Μαρτυρία Σ’ Αρτηρία

 

Μαρτυρία Σ’ Αρτηρία

 

 And the void is not the void
because there is nothing to be empty of
(Tristessa, Jack Kerouac)

 

(Robert Frank)

 

Προχωρώντας κάτω

Από τα φώτα των ατελείωτων επιδείξεων

Ανάμεσα σε μασκαρεμένους ανθρώπους

Χωμένος ως πάνω

Σ’ ένα τεράστιο ερωτηματικό:

Προς τι όλη τούτη η αδιάφορη τελετή;

Καυτερός καλοκαιριάτικος ήλιος

Κάθετες ακτίνες

Χωρίς σκιά,

Χωρίς δροσιά

Σε μιά φυγή ντροπής και εξιλέωσης.

Η φυγή

Ο δρόμος που διανύσαμε

Προσφυγή

Και ως παλιά αιτιατική

Αντί επί τετραδίου,

Χαράξαμε πεδία.

Το παλιό Malibu

Ετριξε στο αμάξωμά του

Και μαρσάρισε πάνω στο δρόμο της ερήμου

Του κάκτου και του κροταλία.

Οι θρύλοι των blues το θέλουν

Woman is like a highway

Μιά τρομερή αντίφαση

Σε σχέση με το έρημο τοπίο.

Ο δρόμος δεν είναι ο περίφημος 66

Και η μόνη ιστορία που έχει, είναι αυτή με παράνομους

ιεραποστολους και χαμένους

Από κάποια μεγάλα παιχνίδια πόκερ στην Ανατολή.

Εδώ δεν υπάρχουν καμπάνες

Και ο χρόνος τήκεται σε φθίνουσα γραμμή

Που αφήνουμε πίσω μας ή βρίσκουμε μπροστά μας.

Το μόνο που μπορεί να καταγραφεί

Είναι το άγονο γενονός

Και η σκιά μου που πότε κυνηγάω

Και πoτε δεν βρίσκω

Στο μεγάλο χωνευτήρι της ερήμου

Και του αιώνιου αυτοκινητόδρομου.

Ενας δρόμος, που μπορεί να είναι λάκκος

Τάφος, τάφρος και τεντωμένο σχοινί

Γιά ότι επιθυμώ κι’ αυτά που φοβάμαι.

Δεν υπάρχει το θρόϊσμα από το φύλλωμα δέντρων εδώ.

Κάπου μακριά, σφυρίζει ένα τραίνο.

Μάλλον γιά παραίσθηση πρόκειται ή κόλλημα της φαντασίας

Που πήδησε από τα ψηλά μπαλκόνια της Ανατολής

Κι’ ως που να φθάσει Δύση, έχασε τα χελιδόνια.

Αφέθηκα στο κύμα του θερμού αέρα.

Κάπου αλλού μακριά, χλιμίντρισε το άλογο του BillyTheKid.

Οι αντικατοπτρισμοί από τον καύσωνα

Αρχισαν να λειώνουν βάθος.

Ενας Ινδιάνος μου πρόσφερε μεσκαλίνη,

Αλλά προτίμησα mescal, ουϊσκυ από κάκτο.

Ο δρόμος μιάς ζωής φτωχής

Μιάς βρώμικης ψυχής

Μιάς φυγής από έναν έρωτα μεγάλο.

Μα ήταν ο εραστής ο άλλος

Που δεν άφησε να κολλήσει σαν άκρη από επαναστατικό

τσιγαρόχαρτο στα χείλη

ο έρωτας. Αποκάλεσέ τον Τζερόνιμο.

Θάνατος μέσα στις πολιτείες.

Το κορμί της γης θυμίζει παλιές στιγμές,

Μελαχρινές κυρίες.

Ετσι ήλθε ο δρόμος μετά παρόντος τεθνεόντος.

Ο δρόμος είναι σκληρός, θανατηφόρος

Ασπρο γαζί στη μαύρη του την μπέρτα.

Θάνατος του τσακαλιού

Και ο τόπος της κατσουλιέρας όλος σε μένα

Κι’ όμως δεν πρόκειται γιά κλασσικά εικονογραφημένα.

Προχωρούσα πάνω στο δρόμο

Οταν σκέφτηκα πως, θάνατος είναι οι λεωφόροι.

Θάνατος οι μικροί δρόμοι.

Θάνατος σημαίες και ιδεολογίες.

Θάνατος αγάπες και βροντερές σοφίες.

Ο θάνατος είναι αθάνατος

Κι’ ο δρόμος είναι αδιάβαστος

Μεγάλε Καρυωτάκη!

Δεν είμαι αρνητικός.

Δεν θέλω να με βρούν αδιάβατο,

Οσα επιθυμώ κι’ όσα φοβάμαι.

Αυτό μου θυμίζει πως ένας τέτοιος δρόμος

Δεν έχει διαβάσεις.

Εγινε κάτω από βλέμματα αστών.

Πριν να τον ντύσουν άσφαλτο,

Κάποιες αλυσσοδεμένες ομάδες κατάδικων

Τον καθάρισαν μ’ αφάνες και αξίνες.

Ενα κουνούπι βουϊζει σαν θυμωμένος Τεξανός

Που είναι έτοιμος ν’ αρχίσει καυγά.

Ο ήλιος σηκώνεται πιό ψηλά.

Οι παραισθήσεις της γενιάς μας αυξάνονται

Οπως οι ψύλλοι στις γενειάδες μας.

Προχώρα μπροστά και μην κοιτάς ποτέ πίσω.

Κάνε μιά στάση, να πάω να …αφήσω.

Ενα παραπέτασμα σιωπής χωρίζει το δρόμο

Από την άγρια έκταση.

Ο δρόμος οδηγεί μέσα στην έρημο

Που απόψε μοιάζει με τεράστια κουκούλα

Να καλύπτει το πρόσωπο μου

Και να με κρατά χωρίς διεύθυνση.

Το χωροταξικό εδώ, δεν έχει προχωρήσει αρκετά

– Ο ήλιος συνεχίζει να λάμπει.

Στην πραγματικότητα: είναι μεσάνυχτα βαθειά σκοτεινιασμένα. –

Ετσι λοιπόν, δεν υπάρχουν δρόμοι και διευθύνσεις.

Είμαστε μόνιμοι κάτοικοι στη γη του αρμαντίλλο,

Της σαύρας και του πλαγιανέμη κροταλία,

Αλλά παραμένουμε, στο άγνωστο, άγνωστοι.

Μας τιμώρησαν που δεν ακολουθήσαμε

Την ανατολίτικη καλογερική

Και μπορεί να γλιτώσαμε από κάποια αγχόνη.

Ο δρόμος είναι μιά αποστροφή,

Γι’ αυτό και δεν έχει ούτε μιά στροφή

Που ακόμη και ο ΗuckleberryFinn,

Με σβησμένα όλα τα φανάρια,

Να μην μπορεί να οδηγήσει.

Αυτός ο δρόμος έχει πάντα ήλιο.

Είναι λουσμένος από φως.

Δεν είναι δρόμος λουλουδιών.

Είναι φυλαχτό αγάπης

Και σκέψεων ενδόμυχων

Αναμφιλόγως στέρεων, ανοστων και χλιαρών.

Μην ξεχνάς, βρισκόμαστε σε κατανυχτικό ταξίδι.

Ο ήλιος όμως συνεχίζει να λάμπει ψηλά στον ορίζοντα.

Ο δρόμος γυαλίζει σαν πορσελάνη.

Είναι άσπρος και καυτός.

Κόκκινα ρυάκια κούρασης

Φάνηκαν μέσα στο ασπράδι των ματιών μας.

Το φεγγάρι μεθυσμένο ξέχασε να έλθει να φιλήσει τον ήλιο.

Ενα αηδόνι εκμισθώνει τη σιγαλιά

Και μιά οθόνη τραβιέται πίσω σε θέση βολής

Με χαμόγελο παράτας και χαιρετούρας.

Αυτός είναι ο δρόμος μου. Σας χαιρετώ.

Εγώ ο πληρωμένος δολοφόνος του έρωτα

Με προσποιητή τρυφεράδα, αρχίζω να καταπίνω χιλιόμετρα

Και χάπια κατά της υπνηλίας.

Μανιακός υψηλών ταχυτήτων

Στον άγαρμπο και άδειο τόπο

Τα συμφέροντα του παράλογου εναποθέτω.

Ως άλλος Πρόδρομος

Την Πρώτη Παρουσία ευαγγελίστηκα

Και ακόμη ψάχνω τη Δεύτερη,

Την Ερημία, την Αναγέννηση

Την Εξιλέωση, την Βροχή,

Τον Γόνο τον Πυρηνικό

Μες σε επιστημονικές κάψουλες

Και φιάλες στα διαταραγμένα μου αγγεία.

 

Μεγάλε δρόμε, σαν σε κοιτώ,

Ξεχνώ την παρουσία της θάλασσας, τον αδιάκοπο ρυθμό της.

Ξεχνώ τον ήλιο κι’ ας ζυγίζεται πάνω από το κεφάλι μου.

Στο ατελειωτο ξεδίπλωμα σου, υπάρχει μιά θριαμβευτική

Εκρηξη χαράς. Με τυφλώνει.

Στα μάτια σου έδωκα τα μάτια μου.

Το στόμα μου ξερό, το σκασμένο δικό σου ψάχνει.

Η γυναίκα είναι νερό και έρημος μαζύ.

Ο δρόμος είναι μιά λοξή, παραμερισμένη αχτίδα του ήλιου.

Πλημμύρησε η ζωή μου κι’ απ’ τα δυό.

Βυθίζομαι στα μαύρα πέπλα της απόστασης.

Εδώ, τα όνειρα είναι θολά και βασανισμένα.

Στο πρωϊνό φώς, άφησα μιά χρυσοποίκιλτη γυναικεία σκιά

Και άρχισα ψάχνω τ’ αρχέγονο κοχύλι

Σε πάλαι ποτέ βυθούς

Προ μοιραίας τινάς ατμογεννέσης

Από κάποιο πανάρχαιο κυανό χιτώνα.

Η μόνη υπόσχεση που υπάρχει είναι άδεια.

Οι πατούσες της λογικής δεν θα τολμούσαν ποτέ

Να περάσουν ένα τέτοιο κατώφλι.

Εδώ, η αγάπη δεν βαστά να περπατήσει με γυμνά πόδια.

Δεν υπάρχει οίκτος, ούτε συγχώρεση.

Ολα είναι άδεια, σαν την άδεια που έπρεπε

Να βγάλω γιά να εκπληρώσω μία υπόσχεση.

Ολα άδεια, χωρίς χάδια. Ο δρόμος έχει λάδια.

Ο ήλιος λάμπει ταξιδεύοντας όλα τα βράδια.

Είναι πράγματι ένα ταξίδι στο τιμόνι χωρίς βάρδια

Κι’ εγώ να φεύγω από φόβο να μην αφήσω, να μη βρώ άλλα σημάδια

Και είναι άδεια

Διαδρομή από στημένα, έρημα και πάγια.

Την αγαπούσα σαν μήνυμα καιρών,

Σαν δισκοθήκη άγια

Και πάντα σαν βρίσκομαι φυγάς στο δρόμο

Του λόγου της πέφτει η ανταύγεια

Απλές κουβέντες της, που με έφεραν στον ατελειωτο τούτο δρόμο,

Οπως:

Ντύνεται μεγαλόπρεπα

Η αγάπη

Τη νύχτα.

Καθώς ήρεμα γυροφέρνει

Κάτω απ’ τα σεντόνια

Ανάμεσα στις λέξεις

Που κι’ αυτές στολισμένες

Την υποδέχονται

Με το χαμόγελο,

Με την τρυφεράδα,

Με τον άπειρο σεβασμό.

Αστέρια

Φεγγάρι

Γλυκές αποχρώσεις

Του ακαθόριστου ορίζοντα

Πίσω από τις ζωντανές κουρτίνες

Που μας ακούνε

Που μας βλέπουνε

Που μας χαμογελάνε.

Τρικλύζοντας

Καθώς η αυγή κοντεύει,

Η αγάπη

Καψουριασμένη

Στη γωνιά ενός αγνώριστου δωματίου,

Κοιτάζει με τα μεγάλα φοβισμένα της μάτια.

Κλαίει

Με τη μεγάλη της πικραμένη καρδούλα.

Νοσταλγεί

Τις υποσχέσεις της προηγούμενης νύχτας,

Πριν το μεγάλο ταξίδι, στον άγνωστο μακρύ δρόμο, ξεκινήσει.

 

Η σκληρή γυναίκα, η φλογερή έρημος

Ο δελεαστικός δρόμος

Και το ένα χάδι να σβήνει

Την ανάμνηση στο δέρμα από άλλο χάδι.

Τούτο το βράδυ που με ψηλαφίζει η ερημία,

Ο ανοιχτός δρόμος, η σκέψη ανάστατη και άστατη

Φρικαρισμένη βρίσκεται μεταξύ σερβίτσιων τσαγιού

Αρωμα από φασκόμηλο και αγιόκλημα ερήμου.

Ενας δρόμος και μιά ερημιά

Ποτέ δεν είναι παρηγοριά,

Αλλά σίγουρα δίνουν νόημα σε μιά σειρά αισθήσεις.

Μην στερείς στον εαυτό σου δρόμο.

Πάρε το δικό της δρόμο.

Εκεί ο ήλιος πάντα λάμπει, ακόμη και τη νύχτα

Στο άλλο ημισφαίριο ή στη μακρινή του ουρανού σοφίτα.

Τα παλιά ινδιάνικα παραμύθια μιλούσαν γιά τον ήλιο του μεσονυχτίου.

Τα βλέφαρά μου ας κρατήσει ανοιχτά.

Το ερωτηματικό της ερήμου ας διαλύσει.

Δικός σου ο δρόμος που αγάπησα

Ευθύς, μακρύς, ακόρεστος

Πράγματι, πολλές φορές, μιά αδιάφορη τελετουργία,

Τόσα χιλιόμετρα στο ψάξιμο

Και τελικά δεν μπόρεσα να μάθω

Μαιτρέσα ήταν ή συμβία;

Είναι δύσκολο γιά κάποιον να πιστέψει

Μετά το: «στο βάθος κήπος»

Πως δεν πρόκειται παρά γιά μιά

Ατέλειωτη διαδρομή στην έρημο.

Plateau Mont – Royal, Montreal

29 Απρίλη 2007

Βλάσσης Κοκκώνης

Advertisements