συνυπάρχουν αλλά είναι ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλον και αυτόνομοι”. Η διαφορά είναι ότι ο Επίσκοπος δεν μπορεί να βάλει “χέρι” στα οικονομικά της Κοινότητας. Προσπαθεί βέβαια να “βάλει χέρι” στην εκπαίδευση, προσπαθώντας να κλείσει το σχολείο ελληνικής γλώσσας της Κοινότητας και να απορροφήσει τη νέα γενιά στο σχολείο της ενορίας, για τους εύλογους κοινωνικούς λόγους που ο κάθε καλοπροαίρετος αναγνώστης μπορεί να καταλάβει, να κόψει δηλαδή σε βάθος χρόνου την λαϊκή συνείδηση του οργανισμού. Η οικονομική ανεξαρτησία της Κοινότητας, οφείλεται στα έσοδα από εκδηλώσεις στη πραγματοποίηση των οποίων συμβάλλουν εθελοντικά τα μέλη. Η Κοινότητα ανταποδίδει στην παροικία, προσφέροντας δωρεάν μαθήματα ελληνικών χορών, εκτάκτων σεμιναρίων και δωρεάν μαθήματα της ελληνικής γλώσσας.

Η Ελληνική Κοινότητα Έντμοντον και Περιχώρων δεν είναι ένας οργανισμός που αναπτύσσεται αρμονικά. Υπάρχουν συγκρούσεις αδυσώπητες από τις δυνάμεις που θέλουν να κρατήσουν τον οργανισμό κάτω από τον έλεγχο των προοδευτικών δυνάμεων που την ανέπτυξαν σε ένα οργανισμό με μεγάλη περιουσία και στις δυνάμεις που θέλουν να την συρρικνώσουν ώστε να εκμεταλλευτούν αυτή την περιουσία για δικούς τους σκοπούς αλλά και για να προσαρτηθεί στον έλεγχο της Επισκοπής. Όσο πιο αμεσοδημοκρατική θα είναι η λειτουργία της κοινότητας, τόσο πιο δύσκολο θα είναι οι φυγόκεντρες δυνάμεις να κυριαρχήσουν και να υλοποιήσουν τα αντιλαϊκά συμφέροντα. Ένα μεγάλο ξεπληρωμένο κτίριο με έναν λογαρισμό με σημαντικό ποσά στην τράπεζα δείχνουν τα αποτελέσματα της αμεσοδημοκρατικής διαχείρισης.

Αντίθετα, η Ελληνική Κοινότητα Μοντρεάλ πλέει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Είναι υπό τον έλεγχο της Επισκοπής, υποχρεώνεται να πληρώνει όλα τα έξοδα έξι εκκλησιών και επιπλέον να δίνει έναν κεφαλικό φόρο, τον οποίο ονομάζουν “λογία” στην Επισκοπή, ένα ποσόν που ξεπερνά τυ ύψος των 150 000$ ετησίως.

Η διαχείριση αυτής της Κοινότητας κυριαρχήθηκε από τις θρησκευτικές δυνάμεις, με συμβούλους που αμφισβητήθηκε η πίστη τους στην υπηρεσία του οργανισμού, με κατάχρηση της εμπιστοσύνης της παροικίας και με σπατάλες που έφεραν την Κοινότητα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Για την σωτηρία της όχι μόνον εγγυήθηκαν συμπάροικοι αλλά ακόμη και η Ελληνική Κυβέρνηση. Δεν θα ενδιαφερόταν κανείς γι’ αυτήν την Κοινότητα αν δεν είχε διαμορφώσει ένα σχολικό σύστημα τεσσάρων δημοτικών σχολείων ημερήσιας τρίγλωσσης εκπαίδευσης. Το ημερήσιο αυτό σύστημα επιχορηγείται από την επαρχιακή κυβέρνηση με 60% του προϋπολογισμού του, κυρίως για το γαλλικό πρόγραμμα σπουδών, ενώ το υπόλοιπο 40% καλύπτεται από τα δίδακτρα των γονέων. Οι κτιριακές ανάγκες των κοινοτικών σχολικών κτιρίων είναι σημαντικές, με αποτέλεσμα το έλλειμμα να γίνεται προσπάθεια να καλυφθεί από τις δραστηριότητες εθελοντικών παροικιακών οργανισμών και κοινοτικών επιτροπών.

Σε αυτές τις παροικιακές διεργασίες η πολιτική της Ελλάδας παραμένει αδρανής, παρακολουθεί τις εξελίξεις και ο γενικός πρόξενος πάντα ενισχύει τις προσπάθειες της παροικίας είτε με παρεμβατικό είτε με διακριτικό τρόπο, κρατώντας πάντα μια στάση, που μάλλον ακολουθεί αυτό που είπε ο Επίσκοπος σε μια εκδήλωση της Κοινότητας, παρουσία του τότε γενικού προξένου “ιεραρχικά είμαι προϊστάμενος του γενικού προξένου”. Η έκφραση αυτή τα λέει… όλα. Το ελληνικο κράτος έχει παραχωρήσει την κηδεμονία των παροικιών της Αμερικής στην ελληνική ορθόδοξη εκκλησία. Από αυτή τη σχέση πηγάζουν και όλες οι κακοδαιμονίες.

Η νέα κυβέρνηση έχει ένα άλλο ήθος και πολιτική. Δεν μπορεί όμως να φέρει αλλαγή. Πρωταρχικά, διότι και αυτή άμεσα ή έμμεσα επιτρέπει τη συμμετοχή των εκκλησιαστικών οργανισμών στα όργανα του ΣΑΕ, που κατά τα άλλα αποτελoύν όργανα των αντιπροσώπων των λαϊκών οργανισμών, σύμφωνα με τις προτάσεις που έχει καταθέσει για την πολιτική της όσον αφορά στον απόδημο ελληνισμό.

Ένας άλλος λόγος είναι τα μεγάλα προβλήματα που η κυβέρνηση πρέπει να αντιμετωπίσει στην ενδοχώρα, με αποτέλεσμα να μην θεωρείται προτεραιότητα ο απόδημος ελληνισμός.

Η διπλωματική στάση του ελληνικού κράτους θα συνεχίζεται, γι αυτό και η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, από το Πατριαρχείο στο οποίο ανήκει η Επισκοπή Καναδά (η οποία το ενισχύει οικονομικά, σε σημαντικό βαθμό το Πατριαρχείο), μέχρι τις Επισκοπές της αμερικανικής ηπείρου, θεωρείται ότι διατηρεί δια της γενικότερης σιωπής τον έλεγχο του απόδημου ελληνισμού στην Αμερική.

Η αλλαγή εξαρτάται από την τοπική κοινότητα, η οποία καλείται να βρει την ελληνικότητά της ως μια ανεξάρτητη έννοια από την θρησκευτική της προσέγγιση. Μόνον έτσι, όλοι όσοι θεωρούν τους εαυτούς τους μέρος της ελληνικής παιδείας θα μπορούν να συμμετάσχουν και να συμβάλουν στην πορεία της παροικίας.

Έτσι, ίσως, δίνεται και μια εξήγηση για την αδύνατη συμβολή της ελληνικαναδικής παροικίας στην συμπαράσταση των πατριωτικών ενεργειών της νέας ελληνικής κυβέρνησης. Χρειάστηκε η συμβολή της ντόπιας κεμπεκιώτικης κοινωνίας να αναδείξει αυτή την συμπαράσταση από τo groupJournal Alternative” του Montreal. Ένα γκρουπ που και στο παρελθόν φιλξένησε τους δημάρχους της Αλεξανδρούπολης και Σκουριών στον αγώνα τους εναντίον της εταιρείας El Dorado, ενώ η Ελληνική Κοινότητα Μοντρεάλ τους αγνόησε παντελώς.