ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ η πρωτεύουσα της Μακεδονίας – 1

Ο Νομός Θεσσαλονίκης

Βασικοί συντελεστές οικονομικής ανάπτυξης της περιόδου μέχρι το 1912:

Το 316 / 315 π.Χ. ο βασιλιάς της Μακεδονίας, Κάσσανδρος, δημιουργεί και δίνει στη νέα πόλη το όνομα της γυναίκας του Θεσσαλονίκης, αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου (Βακαλόπουλος, 1985). Η σωστή επιλογή της γεωγραφικής θέσης της νέας πόλης (εύκολη σύνδεση της ενδοχώρας με τη θάλασσα, σταυροδρόμι ανατολής – δύσης, επίκαιρη θέση στη βαλκανική χερσόνησο), συντελεί στην γρήγορη εξέλιξη της πόλης. (Ας σημειωθεί ότιτο λιμάνι της Θέρμης των Αρχαϊκών και κλασσικών χρόνων την περίοδο 710-315π.Χ. υπήρξε το πλέον σημαντικό για την ευρύτερη περιοχή, και ο Θουκυδίδης αναφέρει και την παρουσία των Αθηναίων, που μπορεί να ερμηνευτελι ότι η πόλη δεν είχε δημιουργηθεί από τους Αθηναίους αλλά σύμφωνα με τον Ηρόδοτο ίσως από τους Κορινθίους. Σχετικό χάρτη της ευρύτερης περιοχής, της ΜΥΓΔΟΝΙΑΣ, μπορείτε να δείτε αναζητώντας τους χάρτες στις επόμενεες σελίδες της πηγής με την οποία θα συνδεθείτε πατώντας επάνω σε αυτό το κείμενο).

Το 168 π.Χ. η Θεσσαλονίκη υποτάσσεται στους Ρωμαίους και γίνεται πρωτεύουσα του διοικητικού αυτόνομου τμήματος, που περιελάμβανε την περιοχή από τον Αξιό ως το Στρυμόνα ποταμό (Βακαλόπουλος, Απ., 1985). Κατά 148-146 π.Χ. η Μακεδονία ανακηρύσσεται ρωμαϊκή επαρχία, έδρα ρωμαίου στρατηγού, με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη.Ο φυσικός δρόμος Αξιού – Μοράβα, που οδηγεί στην Κεντρική Ευρώπη, η κατασκευή της Εγνατίας οδού το 130 π.Χ. και ο σχετικά ευρύχωρος «σκαπτός λιμήν», κατέστησαν τη Θεσσαλονίκη και εμπορικό σταυροδρόμι και επίκαιρη βάση για διοικητικό έλεγχο και για πολεμικές επιχειρήσεις (Βακαλόπουλος, 1985).

(Η Εγνατία Οδός ήταν ένας από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς και εµπορικούς δρόµους του αρχαίου κόσµου. Ο άξονας που συνέδεε τη Ρώµη με τις κτίσεις της στην Ανατολή. Κατασκευάστηκε μεταξύ 146 και 120 π.Χ. από τον ανθύπατο της Μακεδονίας Γναίο Εγνάτιο, πάνω στα ίχνη του πανάρχαιου δρόµου που διέσχιζε τη Μακεδονία και τη Θράκη από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Τον δρόµο αυτόν είχαν ακολουθήσει τα στρατεύµατα του Δαρείου και του Ξέρξη στις εκστρατείες των Περσών κατά της Ελλάδος στις αρχές του 5ου π.Χ. αι. Τον ίδιο δρόµο ακολούθησε και ο Αλέξανδρος στην εκστρατεία του από την Ευρώπη προς την Ασία.)

Η βυζαντινή περίοδος αρχίζει το 330 μ.Χ. Η Θεσσαλονίκη την περίοδο αυτή αναπτύσσεται οικονομικά, δημογραφικά, πολεοδομικά και εξελίσσεται στο δεύτερο μεγάλο διοικητικό κέντρο της αυτοκρατορίας.

Το 1224 η πόλη καταλαμβάνεται από τον ηγεμόνα της Ηπείρου Θεόδωρο Δούκα Κομνηνό Άγγελο, επίδοξο αυτοκράτορα, και τελικά το 1246 τόσο η πόλη όσο και η γύρω περιοχή γίνεται τμήμα της Αυτοκρατορίας της Νικαίας. Σε όλο αυτό το διάστημα η Θεσσαλονίκη είναι το επίκεντρο των πολέμων μεταξύ του Δεσποτάτου της Ηπείρου, των Βουλγάρων και της Αυτοκρατορίας της Νικαίας. Την περίοδο αυτή η Θεσσαλονίκη αντικαθιστά την Κωνσταντινούπολη ως καλλιτεχνικό και πολιτισμικό κέντρο. Ταυτόχρονα είναι το μεγάλο εμπορικό κέντρο της περιοχής, αναπτύσσεται η βιοτεχνία και δημιουργούνται οι βάσεις ανάπτυξης μιας μεσαίας τάξης και αυτονόμησης από την κεντρική εξουσία της Κωνσταντινούπολης. (Ο χάρτης παρουσιάζει την διαμόρφψση των συνόρων κατά την περίοδο αυτή).

Με την έναρξη της Τουρκοκρατίας (1430) η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη με ελάχιστους κατοίκους. Όλη τη διάρκεια του 16ου αι. η πόλη της Θεσσαλονίκης εξελίσσεται σε διεθνές εμπορικό κέντρο. Όμως στον 17ο αι. το εμπόριο περιορίστηκε. Το εμπόριο της Ανατολικής Μεσογείου παρακμάζει και οι χερσαίοι δρόμοι γίνονται ανασφαλείς. Η οικονομική δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης περιορίζεται κυρίως στην κατασκευή εριούχων υφασμάτων για εσωτερική κυρίως κατανάλωση και στην παραγωγή μπαρουτιού. H κοινότητα, που ιδίως ασχολείται με τις δυο αυτές βιομηχανικές διαδικασίες, είναι η εβραϊκή. Όμως η οικονομική διείσδυση των βιομηχανικά ανεπτυγμένων δυτικών χωρών και κυρίως της Γαλλίας, που απαιτεί και τελικά πετυχαίνει το 1730 την απελευθέρωση της εμπορίας μαλλιού από την υποχρεωτική συγκέντρωσή του προς όφελος των υφαντουργείων της Θεσσαλονίκης, καταστρέφει την ανθηρή αυτή βιομηχανία, επιφέροντας οικονομική κρίση στην πόλη και αλλάζοντας την οικονομία της από παραγωγική σε μεταπρατική.

Από τις αρχές του 18ου αι. επαναρχίζει η οικονομική ανάπτυξη και μεγαλώνει η οικονομική σημασία της Θεσσαλονίκης μέσο των προσπαθειών των Άγγλων, Γάλλων και Αυστριακών να διεισδύσουν στις αγορές της Ανατολικής Μεσογείου και ιδιαίτερα των αστικών κέντρων που διαθέτουν λιμάνι (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Θεσσαλονίκη κ.ά.). Οι συνθήκες που υπογράφονται διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη εμπορική διακίνηση αγαθών. Η πόλη γίνεται πόλος έλξης για μεγάλο τμήμα του αγροτικού πληθυσμού κυρίως από την ενδοχώρα. Είναι ενδεικτικό ότι η πόλη θα τριπλασιάσει τον πληθυσμό της από το 1820 στο 1907. Η αιτία γίνεται κατανοητή από τη σύγκριση των ημερομισθίων του εργάτη και του αγρότη. Του ανειδίκευτου εργάτη στα 1820 είναι 40 – 50 παράδες, του ειδικευμένου 60 – 70 παράδες, ενώ το αγροτικό μόλις 16 – 20 παράδες. Παρ’ όλα αυτά ο εργάτης, ο βοηθός τεχνίτη, ο λιμενεργάτης και ο υπηρέτης, που μαζί με τις οικογένειές τους αποτελούσαν το 50% του πληθυσμού της πόλης, μόλις και εξασφάλιζαν την αναγκαία σε θερμίδες διατροφή της οικογένειάς τους (3.000 θερμίδες για κάθε άντρα, 2.000 θ. για κάθε γυναίκα και 5.000 θ. για 3 παιδιά).

Η επανάσταση του 1821 στη νότιο Ελλάδα, φέρνει αναβρασμό στις τάξεις της ελληνικής κοινότητας... Το γενικό κύμα φυγής του ελληνικού στοιχείου ανακόπτει προσωρινά τη συμμετοχή του στην οικονομική ανάπτυξη της πόλης, που θα συνεχιστεί σε όλη τη διάρκεια του 19ου αι. και θα εκτοξευθεί στο τελευταίο του τέταρτο. Η οικονομική ανάπτυξη βασίζεται κυρίως στο εμπόριο και στην εισροή κεφαλαίων από τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Οι χώρες αυτές διεισδύουν ιμπεριαλιστικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, που συρρικνώνεται αντιμετωπίζοντας πλείστα προβλήματα. Χαρακτηριστικό είναι το δασμολόγιο που έχουν πετύχει οι Ευρωπαίοι : 3% ενιαίος δασμός για τους Ευρωπαίους, 4% για τους μουσουλμάνους και 5% για τους ραγιάδες υπηκόους. Επίσης γνωρίζουμε πως το 1839 κατοικούσαν στη Θεσσαλονίκη 165 χριστιανικές οικογένειες και 108 ισραηλιτικές με ευρωπαϊκή υπηκοότητα ή «προστασία», οι επονομαζόμενοι βερατλήδες ή μπερατλήδες. Το 1913, από τους 10.000 ξένους υπηκόους της Θεσσαλονίκης, οι Έλληνες αποτελούν το 50%, 5.000 άτομα (Μοσκώφ, Κ., 1988, σ.σ. 268 και 269-70 υποσημείωση). Το εμπόριο όμως απαιτεί δρόμους. Έτσι το 1871 κατασκευάζεται η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης – Σκοπίων με αυστριακά κεφάλαια, που διαχειρίζεται η οικογένεια Χιρς. Το 1881 ολοκληρώνεται η σύνδεση με Βελιγράδι και το 1894 η σύνδεση με το Μοναστήρι, με κεφάλαια της DeutscheBank. Το 1896 ολοκληρώνεται η σιδηροδρομική σύνδεση Θεσσαλονίκης – Κωνσταντινούπολης και το 1891 εγκαινιάζεται τι ιππήλατο τραμ, και το 1907 γίνεται ηλεκτροκίνητο.

Το 1836 στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης καταπλέουν πλοία συνολικής χωρητικότητας 25.000 τόνων, ενώ το 1869 243.000 τόνων. Η κίνηση του λιμανιού πολλαπλασιάζεται, ιδίως σε τονάζ ( το 1881,  5.633 πλοία από τα οποία 345 ατμόπλοια,  425.016 τόνοι – το 1889, 8.946 πλοία από τα οποία 1.540 ατμόπλοια και 1.467.517 τόνοι). Το εξωτερικό εμπόριο της Θεσσαλονίκης στα 1900 φτάνει τα 82.000.000 χρ. φράγκα και στα 1911 τα 160.000.000 χρ. Φράγκα (Μοσκώφ, 1988: 260 – 261). Όμως τα οικονομικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπόκεινται από το 1875 (διάταγμα Μουχαρέμ) σε άμεσο ευρωπαϊκό έλεγχο. Η κυρίαρχη τράπεζα στην Αυτοκρατορία, η Οθωμανική Τράπεζα, δημιούργημα γαλλικών και βρετανικών κεφαλαίων, είναι κυρίαρχη και στην αγορά της Θεσσαλονίκης. Το 1888 οι γηγενείς ισραηλίτες Αλατίνι ιδρύουν την Τράπεζα Θεσσαλονίκης με αυστριακά κεφάλαια, κυρίως της LanderBank. Είναι η τράπεζα στήριξης του ισραηλιτικού εμπορίου ως τα 1909 που μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη. Στα 1899 η Τράπεζα Μυτιλήνης ιδρύει υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη, που μαζί με το υποκατάστημα της Τράπεζας Βιομηχανικής Πίστης (ελληνικών συμφερόντων) θα παίξουν σημαντικό ρόλο συντονιστή των οικονομικών δραστηριοτήτων του ελληνισμού της Μακεδονίας, αλλά και πολιτικό ρόλο στα δύσκολα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα.

Το πρώτο εργοστάσιο στην πόλη ιδρύεται στα 1854 και είναι ένας ατμόμυλος. Στα 1873 ιδρύεται ο μεγάλος ατμόμυλος Αλατίνι, στα 1870 η σαπωνοποιεία Βουδελίκα, στα 1878 η νηματουργία Ησαΐα και τα οινοπνευματοποιεία Μισραχήμ και Σία. Στα 1884 υπάρχουν 10 αλευρόμυλοι, 2 νηματουργεία, 1 οινοπνευματοποιείο, 6 σαπωνοποιεία, 1 κεραμουργείο, 1 καρφοβελονοποιείο, 1 καπνεργοστάσιο (της Ρεζί). Η επεξεργασία καπνού είναι ο κύριος βιομηχανικός κλάδος της πόλης. Απασχολούνται περίπου 10.000 εργάτες, κατά μέσο όρο κάθε χρόνο για ένα εξάμηνο (Μοσκώφ, 1988: 263). Στην απογραφή του 1890 καταγράφονται στην πόλη της Θεσσαλονίκης 13 αλευρόμυλοι, 4 νηματουργεία μεταξιού, 1 βελονοποιείο, 1 οινοπνευματοποιείο, 1 χαρτοποιείο, 1 σιδηρουργία, 1 εργοστάσιο επεξεργασίας καπνού και 3 σαπωνοποιίες. Δηλώνεται σαφώς, στο συνοδευτικό κείμενο της απογραφής, πως η εκβιομηχάνιση προχωρά με αργά βήματα : «… η βιομηχανία διατροφής ασκείται με πολύ παλιές μεθόδους.[…] Δυστυχώς στο βιλαέτι μας ούτε η υφαντουργία έχει ακόμη βιομηχανοποιηθεί». Καταγράφεται επίσης η κρίση των παραγωγικών μονάδων λόγω του ανταγωνισμού των ευρωπαϊκών προϊόντων, «Αν και τα συναφή με την παραγωγή λουτρικών ειδών επαγγέλματα ήταν πολύ ανεπτυγμένα στο βιλαέτι μας, ειδικά στη Θεσσαλονίκη και τη Βέροια, ο ανταγωνισμός των ευρωπαϊκών προϊόντων οδήγησε σταδιακά στην παρακμή και σχεδόν στην καταστροφή του κλάδου. […] Τα κιλίμια και οι κετσέδες της Θεσσαλονίκης ήταν κάποτε πολύ δημοφιλή, τώρα όμως τείνουν να εξαφανιστούν και η παραγωγή περιορίσθηκε σε 5 – 6 αργαλειούς. […] η βυρσοδεψία κάποτε άνθιζε, αλλά στη συνέχεια δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον ξένο ανταγωνισμό και έχασε την παλαιότερη σημασία της.» (Χεκίμογλου, Ε. – Danacioglu, 1998: 20).

Το εξωτερικό εμπόριο στις αρχές του 20 ου αι. παραμένει στα χέρια ισραηλιτών.Οι εργάτες στην πόλη είναι περίπου 25.000 και απ’ αυτούς 12.000, σχεδόν το 50%, απασχολούνταν στην βιομηχανία, έστω και εποχιακά (ιδίως στην επεξεργασία του καπνού και μεγάλο ποσοστό είναι γυναίκες και παιδιά) (Μοσκώφ, 1988: 271). Σύμφωνα με την απογραφή του 1890 οι εργάτες τεχνίτες τόσο στον κλάδο της βιομηχανίας όσο και σε επίπεδο βιοτεχνικό είναι 85.000 (2.000 μόνιμοι βιομηχανικοί εργάτες, 7.500 υφαντές και 75.000 άλλοι τεχνίτες). Δεν συμπεριλαμβάνονται οι εποχιακά εργαζόμενοι ιδίως στην επεξεργασία καπνού. Στο κείμενο της απογραφής δηλώνεται πως ο αριθμός αυτός «… αντιπροσωπεύει περίπου ποσοστό 5% του πληθυσμού. Καταλαβαίνουμε έτσι γιατί η βιομηχανία μας είναι σε τόσο χαμηλό επίπεδο, όταν λάβουμε υπόψη ότι το αντίστοιχο ποσοστό είναι πάνω από 30% σε χώρες όπως η Γαλλία, η Αγγλία, η Γερμανία, το Βέλγιο κτλ.» (Χεκίμογλου – Danacioglu, 1998: 20-22).Υπάρχουν επίσης 3.000 αγροτικοί εργάτες, 2.000 εργαζόμενοι στις οικοδομές και 3.000 εργαζόμενοι στο λιμάνι. Σημαντικό μέρος του πληθυσμού είναι και το οικιακό προσωπικό, περισσότερο από 5.000 ίσως και 10.000 άτομα στα 1910 (Μοσκώφ, 1988: 271)

έχουμε μια μονομερή και αντιφατική ανάπτυξη. Από τη μια μεριά αύξηση του πλούτου ορισμένων μεταπρατών, συνδεδεμένων με τις δυτικές οικονομίες, εξευρωπαϊσμού των κτιρίων ακόμη και αυτών των δημόσιων οθωμανικών, δημιουργία ορισμένων βιομηχανικών μονάδων και από την άλλη αύξηση των κατοίκων που υποαπασχολούνται και μετατρέπονται σε ένα ευάλωτο προλεταριάτο και ταυτόχρονα διατήρηση του αγροτικού πρωτογενούς τρόπου οικονομικής ζωής (Χασιώτης, 1985: 168). Έτσι τα βασικά ημερομίσθια του 1820 μένουν σε σταθερές τιμές ανεξέλικτα ως τα 1908. Μόνο μετά τη νεοτουρκική επανάσταση και τις απεργίες ανεβαίνουν από τα 1,25 χρ. φράγκα (5 γρόσια ή 200 παράδες) σε 2 χρ. φράγκα. Στα 1908 τα 2/3 του πληθυσμού της πόλης μόλις καταφέρνει και επισιτίζεται. Το δε μέσο ετήσιο εισόδημα του περίπου 300 χρ. φράγκα παραμένει σταθερό παρά την αύξηση του αντίστοιχου μέσου όρου του ετήσιου εισοδήματος κατά 200% (Μοσκώφ, 1988: 272).

Οι μικροεπαγγελματίες, οι μικροβιοτέχνες και οι τεχνίτες, που αποτελούν το 20% με 25% του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης (μαζί με τις οικογένειές τους), δέχονται, ιδιαίτερα μετά το 1880 – 1890, τις πιέσεις των ευρωπαϊκών προϊόντων που κατακλύζουν τις αγορές. Χωρισμένοι σε πατροπαράδοτες συντεχνίες (ισνάφια), που μόνο προστατευτικά μπορούν να λειτουργήσουν, αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στη οργανωμένη επίθεση των δυτικοευρωπαϊκών προϊόντων. Μεμονωμένες προσπάθειες, όπως η ίδρυση Λαϊκής Τράπεζας από 30 επαγγελματίες της πόλης με κεφάλαιο 50.000 χρ. φράγκα (Μοσκώφ, 1988: 284) αναδεικνύουν το πρόβλημα μάλλον παρά το λύνουν. Μόνο τα δραματικά γεγονότα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου θ’ αλλάξουν, εν μέρει, τις οικονομικές σχέσεις.

Όμως η μετέπειτα εξέλιξη του κινήματος των Νεότουρκων, από ένα κίνημα που αγκάλιαζε όλους τους λαούς της αυτοκρατορίας, σε ένα κίνημα απόκτησης τουρκικής ταυτότητας και επιβολής της τουρκικής εθνότητας στις άλλες, σε συνδυασμό με τις μεγαλοϊδεατικές τάσεις των άλλων βαλκανικών κρατών κατέληξαν στις πολεμικές συγκρούσεις, που έμειναν γνωστές ως βαλκανικοί πόλεμοι. Όσον αφορά τη Θεσσαλονίκη , τα ελληνικά στρατεύματα μπαίνουν νικηφόρα στις 26/10/1912 στην πόλη. Όμως οι βουλγαρικές βλέψεις για την πόλη και τη γύρω περιοχή της Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας, καθώς και η ύπαρξη βουλγαρικών στρατευμάτων μέσα και γύρω από την πόλη, οδηγούν σε σύγκρουση Ελλάδας και Σερβίας με τη Βουλγαρία. Τελικά η συνθήκη του Βουκουρεστίου (10/8/1913) επισφραγίζει την οριστική ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στην Ελλάδα.

Αποσπάσματα από την ιστοσελίδα που δεν υπάρχει πλέον… αλλά καταφέραμε να σώσουμε τα κείμενα από την άλλοτε ιστοσελίδα του ιστοχώρου του Δήμου Θεσσαλονίκης web.auth.gr/virtualschool/1.4/Praxis/KotinisThessaloniki.htm

(Συνεχίζεται)