Προς Μία Αρραγή Δημοκρατία

Του Βλάσση Κοκκώνη

Στο χρονικό διάστημα των τελευταίων μηνών, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τα κύματα των μνημονιακών μέτρων και προειδοποιήσεων να θεριεύουν και να ξεσπούν λυσσασμένα πάνω στις ανθρώπινες ζωές. Μετά, αποσύρονταν προς τα βόρεια ευρωπαϊκά σπήλαια, απ’ όπου είχαν αρχικά ξεκινήσει, προς ανάκτηση καινούργιων δυνάμεων γιά την επόμενη, σχεδιασμένη θραύση τους. Ολα αυτά πραγματοποιούνταν στο όνομα κάποιων  οικονομικά, σωτήριων συμφωνιών και διαχειριστικών φιλοδοξιών χωρίς κανέναν σεβασμό ή σχέση σε προεκλογικές εξαγγελίες και σε εν δυνάμει πολιτικά προγράμματα. Αργότερα, ο αρχηγός του κόμματος της αντιπολίτευσης σκέφθηκε πως δεν του άρεσαν όλα αυτά και πως θα ήταν προτιμότερο να ζητήσει τη διεξαγωγή εκλογών προς σχηματισμό νέας κυβέρνησης γιά την αντιμετώπιση της κρίσης. Αυτή η κίνηση προκρίθηκε σαν λογική λύση με δεδομένο ότι η πλειοψηφία του ελληνικού λαού έμοιαζε να μην αντέχει άλλο στα αλλεπάλληλα κύματα των οικονομικών μέτρων που έπεφταν διαρκώς πάνω του. Οταν αυτός ο  πρώτος στόχος επετεύχθη και ξεκίνησε ο προεκλογικός αγώνας, τότε ο προαναφερόμενος ηγέτης αποφάσισε να αλλάξει στάση και ουσιαστικά να αντιμετωπίσει την επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση σαν ένα συνηθισμένα αναίμακτο λουτρό αίματος, που θα του έδινε την ευκαιρία να κάνει ότι συνήθως οι δύο μεγαλύτερες κομματικές  παρατάξεις έκαναν τα τελευταία 30 χρόνια, ίσως και παραπάνω, δηλαδή να βρίσκουν άλλοθι και συγκυρίες γιά να πετάξουν τους πολιτικούς αντίπαλους από τις θέσεις τους, ούτως ώστε να καθήσουν τα δικά τους επιλεγμένα στελέχη σε αυτές, πιστεύοντας πως ο θεσμός της δημοκρατίας είναι το μέσον και όχι ο σκοπός.

Παρ’ όλα αυτά και όπως συνήθως παραμένει σαν γεγονός σε περιπτώσεις επδερμικής διαφορετικότητας, η κάθε ευχαρίστηση συνοδεύεται από ανάλογους βασάνους. Διότι, ακόμη και το πιό γλυκό πιοτό, όταν το κρατήσεις όλο γιά τον εαυτό σου και το πιείς μονορούφι τότε, εκτός από πονοκέφαλο, μπορεί να σου δώσει και άλλες δυσάρεστες παρενέργειες. Δυστυχώς όμως και ανάλογα με το κατεστημένο, πολιτικό σκηνικό που έχει στηθεί σε όλα σχεδόν τα κράτη του σύγχρονου κόσμου, το εύρος της δημοκρατίας συνοψίζεται στη στενή έννοια της αντιπαράθεσης δύο βασικά «μεγάλων» και φρικτά ιδιοτελών κομματικών παρατάξεων, που έχουν αποδειχθεί καταπληκτικά πολυμήχανες   στη κατάκτηση της εξουσίας από τον λαό παρά στην εξάσκηση αυτής προς όφελος του τελευταίου.

Γιά τους συνηθεις ύποπτους κινδυνολόγους, το αποτέλεσμα των πρόσφατων,  ελληνικών εκλογών φανέρωσε τον κατακερματισμό, τον θυμό και την απεγνωσμένη διαμαρτυρία  της ελληνικής κοινωνίας στη κρίση που βιώνει. Η αντίδραση τους δεν με ξάφνιασε και φυσικά, δεν ζητώ να σηκωθούν ούτε αυτοί από τη θέση τους, μήτε οι τρίχες της κεφαλής τους από αυτά που ακολουθούν. Κατ’ αρχάς, οφείλω να σημειώσω πως όλοι αυτοί οι ειδήμονες και αναλυτές μου δίνουν την εντύπωση ότι έχουν συνηθίσει να βλέπουν το ποτήρι μισαδειανο αντί μισογεματο. Το γράφω έτσι, επειδή η δημοκρατία δεν είναι μία διαδικασία ανάδειξης των αρίστων, όπως αυτοί το θέλουν, αλλά μία σύνθεση πολλών και διαφορετικών συνισταμένων. Χρησιμοποιώντας ένα κλασσικό παράδειγμα, σε παλιότερες εποχές, όποιος επέλεγε τη στάση της αποχής ή στήριζε κάποιο μικρό κόμμα, ήταν συνηθισμένο να χαρακτηρίζεται αυτομάτως σαν πολιτικά ανεύθυνος ή χαζοχαρούμενος ή απλώς σαν εκφραστής πολιτικής διαμαρτυρίας και εκτόνωσης. Οποιος  χαρακτηρισμός κι’ αν αποδιδοταν σε μία τέτοια πολιτική στάση, δεν έπαυε να φέρει μία ελάχιστη ευθύνη ή συνέπεια. Αυτή τη φορά, οι συνέπειες και οι ευθύνες είναι περισσότερες, μεγαλύτερες και έχουν κατανεμηθεί αναλογικά με το δημοκρατικό εύρος του σύγχρονου, ελληνικού, πολιτικού τοπίου. Αυτή τη φορά, δεν τρώει ο ένας και αφήνει  τους υπόλοιπους να καθαρίσουν το τραπέζι. Αυτή τη φορά, θα πρέπει όλοι μαζί να καθαρίσουν θέσεις και τραπέζι γιά να μπορέσει να φάει πραγματικά το ένα και πανίσχυρο δημοκρατικό, εκλογικό σώμα.

Η εποχή των χαρισματικών πολιτικών με τις ειλικρινείς προθέσεις φαίνεται πως έχει αρχίσει κάπου να στερεύει. Ως τώρα, μερικοί από αυτούς μπορεί να κατάφερναν να εκλεγούν. Κάποιοι από τους ίδιους αποδεικνύονταν μετά βίας και ελαφρώς ικανοί γιά να ανταποκριθούν στις ευθύνες της θέσης που καταλάμβαναν. Ενώ, απ’ όλο αυτό το σύνολο, μόνο λίγοι μετρημένοι παρέμεναν πιστοί στις πεποιθήσεις που τους είχαν παρωθήσει στη διεκδίκηση της δημόσιας αναγνώρισης. Αλλά, ας μη λησμονούμε, ότι αναφερόμαστε σε πολιτικά πρόσωπα με ανθρώπινες αδυναμίες ικανά, ανά πάσα στιγμή,  να προκαλέσουν τεράστιας έκτασης και αναφοράς ζημιές. Είναι έτσι, επειδή τα χαρίσματα και οι ειλικρινείς προθέσεις μπορεί γενικά να ενθουσιάζουν την ανθρώπινη φύση, αλλά δεν είναι καθόλου ταυτόσημα με τη σύνεση και τη σωφροσύνη που απαιτούν ο πολιτικός στίβος και τα δημόσια αξιώματα.

Οι κυνικοί ριψασπιδες με τις απείρως ενδοτικές, βασικές τους αρχές, όπως φάνηκε μέσα  από τις πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων δύο χρόνων, αποτελούν πολύ μικρότερη απειλή γιά  την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και την ειρήνη των κοινωνικών αισθημάτων ενός λαού από κάποιους άλλους που οι αλλοιωμένες και σε διαδικασία σήψης αντιλήψεις τους ξαφνικά προσβάλονται από τον ιό κάποιων υψηλών ιδανικών ή απλώς από μεγάλες ιδέες. Ενα καλό παράδειγμα, σε αυτόν τον ισχυρισμό, δεν είναι η έκφραση «εγέρθητι» αλλά ποιός και πως την επιβάλλει. Εκτός από τους αλαζονες όμως, το καμπανάκι κτυπά και γιά όλους τους υπόλοιπους πολιτικούς του περασμένου και του παρόντος πολιτικού σκηνικού.

Αν οι λαοί ολόκληρου του κόσμου αποφάσιζαν να σχεδιάσουν ένα καινούργιο πολιτικό σύστημα, ξεκινώντας από το μηδέν και αντλώντας παραδείγματα από την ιστορία και την ανθρώπινη φύση, εκείνοι που θα πρέπει να αποκλειστούν πρώτοι από κάθε άσκηση εξουσίας, οφείλουν να είναι οι πολιτικοί άνδρες που την λαχταρούν περισσότερο και βρίσκονται έτοιμοι να κάνουν ότι περνά από το χέρι τους γιά να την κατακτήσουν. Τα ιστορικά παραδείγματα αφθονούν με επιφανείς πολιτικούς και πατριώτες που προτίμησαν να αποσυρθούν από τα κοινά γιά να ζήσουν σαν απλοί πολίτες και όταν η βαρβαρότητα έφθασε προ των πυλών, ανταποκρίθηκαν ευσυνείδητα στο κάλεσμα και στις ανάγκες της εποχής, επιστρέφοντας στις υποθέσεις του δημόσιου βίου γιά όσο ήταν απαραίτητο και μέχρι να περάσει η οποιαδήποτε πολιτική ή εθνικη, κρίσιμη φάση. Στο όνομα των συνταγματικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, ο λαός δεν πρέπει ποτέ να παραδίδει  ερήμην την αυτοκυριαρχία του στις απλωμένες, ανοιχτές παλάμες που, με τόση ευκολία και λαχτάρα, οι διάφοροι πολιτικοί καριέρας σπρώχνουν εμπρός του.

Δυστυχώς όμως και ενώ βρισκόμαστε στις αρχές της τρίτης χιλιετηρίδας, τουλάχιστον από την εποχή των Ομηρικών επών, το πολιτικό σύστημα έχει αναπτυχθεί σε ένα μηχανισμό που μας ξεγελά να προαγάγουμε ξαδιάντροπους πολιτικούς αποκτηνωμένου  θράσους, παρερμηνεύοντας τους σαν άνδρες απαράμιλλου πολιτικού σθένους και ήθους. Βουτηγμένοι μες τα προσωπικά τους πάθη και όχι σε συγκεκριμένους, πολιτικούς πόθους, όπως θέλουμε να νομίζουμε, αυτοί οι άνθρωποι μοιάζουν σε εκείνον τον τύπο  που, παραπατώντας και τύφλα στο μεθύσι, βγαίνει μέσα από το μπαράκι της γωνίας και νομίζει πως είναι ικανός να οδηγήσει το αυτοκίνητο του ασφαλώς και ανεμπόδιστα μέσα σ’ ένα κυκλοφοριακό πανδαιμόνιο. Εκτός αυτού όμως και επί της ουσίας, η σύγχρονη εκλογική διαδικασία έχει καταντήσει κυρίως υπόθεση επιλογής ενός ακόμη προϊόντος, με όλα εκείνα τα ενορχηστρωμένα στοιχεία της διαφημιστικής προβολής και στρατηγικής προσέγγυσης στην …αγοραστική δύναμη του ψηφοφόρου. Κάπως έτσι, χάνεται η έννοια του πολίτη γιά να την αντικαταστήσει εκείνη του πελάτη – καταναλωτή. Με αυτό τον τρόπο, δεν θα πρέπει να παραπονιόμαστε όταν εμφανίζονται μπροστά μας υποψήφιοι που έχουν  έτοιμο το ποίημα, το παραμύθι και το ψεύδος στα χείλη ή δεν διστάζουν να μας μιλήσουν με υπεκφυγές και ανειλικρίνιες. Σε έναν άλλο, καλύτερο και αγνότερο κόσμο, έναν  κόσμο που είναι εφικτός αλλά το φως του δυστυχώς μας τρομάζει και μας ζαλίζει μες τα σκοτάδια που είμαστε παρατημένοι, αυτή η εμπορευματοποίηση και αδιαφάνεια της πολιτικής ζωής θα σηματοδοτούσε προφανώς ανικανότητα ανάληψης κάθε μορφής πολιτικής εξουσίας και ευθύνης.

Υπό τοιαύτας συνθήκας, σίγουρα υπάρχει κάτι ξεπεσμένο «κατακερματισμένο» «θυμικό» και «καταρρέον» γιά το είδος της συμμόρφωσης που οι δύο μεγάλες πολιτικές δυνάμεις της χώρας απαίτησαν άμεσα ή έμμεσα στα τελευταία δύο χρόνια. Από το κλίμα που καλλιεργήθηκε και τη στάση που οι διαχειρίσιμοι πολιτικοί ζήτησαν από το λαό να πάρει απέναντι στα επιβεβλημένα μνημονιακά μέτρα, φυσικά και η απόληξη είναι μία ξυνή παρωδία γιά ότι, τέτοιου είδους πολιτικοί ηγέτες, προσχηματικά χαρακτηρίζουν σαν «εθνική σωτηρία» «κοινωνικό έργο» ή έστω «δημόσια υπηρεσία» τιμητικής ενασχόλησης και καθήκοντος. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες πολιτικής αποδόμησης, φθάσαμε στο σημείο να επιλέγουμε ένα τσούρμο ληστάρχων αντί κάποιου άλλου χειρότερου από αυτό που ερχόταν πακέτο μαζί με προσωπικότητες σπουδαγμένες στη μετριότητα ανάπτυξης ενός ξύλινου λόγου, τραγικά αποτυχημένους δικηγόρους που αναζητούσαν απεγνωσμένα να κάνουν όνομα, όπως και ανυπόφορους ιδεαλιστές που δεν είχαν κανέναν άλλο σκοπό παρά να θέσουν τη ζωή και τα πεπρωμένα μας υπό τον έλεγχο τους. Εκτός από όλους αυτούς, ας μη ξεχνάμε και τους γόνους παλιών πολιτικών όπου το σόϊ, μετά ευγενούς αυθαιρεσίας και διάθεσης, πήγαινε βασίλειο γιά να διαχειριστεί αυτόν τον αδιάκοπα  μεταβαλλόμενο, οργανικό θεσμό που ακούει στο όνομα: δημοκρατία. Φυσικά, ήταν μία εύκολη λύση και δεν απαιτούσε πολύ σκέψη με όσα είχαν συντελέσει γιά να κάνουν γνωστό τον προπάππου του προπάππου του υποψηφίου ευπατρίδη που τελικά επέπλεε, χρησιμοποιώντας σαν πρόσχημα τα ιστορικά του γονίδια και αναφορές σε μία άλλη, ιδίως  άσχετη με το παρόν, εποχή. Στις εκτιμήσεις των σύγχρονων μεγαλοαναλυτών, αυτό δεν είναι εκτόνωση πολιτικής αμηχανίας ή αφασίας αλλά ανθρώπινος, συναισθηματικός αυθορμητισμός και καταφύγιο στις ρομαντικές αναπολήσεις του ψηφοφόρου γιά τους «παλιούς καλούς καιρούς». Μία τέτοια επιλογή συνοδεύεται συνήθως από την αυταπάτη της απομόνωσης κάθε ανασφαλούς πιθανότητας που περιβάλλει οτιδήποτε καινούργιο και αδόκιμο. Επιπλέον, κάτι τέτοιο δεν επιβαρύνει το γενικότερο αίσθημα μειονεξίας που γενικά υφέρπει μέσα σε κάθε ψηφοφόρο εξ’ αιτίας του γεγονότος ότι με τη ψήφο του, ουσιαστικά, εκλιπαρεί να κυβερνηθεί από κάποιον άλλον, πόσο μάλλον όταν αυτός ο άλλος είναι άγνωστων, οικογενειακών στοιχείων και κοινωνικής προέλευσης.

Ολα αυτά τα ενδογενή φαινόμενα και συμπεριφορές γίνονται ακόμη πιό προβληματικά και περίπλοκα, αν αναλογιστούμε τη παρουσία εξωχώριων παραγόντων, κέντρων  αποφάσεων και θεσμών που δεν έχουν την άμεση έγκριση, ανοχή ή εμπιστοσύνη ενός λαού. Φυσικά, εδώ αναφέρομαι σε οργανισμούς και συλλογικότητες οικονομικής εξουσίας όπως το ΔΝΤ κ.α. Είναι αξιοπερίεργο ότι κάποιες πολιτικές δυνάμεις που στηρίζονται ή εξαρτώνται από αυτά τα παγκοσμιοποιημένα κέντρα επιβολής αποφάσεων, σε παλιότερους καιρούς, αναθεμάτιζαν τις σταλινικές μεθόδους και τις εξωτερικές, στρατιωτικές επεμβάσεις σε διάφορες χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ή και αλλού, ενώ τώρα πρόθυμα παρακινούν και ανέχονται το ΔΝΤ ή άλλους ενδεδειγμένους, στενών οικονομικών συμφερόντων οργανισμούς να επιτηρούν και να διαχειρίζονται τοπικές, κρατικές οικονομίες και ζωές. Από τη πλευρά τους, οι οργανισμοί τύπου ΔΝΤ δεν επιδιώκουν τίποτα περισσότερο από το να περιορίσουν τους δημοκρατικούς θεσμούς, να προσαρμόσουν τους συνταγματικούς χάρτες στα συμφέροντα τους και να στριμώξουν τις δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις της κάθε χώρας σε έναν ανούσιο, διακοσμητικό ρόλο. Δηλαδή, κάτι αντίστοιχο με το πιόνι του βασιλιά στο επιτραπέζιο παιγνίδι του σκάκι. Πράγματι, ο βασιλιάς κάθε σκακιέρας είναι το πιό άχρηστο κομμάτι της, με περιορισμένες αμυντικές ή επιθετικές ικανότητες. Παρ’ όλα αυτά, ολόκληρη η έκβαση του παιγνιδιου βασίζεται στη παρουσία του. Κατά κάποιο τρόπο, αυτή η στρατηγική  ανικανότητα το εξαγιώνει, αλλά παράλληλα του προσδίδει και ένα ψοφοδεϊκό χαρακτήρα έστω κι’ αν εκπροσωπεί την αξιοπρέπεια και το κύρος όλης της ομάδας των υπόλοιπων πιονιών. Ετσι ακριβώς είναι και οι διαχειρίσιμοι πολιτικοί που δεν έχουν κανένα άλλο όνειρο και πάθος παρά να συλλέγουν αναμνηστικά από τις χώρες που επισκέπτονται σαν επίσημοι εκπρόσωποι ενός κράτους ή να θυμίζουν μικροσκοπικά μπονζάϊ στο εργαστήριο σχεδιασμού πολιτικής και οικονομικής ανάπτυξης κάποιας περιβόητης διεθνούς φίρμας ή τράπεζας. Με άλλα λόγια, ο ρόλος ενός τέτοιου πολιτικού είναι ακριβώς όπως ενός παραδοσιακού τοτέμ ή ακόμη καλύτερα ενός γραφικού, εθνικού μασκοτ.

Εκείνο όμως, που πραγματικά έχει αρχίσει να εκλείπει στις μέρες μας, είναι η αίσθηση δικαίου και κυβερνητικής πρόνοιας. Αντιθέτως, οι πολιτικοί αρχέτες δεν φαίνεται να περνούν καμία κρίση συνείδησης ή ανάπτυξης. Αυτή η κατάσταση κάνει ακόμη μεγαλύτερη την ανάγκη γιά ριζοσπαστικά και όχι εκταμιευτικά μέτρα από τις μορφές εξουσίας και αστικής ευθύνης που έχουν σχέση με το δημόσιο συμφέρον. Με άλλα λόγια, η άσκηση εξουσίας και ευθύνης θα πρέπει να βρεί δίαυλους μετάβασης προς τα τοπικά κέντρα και κοινωνίες, ούτως ώστε η κάθε σημαντική απόφαση δημοσίου χαρακτήρα να γίνεται αντικείμενο κοινού συμφέροντος, δράσης και εφαρμογής. Οι μικρές κοινωνίες είναι τα σημεία που η ζωή αναπτύσσεται πρωταρχικά, εκεί που αρχίζει να συγκροτείται σταδιακά η περιφερειακή, εθνική και παγκόσμια οικονομία και οι τόποι που τα κάθε είδους προβλήματα παρουσιάζονται στη γέννεσή τους. Αρα, προς τα εκεί θα πρέπει να μετακινηθεί η προσοχή των πολιτικών και όχι στα απομακρυσμένα κέντρα εξουσίας που προσπαθούν να επιβάλουν όρους και μέτρα μέσα από απρόσωπες οικονομικές εκθέσεις και εκτιμήσεις που, πολλές φορές, δεν έχουν καμία σχέση με την οικονομική πραγματικότητα στους βασικούς πυρήνες της ανθρώπινης και φυσικής ζωής.

Το πρόβλημα των σημερινών κοινωνιών και η ανάλογη αντανάκλαση του στην Ελλάδα της ανεργείας, της απόγνωσης, της αγανάκτησης, των οικονομικών, πολιτικών εκβιασμών και τρόμων αλλά, ταυτόχρονα, της αντίστασης και ελπίδας επίσης, βρίσκεται στη βάση δύο διαφορετικών οραμάτων. Το ένα, μνημονιακού χαρακτήρα και επιλογών, δανείζεται από το όραμα μίας ελιτιστικής, ευρωπαϊκής, πολιτικής πτέρυγας και νομίζει πως οι αντανακλάσεις στο βάθος της ερήμου είναι όαση. Το άλλο, αυτό που δίνει μία μάχη παράδειγμα γιά ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, βλέπει τα σύννεφα να συγκεντρώνονται αλλά δεν τα φοβάται. Οι κρουνοί θα ανοίξουν γι’ αυτούς που εργάστηκαν γιά να τους στήσουν. Η ζωογόνα βροχή θα πέσει δίκαια κατανεμημένη σε όλη τη γη.

Μετά από όλα αυτά, δεν απομένει παρά να προσθέσω πως ούτε σχεδιάζω να εξελιχθώ σε  πολιτικό καριέρας αλλά ούτε σε οικονομολόγο που να διαφεντεύει με σχετικά μέτρα λιτότητας και πιστωτικές παροχές τον κόσμο. Τα δικά μου οράματα και ενδιαφέροντα είναι απλά, καθαρά, ανθρώπινα και λογοτεχνικά. Με περιτριγυρίζει όμως μία παράξενη αίσθηση πως βρισκόμαστε στη μέση ενός λυσσαλέου, οικονομικού πολέμου. Κάτι τέτοιες στιγμές λοιπόν, οι τελευταίες αράδες από το βιβλίο του Ντάλτον Τράμπο Ο Γιάννης Πήρε Τ’ Οπλο Του, έρχονται στη σκέψη για να με ενθαρρύνουν με το μήνυμα τους. Αράδες μαχητικές και περήφανες όπως η ζωή, αλλά και γεμάτες αισιοδοξία γιά κάθε ανώνυμο άνθρωπο. «Εμείς, οι απλοί άνθρωποι είμαστε το μέλλον». Με αυτό σαν σημείο αναφοράς, οι πρόσφατες εκλογές ήταν μία απογοήτευση γιά τους τεχνοκράτες και τα είδωλα τους, αλλά όχι γιά τη δημοκρατία. Η δημοκρατία δεν είναι ένα έμφυτο αγαθό μέσα σε όλους τους ανθρωπους. Αν ήταν έτσι, τότε οι δημοκρατικές διαδικασίες δεν θα παρήγαγαν το ναζιστικό κόμμα στη Γερμανία ή τους Χρυσαυγίτες στην Ελλάδα. Η δημοκρατία όμως μπορεί και πρέπει να εκθέτει τον αυταρχικό και αλαζονικό χαρακτήρα τέτοιων πολιτικών τερατουργημάτων και επιπλέον η δημοκρατία θα πρέπει να προσδίδει ηθολογικές προοπτικές και πολιτισμική σταθερότητα στη κοινωνία, δύο χαρακτηριστικά που τα μνημονιακά μέτρα και οι συμφωνίες δεν έλαβαν ποτέ υπ’ όψη τους. Τόσο το ήθος όσο και ο πολιτισμός είναι δύο στοιχεία απαραίτητα γιά την ελεύθερη δράση και προαγωγή των παραγωγικών δυνάμεων στη κοινωνία. Πέρα από αυτό, η δημοκρατία θα πρέπει επίσης να προκαλεί τη φαντασία μας γύρω από τη πιθανότητα εμφάνισης και λειτουργίας κάποιων άλλων καλύτερων ίσως και απρόσμενων κόσμων. Κατ’ αυτό τον τρόπο, μπορεί να μην οδηγηθούμε ποτέ στο λάθος να θεωρούμε σαν τετελεσμένη τη πολιτική ζωή ενός  τόπου, καθώς επίσης και να αποφύγουμε να περνούν οι μέρες μαραζωμένες σε έναν περιορισμένων διαστάσεων και οριζόντων ανθρώπινο βίο, χωρίς την έγκαιρη αντίληψη των στενὠν περιθωρίων και ελαττωμάτων του συστήματος διακυβέρνησης όπως το ξέρουμε. Τελικά, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι, γιά τη πραγματοποίηση των σκοπών μας, η μόνη απαραίτητη συνθήκη είναι η απελευθέρωση από τις αυταπάτες και ο δικομματισμός αποτελεί μία τέτοια γιά κάθε πραγματική δημοκρατία.

Βιβλ. Dalton Trumbo, Johnny Got His Gun, 1972, Bantam Books

Advertisements