Ατραπός Ατροπος

του Βλάσση Κοκκώνη

 

Σε συνθήκες πρωτοφανούς σύγχισης και άκρας  δυστοπίας, οι χρηστοί κατάντησαν άχρειοι και τα καθάρματα ανάγονται σε ήρωες. Με αμφιλεγόμενες  δομικές και θεματικές παραλλαγές, ένα αρπακτικό οικονομικό σύστημα ανυψώνεται πάνω από μία σκηνή γεμάτη ακρωτηριασμένους ηθικά και ιδεολογικά πολίτες. Ο υπερβολικός ζήλος μίας κατ’ επίφαση λύτρωσης προσπαθεί να αντισταθμίσει τη κάθε απώλεια και να προβληθεί σαν θεμιτό  στοιχείο κοινωνικής αντίστασης. Δυστυχώς όμως, δεν μπορεί να λογαριαστεί σαν τίποτα περισσότερο από μία ξεχαρβαλωμένη οδοντοστοιχία που αποπνέει φάλτσα μυρωδιά πάνω στο πρόσωπο της σεμνότητας και ανθρώπινης αλληλεγγύης.

Με το επιχείρημα της πολιτικής πρόφασης και ένα συνήθως αδιόρατο τρωτό σημείο μίας πολύ προσωπικής και κατ’ ουσίαν κτηνώδους εγωπάθειας, κάποια άτομα συνεχίζουν να παράγουν αλγεινές παραστάσεις τρόμου και ανθρώπινου ξεπεσμού. Είναι έτσι, διότι αν το ανθρώπινο ον ζούσε με σκοπό τη βία, τότε η φύση θα το είχε προικίσει με τομάρι αντί επιδερμίδας, με φονικά δόντια και νύχια, ίσως αιχμηρά κέρατα ή έστω με κάποιο δηλητηριώδη αδένα.

Το φαινόμενο της βίας έχει γίνει μέρος και συνθήκη ζωής, ιδιαίτερα στις  μεγάλες αστικές περιφέρειες. Η βιομηχανική και κατ’ επέκταση τεχνολογική επανάσταση μετατόπισαν  αναγκαστικά το επίκεντρο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων από τις αγροτικές περιοχές στον δαίδαλο των μεγαλοπόλεων. Το ανθρώπινο στοιχείο άρχισε να ζεί μέσα σε στενούς και περιορισμένους χώρους που, εν ολίγοις, μπορούν να συγκριθούν μόνο με κλουβιά. Η κολλητή διαβίωση και ο συνωστισμός δεν άργησαν να δείξουν το πραγματικό τους  πρόσωπο, αυτό της φτώχειας, της βίας και μίας νευρωτικά ανικανοποίητης ερωτομανίας. Χωρίς να αντιμετωπίζει τον φόβο της μη αποδοχής, όπως μπορούσε να συμβεί από αρκετούς διά βίου γνώριμους και συγγενείς στις μικρές κοινότητες και αγροτικούς συνοικισμούς, ο ανθρώπινος χαρακτήρας βρέθηκε ξαφνικά να λειτουργεί άνευ  φραγμών και εν μέσω μίας πλήρους ανωνυμίας προς γνώση και συμμόρφωση. Η απουσία βαθιά ριζωμένων οικογενειακών και κοινωνικών σχέσεων εξάρτησης μπορεί να πρόσφερε την ευκαιρία της προσωπικής ανεξαρτησίας, αλλά ταυτόχρονα υπογράμμιζε και την απώλεια ή την αβεβαιότητα γιά τη διατήρηση εκείνου του είδους των θεσμών που είναι τόσο απαραίτητοι στη  βάση και ανάπτυξη μίας υγιεινής, κοινωνικής ζωής και δράσης.

Οι κάτοικοι των πόλεων βρέθηκαν να ζούν πλέον με μία ανάμικτη αίσθηση ελευθερίας και ανασφάλειας σαν δεδομένο. Αυτή η εμφατική ανισορροπία τους έκανε να αισθάνονται σαν ασήμαντοι μάρτυρες ενός απρόσωπου και γενικά ξένου, προς τη φύση τους, εταιρομονοπωλιακού ιστορικού γίγνεσθαι. Στερημένοι, αμήχανοι και ανίκανοι εμπρός στα καινούργια, ηθικά και συναισθηματικά προστάγματα, βρέθηκαν αναπότρεπτα δέσμιοι μίας πληγής  που ονόμαζαν πόλη. Με ενταφιασμένες κριτικές ικανότητες και την οικονομική κρίση στο κύριο πιάτο της ημέρας, δεν τους έχει απομείνει τίποτα άλλο από το να άγονται και να φέρονται μάρτυρες ή συμμέτοχοι ενός μακάβριου χορού γεμάτου σπασμωδικές κινήσεις, παράφωνες επικλήσεις, σωματική υπερδιέγερση και μουδιασμένη λογική. Δηλαδή, εικόνες και σκηνές που παραπέμπουν στον ποιητικό λόγο του Γουϊλλιαμ Μπλαίηκ. Ρημαγμένες πόλεις, αποσκελετωμένοι πνευματικοί ναοί, μιαρά ιδανικά και «…προσπαθώντας να είμαστε κάτι περισσότερο από Ανθρωποι, γινόμαστε κάτι λιγότερο από αυτούς.» Ναι, καταντάμε βαρείς και ασήκωτοι σαν τα πυθάρια που, με το στόμα  διαρκώς να χάσκει, λαχταρούν έναν κόσμο διάφανο σαν το βροχόνερο που θα τα γεμίσει και θα τα κάνει να ξεχάσουν τα σκοτεινά, μουχλιασμένα και μαύρα σωθικά τους.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, κάποιες περιγραφικές σκηνές βίας μπορούν να γίνουν ανεκτές μόνο σαν είδος αισθητικής επιλογής και εξυπηρέτησης γιά το μήνυμα που ένας καλλιτέχνης προσπαθεί να εξάγει με σκοπό όχι την αναπαραγωγή, αλλά προφανώς τη καταδίκη ενός τέτοιου φαινομενου. Κατά τ’ άλλα και εντελώς παρεξηγημένα, η υιοθέτηση βίαιων συμπεριφορών και  πράξεων καταλήγει σε εκείνο το είδος του μέτρου που ξεχωρίζει τον αντρειωμένο από τον δειλό, το παλλικάρι από τον ψοφοδεή, τον σθεναρό και σκληρό χαρακτήρα από τον μαλακό και υποχωρητικό αντίστοιχο του. Τα πράγματα, όμως, δεν είναι ποτέ όπως φαίνονται. Ετσι λοιπόν και η βία δεν χαρακτηρίζει το αντρίκιο αλλά μάλλον το, με στερητικό και κεφαλαίο Α, άνανδρο. Αν πραγματικά θέλεις να αποδείξεις τον ανδρισμό σου, δεν τα βάζεις με το γείτονα σου ούτε με τον φτωχό εμποράκο της λαχαναγοράς. Δεν μαχαιρώνεις, ούτε εκτελείς τους συμμαθητές σου μέσα σ’ ένα σχολείο. Δεν εισβάλεις σε μία κινηματογραφική αίθουσα γιά να σπείρεις τον θάνατο. Δεν μοιράζεις χαστούκια στους συνομιλητές σου, αλλά μήτε χρησιμοποιείς τους ανθρώπους γύρω σου, ανεξαρτήτως χρώματος, εθνικότητας και πεποιθήσεων, σαν σάκους πυγμαχικής εκτόνωσης.

Αν καίγεσαι όμως τόσο πολύ γιά να προβάλεις τον ανδρισμό σου, τη φιλοπατρία σου  ή την  ανάλογη ισοτιμία σου με το «ισχυρό» φύλο, υπάρχουν πολλοί άλλοι τρόποι που μπορείς να το κάνεις και να αποδείξεις ότι πράγματι  είσαι ΑΝΘΡΩΠΟΣ και όχι ένα από συνηθισμένα, υπόλοιπα είδη του ζωϊκού βασιλείου. Γίνε γιατρός ή νοσοκόμος στους γιατρούς χωρίς σύνορα. Πήγαινε να δώσεις τα φώτα της γνώσης σε μία περιοχή με υψηλό επίπεδο αναλφαβητισμού. Μοίρασε ανατριχίλες στον κόσμο με τη λεβεντιά της αρετής και όχι με τη παλάμη ή τη σκανδάλη της κακίας. Αν όλα αυτά δεν φθάνουν γιά  να ανεβάσουν το φιλότιμο, το ηθικό και την αδρεναλίνη σου. Αν το αίμα σου βράζει ασταμάτητα γιά περιπέτεια, δράση και απόδειξη του σκληρού σου μεταλλου. Τότε, τι άλλο απομένει γιά να φανερώσεις το υλικό από το οποίο είσαι φτιαγμένος; Χρησιμοποίησε τη μέθοδο ζίουζίτσου γιά να εξουδετερώσεις έναν πύθωνα. Πήγαινε να δώσεις μερικές ξεγυρισμένες τσιμπιές στις θηλές μίας πολικής αρκούδας. Πλησίασε και προσπάθησε να κλωτσήσεις ένα αγριογούρουνο. Πήγαινε να φτερνιστείς πάνω στο μουσούδι μίας λεοπάρδαλης. Δώσε μία κλωτσιά-μύτο σε ένα σταθμευμένο βιτιοφόρο. Ρίξε μία κεφαλιά στο ξύλινο δοκάρι. Προσπάθησε να ξύσεις τη πλάτη σου με ένα ηλεκτρικό πριόνι. Αγκάλιασε με πάθος τον κινούμενο στρόφαλο μίας μηχανής. Αναψε την ηλεκτρική σόμπα και προσπάθησε να πλύνεις τα μασούρια της ή επιτέλους, χρησιμοποίησε τη φινέτσα σου, λουστράροντας ένα κοινό περίττωμα και επί το λαϊκότερον: κουραδάκι. Πιό άνθρωπος από όλα αυτά, δεν γίνεται!