Αφοβα Και Απαθώς

Βλάσση Κοκκώνη

Image

Ανάλωσα ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου, αντιμετωπίζοντας με καχυποψία κάθε είδους διανοουμενιστικης στάσης. Στα σχολικά μου χρόνια, μελετούσα ελάχιστα και συνήθως, θέριζα πενιχρούς βαθμούς. Απέφευγα συστηματικά να κάνω παρέα με άριστους μαθητές και με περιστασιακούς, διαφορετικών φιλοσοφικών σχολών, δήθεν «ψαγμένους» υπαρξιστές. Αυτή η λογική και συμπεριφορά  ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την εικόνα και τη πρακτική αυτών των δύο χαρακτηριστικών ανθρώπινων τύπων. Κρατούσαν τον πύχη του αυτονόητου. Ξετύλιγαν με ζηλευτή άνεση το τόπι της απαξίωσης. Πετούσαν στα παλιατζίδικα το υφάδι κάθε λαϊκιστικης συμπεριφοράς των συνομηλικων τους και σε γενικές γραμμές, έστρωναν τον δρόμο γι’ αυτό που ο Νικόλας Σεβαστάκης αποκαλεί ως  «βιοπολιτικό αυταρχισμό»1 Ονόματα όπως εκείνα των Κιερκεγκααρντ, Χάϊντεγκερ, Νιτσε, Σοπενχάουερ, Καμύ και άλλων ακούγονταν σαν τύποι στεατίτη εισαγωγής προς καθαρισμό της σκόνης που κάλυπτε τους λαϊκούς δρόμους της εφηβείας και μόνιμης κατοικίας μας. Ονόματα που ανηκαν στη γενιά των πατεράδων μας οι οποίοι, όχι μόνο δεν τα γνώριζαν αλλά, αν κάποιος είχε το χρόνο και την υπομονή να τους τα συστήσει, δεν θα ήταν καθόλου απίθανο να έπαιρνε τη γνώμη πως χρειαζόταν να πάει να τον δεί ψυχίατρος.

Φυσικά, μία τέτοια απάντηση θα μπορούσε να είχε πηγάσει αφ’ ενός εκ του προχείρου και απαίδευτου, αλλά αφ’ ετέρου από τη γενική νοοτροπία που κυριαρχεί στις πλατιές, λαϊκές μάζες και που τις θέλει να μην ενθουσιάζονται τόσο με θεωρητικά αλλά με πρακτικά ζητήματα της άμεσης καθημερινότητας τους. Σε σχέση με όλα αυτά και κατά κάποιο παράδοξο τρόπο γιά όλες εκείνες τις παλιές αντιλήψεις μου περί πρωτοκλασσάτων μαθητών και διανοουμενων, ο ψυχίατρος εμφανίστηκε στη μέση του  δικού μου δρόμου. Ηταν ο μπιχεβιουρίστας, συνειρμικιστης ή συμπεριφοριστής Μπ. Φ. Σκίννερ. Αυτός ο αμερικανός ψυχοερευνητής χρησιμοποίησε τη μέθοδο της ενίσχυσης ή αποτροπής ερεθισμάτων προς θεμελίωση και ανάπτυξη της θεωρίας συντελεστικής μάθησης ή συντελεστικού εγκλιματισμού.2 Σε πιό απλή γλώσσα, η σχολή των συνειρμικιστών αποσκοπεί αποκλειστικά στη πρόβλεψη και έλεγχο της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Δεν τους ενδιαφέρει τίποτα άλλο εκτός από τον νόμο της επίδρασης και όσο γιά όλα τα υπόλοιπα είναι φληναφήματα, ψευδαισθήσεις και μενταλισμοί σαν αυτούς που ταχυδακτυλουργοί και παραψυχολόγοι είθισται να χρησιμοποιούν.

Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις και πολύ αργότερα στη ζωή του, ο Σκίννερ προσπάθησε να δικαιώσει επιστημονικά τις αρχικές του θεωρίες, φροντίζοντας να απορρίψει ταυτόχρονα εκείνο το είδος του διανοούμενου που αναφέρεται αφηρημένα και άκαρπα σε όρους όπως αυτούς της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.3 Με τα συμπεράσματα του, ξεκαθάρισε ότι δεν χρειάζονται στομφώδεις στοχασμοί γύρω από μη έμπρακτα καταληπτούς και ευδιάκριτους τρόπους σκέψης ή άλλοι εξεζητημένοι διαλογισμοί γύρω από τη σπουδαιότητα της ελεύθερης βούλησης ή οποιουδήποτε άλλου γενικά ασαφούς όρου. Τα πράγματα είναι απλά και συγκεκριμένα. Οι άνθρωποι είναι σαν τα ζώα, σαν τα ινδικά χοιρίδια των επιστημονικών ερευνών και εργαστηρίων, με μερικές μόνο διαφορές στη σωματική διάπλαση και στα φυσικά τους μεγέθη. Οι τάσεις συμπεριφοράς τους είναι προϊόν θετικών ή αρνητικών ενθαρρύνσεων πάνω στον τροχό της ζωής. Γιά μία μέγιστη αποδοτικότητα, ο τροχός πρέπει να κάνει περισσότερες στροφές. Αρκεί, λοιπόν, να κατανοήσουμε τον βαθμό αλληλεπίδρασης, τα παρενθέματα και τους αρμούς κάποιων ενισχύσεων ή αποτροπών και έτσι μπορούν να καθοριστούν  ασφαλώς όλες οι μελλούμενες τάσεις, αποκλίσεις και κατευθύνσεις συγκεκριμένων  ανθρώπινων ομάδων ή ευρύτερων κοινωνικών συνόλων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Σκίννερ πίστευε πως η κοινωνία μπορεί να προσαρμόσει και να κατανείμει ανάλογα ζήτηση και προσφορά, δυνατότητα απόδοσης και παροχή, συντελεστική οικονομία και εκτελεστικά αποσπάσματα, δεδομένα αυτονόητες στάσεις και ανεξάντλητη επιστημολογία, νόμιμες διαβουλεύσεις πίσω από κλειστές πόρτες και απαγορευτικές διατάξεις υπαίθριων συναθροίσεων και ελεύθερης διακίνησης ιδεών, μερικούς παπαγάλους μαζικής ενημέρωσης και δύο δεκάρες κριτικής σκέψης από κάποιους απροσάρμοστους στα τελευταία θρανία της τάξης. Εκ πρώτης επαφής και αντίληψης, ο Σκίννερ ήταν εκείνο το είδος του θεωρητικού ή διανοούμενου ψυχίατρου που μπορούσα επιτέλους να πιστώσω. Παραμέρισα λοιπόν τα αξιώματα αυτού του διακεκριμένου και πλατιά αμφιλεγόμενου ψυχολόγου θεωρητικού και κράτησα ένα βασικό ερώτημα.

Τα περιστέρια ή τα ινδικά χοιρίδια των επιστημονικών κλουβιών πατούσαν μία ράβδο γιά να απελευθερωθεί η τροφή και να ικανοποιήσουν το ένστικτο αυτοσυντήρησης. Γιά ποιό λόγο; Οι άνθρωποι τραβούν λεβιέδες γιά να ικανοποιήσουν τις παραγωγικές απαιτήσεις  και κατ’ επέκταση το δικό τους ένστικτο αυτοσυντήρησης. Γιά ποιό λόγο; Οι τροχοί προσγείωσης ενός αεροπλάνου χαμηλώνουν πριν μία αναμενόμενα επιτυχημένη και ασφαλή προσεδάφιση του. Γιά ποιό λόγο; Ο καθηγητής της τάξης επιλέγει να ενθαρρύνει τον καλό μαθητή και να επιπλήξει ή να σπρώξει στο περιθώριο τον κακό και ανεπείδεκτο μαθήσεως. Γιά ποιό λόγο …αυτή η μονομερής διάκριση; Οι πλανήτες περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό τους και γύρω από το κέντρο του αντίστοιχου πλανητικού τους συστήματος. Η ίδια πάντα ερώτηση: γιά ποιό λόγο;

Αυτό το επαναλαμβανόμενο ερώτημα και ακόμη περισσότερα γύρω από διαφορετικές ανθρώπινες επιλογές σε θέματα γενικής αναφοράς και αποδοχής, σύντομα με οδήγησαν μακριά από τις ιδιοφυείς θεωρίες των μπιχεβιουριστών. Αν οι άνθρωποι είναι τόσο ευκολόπλαστοι, κοινά  προβλήματα όπως αυτά της παχυσαρκίας, του φθόνου, της απληστίας, της κάθε καταστροφικής έξης, της αυτοπροβολής, της αυθαιρεσίας και των κοινωνικών αγκυλώσεων θα μπορούσαν να βρίσκονται στο χρονοντούλαπο της ιστορίας μαζί με τη μπριγιαντίνη, τα λακ μαλλιών, τα παλιά τηλέφωνα με το περιστροφικό καντράν, τις φωτογραφικές μηχανές πολαρόϊντ ή ακόμη και τον περιστροφικό μηχανισμό προβολής διαφανειών βιού μάστερ. Το μόνο που χρειαζόταν, ήταν ένας καλός ψυχολόγος κατηχητής γιά να αντικαταστήσει τον συνηθισμένο, θρησκευτικό ποιμένα που θα εφάρμοζε αριστοτεχνικά και κατά γράμμα ένα δεδομένο σύνολο θετικών και αρνητικών ερεθισμάτων κατά τη διάρκεια της τρυφερής παιδικής ηλικίας και όλα τα προβλήματα μπορούσαν να βρούν τη λύση τους.

Μοιάζει εύκολο, αρκετά δοκιμασμένο και σταθερό με υποστηλώματα κλασσικής δαρβίνιας ανάλυσης και προσεχτικά επεξεργασμένα τεκμήρια από ακαδημαϊκούς κλάδους σαν αυτούς της κοινωνιοβιολογίας και της εξελικτικής ψυχολογίας4. Γιά να μην δώσω τη λανθασμένη εντύπωση ότι είμαι ολοσχερώς αντίθετος σε αυτές τις θέσεις, θα πρέπει να σημειώσω ότι, πάντα πίστευα πως δεν μπορείς να κάνεις ομελέτα, χωρίς να σπάσεις τα αυγά. Αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα πως θα πρέπει να σπάσουμε όλα τα αυγά που βρίσκονται μπροστά μας. Με αυτό εννοώ, ότι κάποιες θετικές ή αρνητικές εμπειρίες σίγουρα διαμορφώνουν τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα μας. Δεν υπάρχει επίσης  αμφιβολία πως πολλοί άνθρωποι έχουν αναπτύξει κάποιους ανασχετικούς μηχανισμούς απέναντι σε αισθήματα όπως αυτά της ζήλειας, της ανεξέλεγκτης λαχτάρας γιά κάτι υλικό, της μοναξιάς, της κοινωνικής περιθωριοποίησης κ.α. Ακόμη όμως και σε μία τέτοια περίπτωση, η δαρβίνια θέση περί φυσικής επιλογής δεν ξεφεύγει από τον κανόνα της αδικαιολόγητης διάκρισης. Γιά παράδειγμα, γιατί ένας λεκές φαίνεται εντονότερα στο λευκό απ’ ότι στο γκρίζο και σχεδόν καθόλου στο μαύρο; Τι ακριβώς συνιστά καλοτυχία και αντίστοιχα, τι εκλαμβάνεται σαν κακοτυχία; Γιατί, σε έναν «φυσικά προικισμένο»  Σαίξπηρ, δόθηκε η έμπνευση και το δικαίωμα να γράψει το περίφημο: «κάποιοι γεννιώνται μεγάλοι, κάποιοι επιτυγχάνουν να γίνουν μεγάλοι και σε κάποιους άλλους, το μεγαλείο πέφτει τυφλά επάνω τους»5

Αρχίζω να πιστεύω ότι ο αντιεπιστημολογικός, ντετερμινιστικός χαρακτήρας κάποιων κανόνων και αξιωμάτων λειτουργεί σαν βοήθημα σε όλους εκείνους τους διανοούμενους και σύγχρονους επιστάτες της τάξης ενάντια στη σύγχρονη κοινωνική ασθένεια του  «λαϊκισμού». Διότι όταν κάποιος καταφέρει να εξηγήσει τη συμπεριφορά ενός βιολογικού οργανισμού εξ’ ολοκλήρου σαν αποτέλεσμα κληρονομικότητας και ενός δεδομένα απαξιωμένου, κοινωνικού ή φυσικού περιβάλλοντος, τότε δεν απομένει τίποτα σε αυτή τη συμπεριφορά που να υποδηλώνει γνωρίσματα ελεύθερης σκέψης και κατ’ επέκταση, να αξιώνει το δικαίωμα στη πρόοδο ή στη πολιτική και οικονομική της χειραφέτηση. Γιά ποιό λόγο λοιπόν όλοι αυτοί οι σπουδαγμένοι θα πρέπει να επιμένουν να μας βομβαρδίζουν με αναψηλαφίσεις και επιχειρήματα γύρω από τον «λαϊκιστικο»  «αλαζονικό» «φταίχτη» αλήτικο και ακτιβιστικο χαρακτήρα κάποιων εξωθεσμικών προσώπων και κινημάτων; Ας το κάνουν όπως οι παλιοί καθηγητές στις σχολικές τάξεις, να στήσουν τους ασθενείς στη γωνία υπό επιτήρηση και να σταματήσουν να προσποιούνται με στενόχωρο ύφος και φιλοσοφικές πομφολυγες πως θέλουν να σώσουν τον λαό!!!

Γιά λόγους εξέλιξης και διατήρησης του είδους, σαν φυσική επιλογή και προδιάθεση, όλοι οι άνθρωποι έχουν μία βαθιά ριζωμένη διαίσθηση κάπου μέσα τους, γιά να τους  υπενθυμίζει πως κάθε σφάλμα αξίζει ανάλογης τιμωρίας. Δηλαδή, διατηρούμε την ανεξίτηλη εντύπωση πως οι φταίχτες πρέπει να υποφέρουν γιά να αποκατασταθεί η ισορροπία στη ζυγαριά της δικαιοσύνης. Αυτή η φιλοσοφική διαίσθηση κάποιων διανοουμένων και έμπειρων, συστημικών  στελεχών, γύρω από το νόμιμο και ηθικό, φαίνεται ότι προσπαθεί να μετασχηματιστεί σε πολιτικό ένστικτο, όπως συνηθίζεται σε ολόκληρη την ιστορική διαδρομή του ανθρώπινου γένους. Γιά λόγους όμως  επιστημονικής και κοινωνικής αναγκαιότητας, ένα τέτοιο κατ’ ουσίαν νοηματικό παράγωγο θα πρέπει να τεθεί υπό εξέταση. Ο χαρακτήρας της επιτίμησης και της τιμωρίας δεν περιέχει κανένα ηθικό καλό. Απλώς, ο φόβος και ο τρόμος αποθαρρύνουν και αποτρέπουν στη γενική εξάπλωση και μετάδοση επιβλαβών συλλογισμών, στάσεων και εντέλει πράξεων. Ετσι λοιπόν, αν οι σκοποί μας είναι καλοί και ειλικρινείς, το αίσθημα δικαίου που μας διακατέχει και οι κριτικές μας διαθέσεις προς αλλήλους θα πρέπει να χαρακτηρίζονται από μία εγγενή ευμένεια αντί μίας θυμικής προκατάληψης.

Καθώς τα χρόνια περνούν, οι διαφορές με ορισμένους διανοούμενους και διαφορετικού πλέον χαρακτήρα επιμελητές/απουσιολόγους προς «χρηστή διάχειρηση» κάποιων άλλης μορφής συστημικών τάξεων, συνεχίζουν να αυξάνονται. Το μυστήριο, το μοναδικό πραγματικό σε σύγκριση τουλάχιστον με εκείνα τα άλλα των θρησκευτικών δοξασιών και δογμάτων, στέκεται πάντα σαν πρόκληση προς ερμηνεία κάθε ανάλογης περίστασης. Το δίπολο αναγκαιότητας και απελευθέρωσης, πνεύματος και ύλης επιστρέφει πάντα σαν άλλη εκδοχή ενίσχυσης και αποτροπής. Σιγά – σιγά, αρχίζω να αδιαφορώ τόσο γιά τους επιμελητές όσο και γιά ορισμένους συνεπίκουρους, αυστηρούς διανοούμενους. Εκείνο που παραμένει αξιοσημείωτο είναι ότι αυτή η στάση κατάφερε να ενισχυθεί από ένα σχετικά ακούσιο και μη συνειδητό πείσμα, λαμβάνοντας υπ’ όψην το δεδομένο της γεννετήσιας κληρονομικότητας μου και μία αποτροπή – προτροπή περί disinterestedness  (sic) από έναν διανοούμενο εκτός δικού μου ιστορικού πλαισίου και περιβάλλοντος.6 Αυτός ο αγγλικός όρος μπορεί να αποδοθεί ως: αμεροληψία, αφιλοκέρδεια, ισοτιμία και το ακριβοδίκαιο όσον αφορά διάφορες λογοτεχνικές, κριτικές προσπάθειες αλλά υποθέτω επίσης και άλλες διαφορετικού χαρακτήρα σαν εκείνες στα παλιά, σχολικά πηγαδάκια ή  στα σύγχρονα τηλεοπτικά πάνελ ειδημόνων και διανοουμενων. Κατ’ επέκταση ο ίδιος όρος υπονοεί μία απαθή στάση, δηλαδή όπως ακριβώς συνήθισα να αντιμετωπίζω τους εν λόγω ιεροφάντες και υπόλοιπους Ευμολπιδες του κριτικού λόγου.

Εχω κρατήσει κάποια ουσιώδη διδάγματα από τη ζωή, πιστεύοντας πως έτσι τιμώ το φυσικό και πρότερο χωρίς να εγκλωβίζομαι αμετάβλητα στο στείρο παρελθόν. Οταν ισχυρίζομαι πως αντιμετωπίζω με απάθεια τους διανοούμενους, εννοώ όλους εκείνους που δεν τους έχει απομείνει κανένας θεμελιώδης πραγματισμός μες τη συνείδηση. Οπως ο Εμερσον έχει γράψει: «Η ζωή είναι το γλωσσάρι μας. Χρονιές καλοξοδεμένες στις υπαίθριες εργασίες, στις πόλεις με τα μάτια στραμμένα σε τέχνες και κατασκευες, στις άδολες συζητήσεις με πολλούς άνδρες και γυναίκες, στις επιστήμες, στις καλές τέχνες, έχοντας μόνο ένα σκοπό  να διαφεντεψουμε, μέσα από τα στοιχεία τους, ένα γλωσσικό ιδίωμα με το οποίο να εικονογραφήσουμε και να πραγματώσουμε τις αντιλήψεις μας. Μαθαίνω αμέσως από τον κάθε ομιλητή πόσο πολύ έχει ήδη ζήσει, μέσα από τη πενία ή τη λάμψη του λόγου του.»7 Οσοι λοιπόν έχουν συνειδησιακό πρόβλημα με κάποιες λαϊκές νοοτροπίες, ας τις  αναλύσουν όσο μπορούν πιό καθαρά και αφού εντοπίσουν τυχόν ασθένειες, ας δώσουν θεραυπευτικές λύσεις. Αν και νομίζω ότι τους βολεύει καλύτερα να πετούν έτσι αυθαίρετα κάποιον υποτιμητικό χαρακτηρισμό, επειδή οι ίδιοι οι θεράποντες είναι οι πραγματικοί ασθενείς.
1 http://rnbnet.gr/details.php?id=4863
2
Daniel N. Robinson, An Intellectual History Of Psychology, σελ. 411 – 412, Wisconsin, The University of Wisconsin Press, 1986
3 B. F. Skinner, Beyond Freedom And Dignity, New York, Knopf, 1971
4 http://www.psych.ucsb.edu/research/cep/primer.html
5 William Shakespeare, Twelfth Night or What You Will  comedy  from The Riverside Shakespeare, σελ. 403 Boston, Houghton Mifflin Company, 1974
6 Matthew Arnold, The Function Of Criticism At The Present Time essay from Victorian Poetry and Poetics, σελ. 522, Boston, Houghton Mifflin Company, 1968
7 Ralph Waldo Emerson, The American Scholar essay from The Borzoi College Reader, σελ. 42, Alfred A. Knoph, 1971

Advertisements