Διαφυγή Καμιά

Tου Βλάσση Κοκκώνη

Η τελευταία προσπάθεια του αρμόδιου Ελληνα υπουργού, σε αναζήτηση λύσης στο πρόβλημα με τους παράνομους αλλοδαπούς – μετανάστες μέσα στην ελληνική κοινωνία, αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα πανικού, μέτρου εκτόνωσης ή ακόμη και τυφλή υπακοή στις ντιρεκτίβες του Διευθυντηρίου των Βρυξελλών. Η δημιουργία στρατοπέδων ή τα, κατ’ ευφημισμόν, κέντρα υποδοχής δεν προσφέρουν περιθώρια βελτίωσης σε μία ήδη τραγική κατάσταση, αφού θα έχουν το αιτιατό ως αντκείμενο αναφοράς αντί γιά τις  πραγματικές  αιτίες. Οι τελευταίες βρίσκονται πολύ μακριά από τη τοπική κοινωνία που αντιμετωπίζει το πρόβλημα, στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που ο κ. υπουργός στοχεύει και φυσικά, έχουν τους λαθρομετανάστες σαν κύρια θύματα και τον ντόπιο πληθυσμό πολιορκημένο να παρακολουθεί πότε αμήχανος, άλλοτε ενοχλημένος και προπαντός κάτω από τα διασταυρούμενα πυρά των εκατέρωθεν επιχειρημάτων.

Θεωρητικά, όλοι οι λαθρομετανάστες εγκαταλείπουν τους τόπους τους προς αναζήτηση καλύτερων κοινωνικών και οικονομκών συνθηκών. Από επίσημες παραστάσεις και αναλύσεις, αν πάρουμε μόνο τα κάτω από τη ζώνη της Σαχάρας Αφρικανικά έθνη ως παράδειγμα, η παροχή οικονομικής βοήθειας ξεπερνά τα 600 δισεκατομμύρια δολλάρια στα τελευταία 40 χρόνια. Δηλαδή, το συνολικό ποσό είναι περίπου 45 φορές μεγαλύτερο από εκείνο που παραχωρήθηκε, μέσω του γνωστού σχεδίου Μάρσαλλ, στα καταστρεμμένα κράτη αμέσως μετά τον Τελευταίο Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι ξεκάθαρο, ότι οι φιλόδοξες και συνάμα γενναίες, σύγχρονες επιχορηγήσεις αποδείχτηκαν ανίκανες να αναχαιτίσουν καθ’ ολοκληρία τη μακροπρόθεσμη, οικονομική κατάπτωση στις ανωτέρω γεωγραφικές περιοχές, αλλά και να αποτρέψουν τη συνεχή άνοδο του επιπεδου φτώχειας στα «ευεργετημένα» κράτη.

Πως οι κρατικοί και άλλοι φιλάνθρωποι οργανισμοί δικαιολογούν αυτό το φαινόμενο αποτυχίας και τη πεισματικά θλιβερή και ανυποχώρητη πραγματικότητα που επικρατεί ακόμη εκεί; Προφανώς, το παραβλέπουν και συνεχίζουν να νομοθετούν, να μαντρώνουν, να μαστιγώνουν και να μας κόβουν την ανάσα με ακόμη πιό γελοίους σε πατέντα και βαθμό παραμόρφωσης σοβαροφανείς συλλογισμούς. Αν κάποιο άτομο εμφανιζόταν μπροστά σε μία αρμόδια επιτροπή οικονομικής βοήθειας και ρωτούσε γιά το κίνητρο των αποφάσεων της και τις ανάλογες επιπτώσεις στους λαούς που επωμίζονται το οικονομικό βάρος αυτών των αποφάσεων, θα έπαιρνε μία απάντηση αναφορική με τη παγκόσμια, συντονισμένη προσπάθεια καταπολεμήσης της φτώχειας. Αλλά κάθε χρόνο, μέσα στις επίσημες εκθέσεις των διεθνών οργανισμών, ο αριθμός των φτωχών πάνω στον πλανήτη και τα κοινωνικά προβλήματα συνεχώς αυξάνονται παρά μειώνονται! Μία άλλη απάντηση, στο ίδιο πάντα ερώτημα, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από οξύμωρη ως δίγλωσση, όπως εκείνη στην ανάλυση Sachs – MDG που, πριν μερικά χρόνια, μας πληροφορούσε ότι «πολλοί λαοί έχουν καλές κυβερνήσεις, αλλά είναι πολύ φτωχοί γιά να βοηθήσουν τους εαυτούς τους». Η σχετική εμπειρία που διαθέτω, από αναγνώσεις κειμένων κοινωνικού και πολιτικού χαρακτήρα, με εξωθεί να ομολογήσω πως έχω συναντήσει πολλούς φραστικούς κράχτες στα περιδιαβάσματα μου, αλλά το πιό πάνω επιχείρημα με …αφοπλίζει κάθε φορά που τολμώ να φανταστώ ότι ο ορισμός μίας καλής κυβέρνησης υπονοεί ανάλογες ικανότητες χρηστής διαχείρησης.

Ουσιαστικά, ο επαναλαμβανόμενος ισχυρισμός ότι τα οικονομικά κεφάλαια που διατίθενται – αν πράγματι διατίθενται – δεν είναι αρκετά γιά το ζητούμενο της  οικονομικής ανάπτυξης στις επιλεγμένες, προβληματικές περιοχές και σε συνδυασμό με το ποσοστό μαζικής μετανάστευσης που αυτές παρουσιάζουν, με αφήνει με την εντύπωση πως μάλλον γίνεται προσπάθεια να δοθεί εξήγηση ή απόδοση  ευθυνών σε εξωγενείς παράγοντες γιά το παρατεταμένο, οικονομικό φιάσκο σε αυτές τις αλύτρωτες  γωνιές του σύγχρονου κόσμου. Γιά να γίνω πιό σαφής, οι μόνοι που φέρονται σαν υπεύθυνοι είναι οι σπαγγοραμμένοι λαοί των, όπως αποκαλούνται κατ’ ευφημισμό και πάλι, κοινωνιών της υπεραφθονίας. Και αναφέρομαι σε λαούς που, γιά μία τετραετία ήδη,  βρίσκονται σε βαθιά οικονομική, κοινωνική και ηθική κρίση! Εκτός και αν πρόκειται γιά εσκεμμένη προσπάθεια να δημιουργηθούν άδικα συμπλέγματα ενοχής, δεν νομίζω ότι οι λαοί της «υπεραφθονίας» έχουν τόση βαριά ευθύνη γιά αυτή την αθεράπευτη κατάσταση, ιδιαίτερα αν γίνουν σωστές συγκρίσεις με τους ενδογενείς παράγοντες των «υπερφτωχων και εξαθλιωμένων» κρατών. Οι υπαίτιοι γιά το κοινωνικό φαινόμενο της λαθρομετανάστευσης δεν είναι οι κατατρεγμένοι άνθρωποι που αναζητούν απεγνωσμένα ελπίδα αλλά, πιθανώς, κάποια  πιό βαθιά, πολύπλοκα, ιστορικά ριζωμένα και αλληλένδετα προβλήματα πολιτισμικού χαρακτήρα από τη μία πλευρά και «καλής κυβερνητικής πολιτικής» στις χώρες καταγωγής τους από την άλλη.

Ο τρόπος που κυβερνιέται ένα κράτος είναι ένα κρίσιμο και ζωτικής σημασίας θέμα. Μία κυβέρνηση διαμορφώνεται από και με τη σειρά της διαμορφώνει ανεξάρτητα τοπικές συμπεριφορές, ατομικές προσδοκίες και κοινωνικά ερεθίσματα. Μέσα από την ιστορική διαδρομή του κόσμου, μία κυβέρνηση συνήθως χαρακτηρίζεται ως αβυσσαλέα όταν τη συνοδεύουν οικονομικά ατοπήματα μακράς και παρατεταμένης διάρκειας. Η έντονη πολιτική αστάθεια και οι διάφορες ληστρικές, αυθαίρετες ή γενικά καταστροφικές πρακτικές διαταράσσουν και πολλές φορές καταλύουν θεσμούς και νόμιμες κατακτήσεις που προνοητικά άτομα και συλλογικές ενέργειες έχουν βασιστεί και εξαρτώνται πάνω τους. Ως φυσικό επακόλουθο, αυτή η κατάσταση αποσαθρώνει κάθε οικονομική δραστηριότητα. Σε κάποιες περιπτώσεις, παρουσιάζονται αυταρχικά καθεστώτα ως λύσεις που λοιμοκτονούν ή υποβάλλουν σε αφαίμαξη τους πολίτες τους γιά λόγους εθνικής προτεραιότητας ή στυγνής ιδεολογίας. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις, εμφανίζονται άβουλα και αδύναμα καθεστώτα που δεν είναι ικανά να διαχειριστούν τις κρατικές υποθέσεις και να εγγυηθούν τη σωματική και οικονομική ασφάλεια των πολιτών τους. Και στις δύο περιστάσεις, το αποτέλεσμα είναι μία κοινά παταγώδης, οικονομική αποτυχία που την ακολουθούν τρομακτικές συνθήκες φτώχειας γιά εκατοντάδες εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Από τη μία πλευρά, αυτή η τόσο κοινή αλλά και τόσο διαφορετική εκ πρώτης όψεως κατάσταση γίνεται η αιτία μίας ασυλλόγιστης σπατάλης σημαντικών οικονομικών κεφαλαίων με πρόσχημα την ανάπτυξη και κοινωνική  σταθερότητα στις προβληματικές περιοχές ενώ, από την άλλη, δημιουργεί ερείσματα γιά να μορφώνονται σκέψεις και να λαμβάνονται αποφάσεις που οδηγούν σε εξωτερικές στρατιωτικές επεμβάσεις σαν πιό εφικτές ή πρακτικές λύσεις.

Κάπως έτσι, γίναμε μάρτυρες μίας σειράς επεμβάσεων «εκπολιτιστικού» χαρακτήρα σαν εκείνες στη Σομαλία, Αφγανιστάν, Ιρακ, Τσέσνια και σε άλλα κράτη στο πολύ πρόσφατο παρελθόν. Κάπως έτσι δημιουργήθηκαν οι άθλιες συνθήκες της πολιτικής προσφυγιάς και λαθρομετανάστευσης. Εκεί που μία κυβερνητική εξωτερική πολιτική, όχι ο ανώνυμος  κόσμος των  κοινωνιών της «υπεραφθονίας» όπως βιαστικά υποστηρίζεται, αποφάσισε με εξωγενείς δυναμικούς τρόπους να στήσει έναν «υγιή» κρατικό μηχανισμό, η κατάσταση χειροτέρεψε και το ποσοστό μετανάστευσης αυξήθηκε δραματικά. Σε άλλες περιοχές και κάτω από το βάρος της εκτίμησης ότι το πρόβλημα της οικονομικής ανάπτυξης είναι δυνατόν να επιλυθεί με τη βοήθεια των εγχώριων στρατιωτικών δυνάμεων, αποδείχτηκε ότι οι διάφορες χούντες συντέλεσαν πιό πολύ στην αρνητική περιπλοκή του ζητήματος  παρά στην εξομάλυνση του. Ταυτόχρονα, τα αναπτυξιακά  κονδύλια – βοηθήματα συνέχισαν να ρέουν προς αυτές τις περιοχές χωρίς θετικά αποτελέσματα ή  μάλλον προς τέρψη των εγκάθετων, των ανδρείκελων και των πολεμικών μηχανών που είχαν ενορχηστρωμένα στηθεί γιά να τα φάνε μαζί και να τινάξουν τα κόκκαλα της λαθρομετανάστευσης στις φοβικές, τοπικές κοινωνίες της Δύσης.

Ο οικονομολόγος Πώλ Ρόμερ, εμπνευστής της «θεωρίας γιά μία νέα ανάπτυξη» έχει ήδη παραθέσει την ιδέα της δημιουργίας ειδικά προσχεδιασμένων, καταστατικών πόλεων κάτω από την αιγίδα διεθνώς επεξεργασμένων, ασφαλιστικών μέτρων προστασίας γιά όλους τους κατατρεγμένους φυγάδες πρώην κάτοικους και νυν λαθρομετανάστες από προβληματικές περιοχές. Ενα τέτοιο μέτρο μπορεί να αποδειχθεί πολύ καλύτερο τουλάχιστον σε πειραματική μορφή από τη κατασκευή στρατοπέδων τοπικιστικού πνεύματος και πρακτικής μέσα ή πλησίον μεγάλων αστικών κέντρων ενός κράτους που ήδη βρίσκεται στα δεινά της τρέχουσας οικονομικής κρίσης. Η δαπάνη εκατοντάδων  εκατομμυρίων δολλαρίων κάθε χρόνο σε καθεστώτα ετικέττας, κοινωνικής εκτροπής, υποτέλειας, αρπαχτής και στρατιωτικών εξοπλισμών, θα έπιανε καλύτερα τόπο με τη δημιουργία πολισμάτων βασισμένων στην αυτο – οργάνωση και κάτω από τη προστασία κάποιων στοιχειωδών μέτρων διεθνούς αποδοχής παρά σε καταυλισμούς και γκέττο με τα χαρακτηριστικά της απάνθρωπης περιχαράκωσης και εκείνη την άχαρη υπόνοια ενός  κοινωνικού αποστήματος που είναι έτοιμο να σπάσει.

Πηγές στοιχείων

Υ.Γ. Γιά κάθε επικοινωνία στο e-mail: vlassiskokkonis@yahoo.com

Advertisements