Ο επικήδειος του Μανώλη Γλέζου για τον Λάκη Σάντα

10/05/2011 Αγαπητέ μου Λάκη συμμαθητή, συναγωνιστή και σύντροφε. Το πρώτο βόλι του θανάτου, στις 31 Μαΐου του 1941, αν και εξαγ-γέλθηκε πομπωδώς δεν κατάφερε να σε βρει. Έβαλαν ασπίδα τη σιωπή τους και σε κάλυψαν 33 Έλληνες πατριώτες και πατριώτισσες, αν και γνώριζαν το μυστικό. Ανάμεσά τους και ο Παναγιώτης Βουτό-πουλος, ο αστυφύλακας, ο οποίος σε αναγνώρισε και παρόλο που έ-χασε τη θέση του δεν σε μαρτύρησε, δεν πρόδωσε, υπέστη όλα τα δεινά της κατοχής. Το δεύτερο βόλι σε βρήκε κατάστηθα. Η σφαίρα δεν μπόρεσε, όμως, να σε εξοντώσει. Πέρασε μέσα από τα πνευμόνια και έφυγε, δεν σε έριξε κάτω, δεν σε κατέβαλε, όταν τότε που ως αξιωματικός του ΕΛΑΣ πήρες μέρος σε πολλές μάχες εναντίον των κατακτητών. Ο χάροντας μπροστά σε αυτήν την επιμονή παραμέρισε και περίμενε την εποχή της βιολογικής γήρανσής σου και όταν ήρθε, επέπεσε με μια πρωτοφανή βία. Τρεις φορές σου επιτέθηκε, τρεις φορές κατά-φερες να σηκωθείς από το κώμα και να σταθείς όρθιος. Την τέταρτη φορά, η καρδιά σου δεν άντεξε, και έτσι σε χάσαμε. Ο βιολογικός σου κύκλος έκλεισε. Όμως, ο κύκλος της αιωνιότητας είναι μπροστά σου. Πολλά είναι τα δείγματα της αγάπης του λαού. Από το πρωί, έρχονται με γράμματα, με κουβέντες, που λένε για τον Λάκη. Να μια απόδειξη μικρή: Ένας συμπολίτης μας, που βρίσκεται ανάμεσά μας -είναι παρόν τώρα εδώ, αλλά ζητά την ανωνυμία, με ένα του ποίημα δείχνει πώς είσαι ολόρθος, στητός: «Με τη σημαία σου στητή να κυματίζει στον ανοιξιάτικον αγέρα και κατευόδιο τη ματιά μας να δακρύζει θωρώντας τη στερνή σου μέρα. Τη θύρα διάβηκες για την αθανασία εντός μας πάντα θα απομένει μια άλλη σημαία που μας χάραξε πορεία όταν την είδαμε πεσμένη». Αδελφέ μου Λάκη, σύντροφε, φίλε καρδιακέ, είμαστε εδώ, οι φίλοι και οι συγγενείς σου, οι σύντροφοι και οι συναγωνιστές σου. Είναι εδώ οι κόρες σου η Αλεξάνδρα και η Γεωργία, και τα εγγόνια σου ο Δημήτρης, ο Κορνήλιος, και η Δέσποινα. Eίναι εδώ οι συνεξόριστοί σου της Ικαρίας, οι σύντροφοί σου από την Ψυττάλεια, είναι εδώ οι σύντροφοί σου από το κολαστήριο της Μακρονήσου. Και να προβάλλουν μέσα από τα διάσελα της ιστορίας, μέσα από τα κορφοβούνια και τα μετερίζια του αγώνα, οι νεκροί μας σύντροφοι, αυτούς που χάσαμε στην κατοχή. Είναι οι αγωνιστές του έπους 40-41. Και οι συναγωνιστές μας της εποποιίας της Εθνικής Αντίστασης, έρχονται να σε συναντήσουν, και να σε ρωτήσουν, Λάκη, Απόστολε Σάντα ελευθερωθήκαμε; Η απάντησή σου, είναι “ναι”, ελευθερωθήκαμε, αλλά μόνοι μας, κανένας άλλος δεν μας ελευθέρωσε. Ο ελληνικός λαός, εμείς μόνοι μας! Το δεύτερο ερώτημα: αποκτήσαμε μήπως την εθνική μας ανεξαρτησία Λάκη, που την είχαμε χάσει από την επανάσταση του 1821; Ένα βροντερό “όχι” ακούστηκε. Αν είναι δυνατόν πατρίδα ελεύθερη να έχει ξένες στρατιωτικές βάσεις στο υποτίθεται ανεξάρτητο και κυρίαρχο έδαφός της. Ξένοι δίνουν εντολές και τα στρατεύματά μας βρίσκονται στο Αφγανιστάν, στο Κόσοβο, στον Αραβικό κόσμο και στα παράλια της Παλαιστίνης και του Ισραήλ. Και η οικονομική υποδούλωση από μέρα σε μέρα, είναι πιο στενή. Η θηλιά γύρω από το λαό όλο και περισσότερο σφίγγεται με εντολές και μόνο των ξένων. Δεν μας άφησαν να αναπτύξουμε τη βαριά μας βιομηχανία, δεν μας άφησαν να αναπτύξουμε τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δεν μας άφησαν να αναπτύξουμε την αγροτική μας οικονομία. Ολόκληρη η χώρα στηρίζεται στο μεταπρατικό της χαρακτήρα, στον τουρισμό.  Ευλογούν, δυστυχώς, οι ξενοδόχοι το γεγονός ότι γίνονται πολεμικές συγκρούσεις στα άλλα μέρη της μεσογείου. Τέτοια κατάντια δεν την περίμενε κανένας. Και η πολιτική υποδούλωση είναι η συνέχεια. Για πρώτη φορά, έτσι νομίζω, από την εποχή του 21 και δώθε, έχουμε τέτοιου είδους υποτέλεια. Μας κυβερνούν οι ολετήρες του έθνους. Και θα σε ρωτήσουν: Αυτή η περίφημη δημοκρατία τι γίνεται; Δεν έχουν διαχωριστεί οι εξουσίες. Η εκτελεστική εξουσία διορίζει τη δικαστική. Και αν υπάρχει αντιπροσώπευση του λαού; 40 έδρες κλέβονται από τα άλλα κόμματα για να ακολουθήσει η πλασματική δημοκρατία του πρώτου κόμματος. Είναι αυτό δημοκρατία; Προσπάθησε να ησυχάσεις τους συντρόφους μας… Από πολλά πέρασε ο λαός μας, αλλά τώρα απελευθερώθηκε και χάθηκε και πάλι η ελευθερία. Και στο τελευταίο ερώτημα, τι γίνεται με την κοινωνική δικαιοσύνη; Ούτε το οκτάωρο… τώρα αγωνιζόμαστε να κατοχυρώσουμε το δεκάωρο, το δωδεκάωρο. Σκέψου κατάντια!  Απόστολε, αγαπημένε, Λάκη, φίλε καρδιακέ, τις παραμονές από κάθε διαδήλωση, από κάθε μάχη και οι μελλοθάνατοι την παραμονή από κάθε εκτέλεση εξομολογιόταν ο ένας στους άλλους. Λέγαμε καλό βόλι. Και αν δεν σε βρει και ζήσεις, εσύ θα κάνεις, δεν θα στα πω δεν χρειάζεται να τα αναφέρω, τα ίδια, τα όνειρά μας για την πατρίδα, για τον κόσμο, για όλη την ανθρωπότητα. Όμως, ήμασταν σχεδόν αμούστακα παιδιά, δεν είχαμε γνωρίσει τη γλύκα της ζωής και γι’ αυτό έλεγε ο ένας στον άλλο, αν ζήσεις και δεν σε βρει το καλό το βόλι, μην με ξεχνάς… Όταν θα γλεντάς στα χοροστάσια της ζωής θα γλεντάς και για μένα, όταν πίνεις το γλυκό κρασί – που δεν το έχουμε πιει τόσο πολύ- θα το πίνεις και για μένα, και όταν θα συναντάς στο δρόμο τους ανθρώπους θα τους χαιρετάς σαν να είμαι εγώ ο ίδιος, ο νεκρός, που δεν ζω. Λάκη στο είχα πει και τότε στο λέω και τώρα. Εάν φύγεις πρώτος, θα συνεχίσω τον αγώνα, δεν θα αφαιρέσω τα ωμοφόρια από πάνω μου και θα συνεχίσω τον αγώνα για να μείνουν ελεύθεροι οι νέοι, για τα νιάτα, για όλους αυτούς που αφουγκράζονται την ωκεάνια βοή μέσα από τα κοχύλια της θάλασσας και που ταυτίζονται στις μελιχρές ώρες με τα ηλιοβασιλέματα, γιατί περιμένουν ότι και αύριο θα ξημερώσει. Μόλις συναντήσεις τον Αντώνη Μοσχοβάκη τον Θόδωρο Ρεμουντάκη, τον Λευτέρη Σελλά και τον Γιώργο Λαμπή εκείνη την πρώτη μα-θητική ομάδα που είχαμε σχηματίσει θα τους πεις ότι συνεχίζω το δρόμο. _____________________________________________________________________________________ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ Ο Λάκης (Απόστολος) Σάντας γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1922 στην Πάτρα, όπου τότε υπηρετούσε ο πατέρας του ως δημόσιος υπάλληλος. Οι γονείς του κατάγονταν από το χωριόΠηγαδισάνοι της Λευκάδας, με τη μητέρα του να κατάγεται και από τη Βυτίνα Αρκαδίας. Λίγον καιρό μετά, η οικογένεια Σάντα εγκαθίσταται στην Αθήνα. Τελειώνει το γυμνάσιο το 1940 και αμέσως μετά εισάγεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Θα αποφοιτήσει μετά την απελευθέρωση. Τη νύχτα της 30ής προς 31η Μαΐου 1941, θα κατεβάσει, μαζί με το φίλο του Μανόλη Γλέζο τη χιτλερική σημαία από το βράχο της Ακρόπολης. Το 1942 εντάσσεται στο ΕΑΜ και λίγο αργότερα στην ΕΠΟΝ. Το 1943 βγαίνει στο βουνό με τον ΕΛΑΣ. Πήρε μέρος σε αρκετές μάχες στην Αιτωλοακαρνανία, τη Φθιώτιδα και την Αττικοβοιωτία και το 1944 τραυματίστηκε. Το 1946 εξορίζεται στην Ικαρία. Το 1947 φυλακίζεται στην Ψυττάλεια απ’ όπου το 1948 στέλνεται στην Μακρόνησο. Θα διαφύγει στην Ιταλία και θα ζητήσει πολιτικό άσυλο στον Καναδά, όπου θα ζήσει μέχρι το 1962. Το 1963 επιστρέφει στην Ελλάδα όπου έκτοτε ζει μόνιμα. Ο ίδιος εξιστόρησε το εγχείρημα υποστολής της σημαίας και ορισμένα περιστατικά από τη δράση του στην Εθνική Αντίσταση, στον Ηλία Πετρόπουλο. Η αφήγησή του: Όταν το Μέτωπο της Μακεδονίας έσπασε και η Μπότα των Ναζί κατέβαινε και μας πλάκωνε στο στήθος, η πρώτη μου σκέψη ήταν να φύγω με τα υποχωρούντα στρατεύματα για την Αίγυπτο για να συνεχίσω εκεί τον πόλεμο. Λογάριασα, όμως, χωρίς τα Στούκας, τα οποία δεν άφησαν ούτε καρυδότσουφλο στον Σαρωνικό κόλπο. Κι έτσι, ανάμεσα στις φλόγες και στις βόμβες των Στούκας, είδα να βυθίζονται οι ελπίδες μου για την Αίγυπτο, κι έμεινα. Μπήκαν στην Αθήνα μας, μια Κυριακή κι έστησαν αμέσως την πολεμική τους σημαία σ’ έναν ψηλό κοντό, πάνω στα αθάνατα μάρμαρα της Ακρόπολης. Άπειρα μάτια ελληνικά εδάκρυσαν το πρωινό εκείνο, βλέποντας το σύμβολο των Ούννων να λερώνει το μοναδικό μνημείο του πολιτισμού και της λευτεριάς, τον Παρθενώνα. Έτσι εδάκρυσαν και τα δικά μου. Μα… ύστερα τα βλέφαρά μου σφίχτηκαν κι άστραψαν από μια φλόγα που θα μπορούσε να λιώσει και ατσάλι ακόμη, κι ήταν αυτή, η φλόγα της συγκρατημένης λύσσας εναντίον τους. Ήταν η φλόγα που μου έλεγε ότι κάτι πρέπει να τους κάνω. Κάτι μεγάλο, κάτι που να τους μαστιγώσει σε εκείνα τα αγέρωχα γουρουνίσια μούτρα τους, κάτι προσβλητικό, κάτι που να τους κάνει να κατεβάσουν εκείνα τα κρύα γαλανά, χωρίς οίκτο κτηνώδη μάτια τους. Κάτι συμβολικό, που να τους χτυπήσει όλους μαζί σαν χώρα, σαν λαό, και προ παντός, σαν στρατό. Την ίδια φλόγα είδα τότε στα μάτια πολλών φίλων μου, αλλά προ παντός τη διέκρινα και την γνώρισα στα μάτια του Μανώλη του Γλέζου, του συμμαθητή μου. Κυτταχτήκαμε στα μάτια και χωρίς κουβέντες συνεννοηθήκαμε. Αρχίσαμε να σκεφτόμαστε τι θα κάνομε. Εν τω μεταξύ, οι Ναζίδες είχαν αρχίσει επιχειρήσεις εναντίον της Κρήτης. Πηγαίναμε στο Φάληρο μόνοι μας και μπρος στα αφρισμένα κύματα σκεφτόμαστε τι να τους κάνομε ακούγοντας από πάνω μας τη Λουφτβάφε να μεταφέρει αλεξιπτωτιστές για την Κρήτη. Οι μέρες περνούσαν… Είχε περάσει ένας μήνας που κατέλαβαν την Αθήνα και η Κρήτη είχε λυγίσει. Πολεμούσαν ακόμη τα παλικάρια μας μαζί με τους Εγγλέζους σε μερικά σημεία. Κι έξαφνα ένα δειλινό που ήμαστε στο Ζάππειο και ο ήλιος έγερνε λούζοντας τον ορίζοντα με εκείνα τα χρώματα που μόνο ο αττικός ουρανός έχει, τα μάτια μας γύρισαν στον βράχο της Ακροπόλεως. Μέσα στο υπέροχο φόντο της δύσης σταθήκαμε και κυττούσαμε. Και τότε… το βλέμμα μας έπεσε πάνω στη σημαία τους που υπερήφανα κυμάτιζε ψηλά-ψηλά και η βαριά σκιά της πλάκωνε καταθλιπτικά όλη την Αθήνα, όλη την αττική γη. Να τι πρέπει να τους κάνομε! Ήρθε η σκέψη σαν σπίθα. Να τους την πάρομε. Να την γκρεμίσομε και να την ξεσχίσομε και να πλύνομε έτσι τη βρωμιά από τον Ιερό Βράχο. Την είχαν στήσει αυτήν την ίδια την πολεμική τους σημαία οι Ναζί θριαμβευτικά ως τότε, στη Βαρσοβία, στη Βιέννη, στην Αμβέρσα, στη Νορβηγία, στο Παρίσι και στο Βελιγράδι και απειλούσαν να τη στήσουν σε όλο τον κόσμο τότε. Μα εδώ είναι Ελλάδα. Είναι η μικρή χώρα που απ’ αυτή ξεπετάχτηκε η φλόγα του Πολιτισμού. Είναι η χώρα που δίνει το παράδειγμα πάντα στις κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας. Ήταν πολύ απλό μα και πολύ Μεγάλο. Μια σημαία σήκωσε στις 25 Μαρτίου 1821 ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, μια σημαία θα κατεβάζαμε και μεις στις 31 Μαϊου 1941. Συμβολικό το πρώτο, συμβολικό και το δεύτερο. Μια φούχτα άνθρωποι τότε απειλούσαν την Πανίσχυρη Τουρκική Αυτοκρατορία. Δυο παιδιά εμείς, θα προσβάλλαμε το φοβερό τότε Γ΄ Ράιχ. Και βάλαμε σ’ ενέργεια αμέσως το σχέδιο. Πήραμε απ’ την Εθνική Βιβλιοθήκη τη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια και διαβάσαμε στη λέξη Ακρόπολις. Εκεί είδαμε όλες τις σπηλιές ή τρύπες που έχει ο βράχος της Ακροπόλεως από την εποχή εκείνη και καταλάβαμε ότι μόνον από ένα σπήλαιο -που είναι στο εσωτερικό του βράχου της Ακροπόλεως και λέγεται «Πανδρόσειον άντρον» και στο οποίο κατά τη Μυθολογία εκατοικούσε ο ιερός όφις της θεάς Αθηνάς και του πήγαιναν οι ιέρειες του ναού του Παρθενώνα και έτρωγε μηλόπιττες στις εορτές των Παναθηναίων- ότι μόνον απ’ αυτήν την τρύπα, που έβγαινε σε ένα βάθρο δίπλα στο Ερεχθείο, θα μπορούσαμε να ανεβούμε στην Ακρόπολη χωρίς να μας δουν οι Γερμανοί φρουροί. Την άλλη μέρα κιόλας πήγαμε και ανεβήκαμε ως επισκέπτες στην Ακρόπολη και είδαμε πού ακριβώς είναι αυτή η σπηλιά από την οποία θα ανεβαίναμε την νύκτα. Πέρασε κι αυτή η ημέρα και ήλθε η επομένη, η 30ή Μαϊου 1941. Είχαμε ακούσει το βράδυ από το ραδιόφωνο, το Λονδίνο που μας είπε ότι η Κρήτη εγκατελείφθη πια. Πρωί πρωί οι Ούννοι με τις εφημερίδες τους και με προκηρύξεις μας ανήγγειλαν γεμάτοι κομπασμό και υπερηφάνεια ότι κατέλαβαν και την τελευταία γωνιά της Ελλάδας, την ηρωική Κρήτη. Δεν ξέρω τι ήταν εκείνο που ένιωθα, μα μου φαίνεται πως ήταν ένα παράπονο μαζί με δυνατό πυρετό. Περίμενα μ’ αγωνία να βραδιάσει. Επιτέλους βράδιασε. Συναντηθήκαμε με τον Μανώλη και ξεκινήσαμε. Όπλα δεν είχαμε τότε. Είχα πάρει μαζί μου μόνον ένα φαναράκι ηλεκτρικό κι ένα μαχαιράκι. Φτάσαμε. Κάναμε μια βόλτα στα Προπύλαια μέχρι να φτάσει η ώρα 9: 30 μ.μ. Τότε είδαμε τους Γερμαναράδες να είναι μαζεμένοι μέσα στο δωμάτιο της εισόδου και να πίνουν κρασί και μπίρες, έχοντας και μερικές κακές Ελληνίδες, απ’ αυτές που πουλάν τον έρωτά τους στα Προπύλαια που είχαν το Φρουραρχείο. Ακούγαμε από μακριά τα κτηνώδη χάχανά τους και τα τραγούδια τους και σφίγγαμε ακόμη περισσότερο τα δόντια μας. Όταν έφτασε η ώρα, κυτταχθήκαμε. Ίσως να μην ξαναβλέπαμε τον ήλιο ν’ ανατέλλει. Είναι αλήθεια ότι νιώθαμε ένα δυνατό χτυποκάρδι μα αυτό δεν ακουγόταν παραέξω. Τα στήθη μας τα ελληνικά το πνίγανε. Είναι γλυκός ο θάνατος όταν πεθαίνεις για τα ιδανικά σου. Σ’ αυτές τις στιγμές δεν έχεις παρά να θυμηθείς την Ιστορία. Να θυμηθείς τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, να θυμηθείς τον Αθανάσιο Διάκο ή το Μεσολόγγι ή τον πόλεμο της Αλβανίας κι είσαι εντάξει. Σφίξαμε τα χέρια, πηδήξαμε τα σύρματα, μπήκαμε ανάμεσα στα δέντρα. Συρθήκαμε με την κοιλιά και φτάσαμε στη σπηλιά. Μπήκαμε μέσα ψηλαφητά κρατώντας και την αναπνοή μας ακόμη. Αρχίσαμε να σκαρφαλώνομε ως τα μαδέρια της σκαλωσιάς που είχαν φτιάξει οι αρχαιολόγοι για ανασκαφές. Κάτω μας το βάραθρο άνοιγε το μαύρο του στόμα να μας καταπιεί στο πρώτο ξεγλίστρημα. 40 μέτρα κάτω κατέβαινε η σπηλιά και κατόπιν ανοιγότανε το χείλος ενός ξεροπήγαδου, άλλα καμιά δεκαριά μέτρα. Σιγά-σιγά σκαρφαλώσαμε και κάνοντας μια τελευταία έλξη βγήκαμε στο επάνω βάθρο. Ανεβήκαμε μερικά μαρμάρινα σκαλιά και σηκώσαμε τα κεφάλια μας να δούμε. Ήταν ένα τέταρτο το φεγγάρι. Και καθώς το ασημένιο του φως έλουζε τα ιερά εκείνα μνημεία του άπαντου της Τέχνης και της Ομορφιάς, νιώσαμε μέσα μας ν’ ατσαλώνομε. Είδαμε με τα μάτια της ψυχής μας τους αθάνατους προγόνους μας να στέκονται σιωπηλοί και μεγαλοπρεπείς μες στις χλαμύδες τους τριγύρω μας και να μας κυττάνε ερωτηματικά αν θα κάνομε το καθήκον μας ή όχι. Αν και δεν πολυπιστεύω στο μοιραίο, εν τούτοις εκείνες τις στιγμές νομίζω ότι το μοιραίο της φυλής μας έριξε τον κλήρο σε μας… Προχωρήσαμε συρτά με την κοιλιά. Μας χώριζαν περίπου 50-60 μέτρα απ’ τον κοντό που είχαν τη σημαία τους. Χωριστήκαμε και πηγαίναμε ανάμεσα στα μάρμαρα, πετώντας κάθε τόσο πέτρες μήπως ήταν κανένας Γερμανός σκοπός κρυμμένος. Όταν φτάσαμε κοντά στον κοντό είδαμε την ξύλινη σκοπιά τους. Πετάξαμε πάλι κάνα-δυο πέτρες κι όταν είδαμε ότι ήταν ησυχία σηκωθήκαμε όρθιοι και προχωρήσαμε θαρρετά. Φτάσαμε στον κοντό. Ψηλά κυμάτιζε η σημαία τους. Λύσαμε το συρματόσχοινο και τραβήξαμε για να την κατεβάσομε. Μα την είχαν μπλέξει στην κάτω άκρη της με τα τρία συρματόσχοινα που στήριζαν τον κοντό. Κρεμόμαστε κι οι δυο για να την κατεβάσομεμ μα δεν κατέβαινε. Αρχίσαμε τότε με τη σειρά να σκαρφα- λώνομε στον σιδερένιο κοντό για να την φτάσομε και να την κόψομε. Μα ήταν 20 μέτρα ο κοντός και λείος κι ήταν αδύνατο να την φτάσομε. Κουρασμένοι σταθήκαμε για λίγο κι απογοητευτήκαμε, σκεφτόμαστε τι να κάνομε. Να φύγομε χωρίς την σημαία τους λάφυρο, δεν το σκεφτήκαμε ούτε μια στιγμή. Και μέσα στην ένταση της σκέψης μας, σκεφτήκαμε ότι πρέπει να σπάσομε τα τρία συρματόσχοινα για να μπορέσομε να την κατεβάσομε. Αρχίσαμε τότε με τα χέρια μας, με τα δόντια μας, με ό,τι μπορούσαμε, να προσπαθούμε να ξεκολλήσομε τα συρματόσχοινα απ’ τους σκουριασμένους χαλκάδες με τους οποίους κρατιότανε στα γύρω μάρμαρα. Κραυγή ενθουσιασμού μου ξέφυγε όταν έσπασε το πρώτο. Κατόπιν έσπασε και το δεύτερο και μετά το τρίτο. Αμέσως ξεμπλέξαμε τα συρματόσχοινα και τότε το μισητό σύμβολο του φασισμού κατέβηκε. Ήταν μια τεράστια σημαία 4 μ. μήκος και 2 μ. πλάτος. Στη μέση είχε τον αγκυλωτό σταυρό και στην απάνω άκρη τον γοτθικό πολεμικό σταυρό του Κάιζερ. Με λύσσα την κόψαμε απ’ το συρματόσχοινο και την μαζέψαμε. Σχίσαμε από ένα κομμάτι απ’ τον αγκυλωτό σταυρό. Την υπόλοιπη την κάναμε ρολό και την πήραμε. Είχαν περάσει τρεις ώρες περίπου απ’ την ώρα που είχαμε ξεκινήσει. Το φεγγάρι είχε χαθεί και μαζί μ’ αυτό και οι οπτασίες των προγόνων μας ευχαριστημένες. Ο αέρας μας δρόσιζε τα φλογισμένα πρόσωπά μας και μας έφερνε από μακριά τα χάχανα των Γερμαναράδων. «Α! τώρα γελάστε και τραγουδείστε όσο θέλετε, αύριο το πρωί θα τα πούμε», σκέφτηκα. Κατεβήκαμε απ’ το ίδιο μέρος. Για να την πάρομε μαζί μας ήταν αδύνατο γιατί η ώρα της κυκλοφορίας είχε περάσει. Τότε αποφασίσαμε να την κρύψομε μέσα στην ίδια τη σπηλιά, κάτω στο ξεροπήγαδο. Κατεβήκαμε σιγά σιγά μέχρι κάτω, φτάσαμε στο χείλος του ξεροπήγαδου και την πετάξαμε όπως ήταν, τυλιγμένη σε μπόγο, μέσα. Ακούσαμε τον γδούπο της και ησυχάσαμε. Ανεβήκαμε πάλι και φύγαμε σιγά σιγά, πηγαίνοντας σύρριζα στον τοίχο και προσέχοντας μην συναντήσομε καμιά γερμανική περίπολο. Όταν βρισκόμαστε στη μέση του δρόμου περίπου για το σπίτι μας, μας σταμάτησε ξαφνικά με το πιστόλι στο χέρι ένας Έλληνας αστυνομικός που φύλαγε σκοπός σ’ ένα δημόσιο ταμείο. Στην αρχή σκέφτηκα να του επιτεθώ με το μαχαίρι. Αλλά κατόπιν του μιλήσαμε ευγενικά και θαρρετά και του δώσαμε να καταλάβει ότι πρέπει να μας αφήσει να πάμε στα σπίτια μας χωρίς βέβαια να του πούμε τίποτε για το ζήτημα της σημαίας. Μας άφησε και φύγαμε. Φτάσαμε στα σπίτια μας, καθησυχάσαμε τους δικούς μας που μας περίμεναν γεμάτοι αγωνία μη ξέροντας πού είμαστε. Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Και το πρωί ήρθε ο Μανώλης και ανεβήκαμε στην ταράτσα του σπιτιού μου και κυττούσαμε την Ακρόπολη. Μέχρι τις 11 π.μ. της 31ης δεν υπήρχε σημαία στην Ακρόπολη, όπως έλεγαν τώρα τελευταία μετά την απελευθέρωση οι Έλληνες φύλακες της Ακροπόλεως. Η γερμανική φρουρά, η οποία απετελείτο από 20 περίπου άνδρες τα είχε χάσει. Πανικός στο γερμανικό στρατηγείο. Οι κούρσες πήγαιναν κι έρχονταν. Τι έγινε η πολεμική τους σημαία; Ποιος τόλμησε να την πειράξει; Κατά τις 11 η ώρα πήγαν και βάλαν μιαν άλλη στη θέση της, πιο μικρή. Με τις απογευματινές εφημερίδες βροντοφωνήσανε οι Γερμανοί τις κυρώσεις τους. Επήραν τα δακτυλικά μας αποτυπώματα απ’ το σιδερένιο κοντό και μας κατεδίκασαν ερήμην σε θάνατο (γιατί δεν μας ήξεραν). Επίσης όλους τους τυχόν σ υνενόχους μας. Μας επικήρυξαν και με χρηματικό ποσόν. Περιόρισαν τις ώρες κυκλοφορίας των πολιτών και απέλυσαν τον αρχηγό της Αστυνομίας και τους διοικητές των αστυνομικών τμημάτων της περιφερείας της Ακροπόλεως. Επίσης, συνέλαβαν όλους τους Έλληνες φύλακες της Ακροπόλεως, τους οποίους όμως άφησαν ελευθέρους, αφού εξήτασαν τα αποτυπώματά τους και τους ανέκριναν, τη δε φρουρά τους την κατεδίκασαν εις θάνατον και την εξετέλεσαν. Μου φαίνεται πως βγήκαν λίγο ξινά τα γλέντια των Γερμαναράδων για τον θρίαμβο της Κρήτης… Αμέσως το νέο διαδόθηκε σαν αστραπή στην Αθήνα και στον Πειραιά και στα περίχωρα και κατόπιν σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Το Λονδίνο και το Κάιρο την άλλη νύχτα έπλεξαν εγκώμια γι’ αυτό. Θα νιώσω άραγε άλλη φορά τα συναισθήματα που ένιωθα εκείνες τις ημέρες όταν άκουγα γύρω μου παντού τους Έλληνες με υπερηφάνεια και ειρωνεία για τους Γερμανούς να μιλούν για το γεγονός αυτό και να το χαρακτηρίζουν παίρνοντας κουράγιο για την αρχή του καινούργιου πολέμου της Αντίστασης. Έβλεπες παντού τον κόσμο να έχει αναθαρρήσει, να περπατάει με ψηλά το κεφάλι, ξέροντας καλά ότι το καζάνι άρχισε να βράζει πάλι… Κι έτσι αρχίσαμε… Έπειτα από 8 μήνες επεχείρησα να φύγω για την Αίγυπτο για να πάω στο στρατό να πολεμήσω πιο ενεργά μαζί με τον Μανώλη κι έναν άλλο φίλο μου. Μα, ύστερα από προδοσία, μας έπιασαν οι Γερμανοί. Μας κλείσανε στις φυλακές. Τότε σκέφτηκα ότι αν είχαν την εξυπνάδα να παραβάλουν τα δακτυλικά μας αποτυπώματα, όλα θα τελείωναν. Αλλά δεν την είχαν, ευτυχώς. Καθίσαμε λίγο καιρό στις φυλακές, όπου περάσαμε του κόσμου τα μαρτύρια (ξύλο ανηλεές, σχεδόν καθημερινό ντους με κρύο νερό, έξω στο κρύο κ.λπ.) αποτέλεσμα των οποίων ήταν, όταν βγήκαμε, τον Απρίλιο του 1942, ύστερα από μια αμνηστία που μας συμπεριέλαβε, να κάνει ο Μανώλης αιμοπτύσεις. Μόλις βγήκα απ’ τη φυλακή, οργανώθηκα για καλά (είχε φουντώσει εν τω μεταξύ το κίνημα της Αντίστασης) κι άρχισα να κάνω χίλιες δουλειές, από κόλλημα προκηρύξεων και γράψιμο στον τοίχο μέχρι μεταφορά όπλων και κρύψιμο, κ.λπ. Το καλοκαίρι του 1943 ένας χαφιές των SS με γνώρισε και κουβάλησε αρκετούς από δαύτους να με πιάσουν. Τους ξέφυγα, πηδώντας από παράθυρο σε παράθυρο κι από ταράτσα σε ταράτσα και βγήκα στο Αντάρτικο. Κατατάχθηκα στον ΕΛΑΣ και  τοποθετήθηκα στην περιοχή Στερεάς Ελλάδας. Έλαβα μέρος σε αρκετές μάχες παρατάξεως με τους Ναζίδες και σε πολλές επικίνδυνες αποστολές και κανόνισα αρκετούς Γερμαναράδες, τραυματίσθηκα δε στο στήθος (αριστερό ημιθωράκιο) πάνω απ’ την καρδιά από τυφλό τραύμα βλήματος. Αυτή είναι η ιστορία της συμβολής μου στην Αντίσταση του λαού μας, εν ολίγοις. Αλλά τι είναι αυτά μπροστά στις υπέροχες σελίδες που έχει γράψει ο ελληνικός λαός στα τέσσερα αυτά χρόνια της πιο σκληρής και ανελέητης σκλαβιάς που είδαμε ποτέ στην ιστορία μας; Κάθε πέτρα και κάθε αγκωνάρι, κάθε δρόμος και κάθε πεζοδρόμιο έχει γραμμένη απάνω μιαν ολόκληρη ιστορία ηρωισμού και θυσίας για τη λευτεριά, από γνωστούς και άγνωστους μάρτυρες, ήρωες, ατσάλινες ψυχές που ξεψυχάγανε προφέροντας το όνομα της Ελλάδας μας και φωνάζοντας «Θάνατος στο φασισμό!!!». Οι βουνοκορφές πάλι κι οι ράχες αχολογούν ακόμα απ’ τις κλαγγές των όπλων κι απ’ τα κλέφτικα τραγούδια των λεβεντόκορμων ανταρτών και κάθε στενό και κάθε ρέμα μυρίζει μπαρούτι ακόμη, απ’ αυτό που έπεφτε καυτό απάνω στις γερμανικές φάλαγγες κάθε λεπτό και τους έκανε, αλαφιασμένοι, να μην ξέρουν από πού να φυλαχτούν, νομίζοντας ότι κάθε πεύκο και κάθε έλατο ζωντανεύει κι είναι αντάρτης, εκδικητής!!! Θα μπορούσα να λέω ολόκληρα μερόνυχτα, είναι τόσα πολλά.

Εμείς αγόρι μου, είμαστε δρακογενια. κοιμηθήκαμε πάνω στο χιόνι κι ανάμεσα στα σκίνα,δεχτήκαμε ιατρικές επεμβάσεις χωρίς αναισθητικό,ζήσαμε στα ξερονήσια και τις φυλακές,μάθαμε ν΄αντέ-χουμε Δεν προλάβαμε να βγούμε στην κοινωνία και βγήκαμε στην Αντίσταση Τα οράματα ερχόντουσαν από μόνα τους να σε συναντήσουν Ένα μικρο τέταρτο του φεγγαριού έπεφτε πάνω στα μάρμαρα, το χουμε συμφωνήσει: Αν παν να μας συλλάβουν, θα πέσουμε από την Ακρόπολη

ΣΗΜ: Με τίτλο »Δεν νιώθω ήρωας, έκανα το καθήκον μου »στις 29 Μα’ίου 2000 ο Λάκης Σάντας σε συνέντευξη που εδωσε στον υπογράφοντα(επίσης Λευκαδίτη) και δημοσιευθηκε στα ‘ΝΕΑ'(στήλη 30 ερωτήσεις) ειπε: ΚΑΤΑΓΕΤΑΙ: Από τη Λευκάδα ΑΓΑΠΑΕΙ: Την τάξη και την αποτελεσματικότητα ΔΙΑΒΑΖΕΙ: Πολλή ιστορία ΕΛΠΙΖΕΙ: Σε μια ιδανική, αταξική, ειρηνική κοινωνία για τα νέα παιδιά ΑΚΟΥΕΙ: Μόνο τη συνείδησή του ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ: Την παγκόσμια ειρήνη Τη νύχτα της 30ής Μαΐου 1941 ο Απόστολος (Λάκης) Σάντας μαζί με τον Μανώλη Γλέζο κατέβασαν τη σημαία των ναζί κατακτητών από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης. Χθες οι Λευκαδίτες της Αθήνας τίμησαν τον 78χρονο συμπατριώτη τους σε μια όμορφη εκδήλωση στην Αθήνα όπου οι μνήμες ζωντάνεψαν. ΕΡ.: Ήρωας: ΑΠ.: Δεν νιώθω ήρωας, έκανα το καθήκον μου. ΕΡ.: Σήμερα θα το ξανακάνατε; ΑΠ.: Με μεγαλύτερο πάθος. ΕΡ.: Μια εντυπωσιακή πράξη αναγνώρισης του αγώνα σας. ΑΠ.: Το δάφνινο στεφάνι που μου έβαλε η γειτονιά μου, το 1945, όταν γύρισα από το αντάρτικο. ΕΡ.: Θέλετε να ξεχάσετε: ΑΠ.: Τις αδικίες που έγιναν εις βάρος μου. ΕΡ.: Μανώλης Γλέζος: ΑΠ.: Φίλος και σύντροφος. ΕΡ.: Εθνική Αντίσταση: ΑΠ.: Τιμή σε αυτούς που έπεσαν στους αγώνες για την ελευθερία. ΕΡ.: Αν η ζωή σας γινόταν ταινία, τι τίτλο θα της δίνατε; ΑΠ.: «Αγώνες για ιδανικά». ΕΡ.: Η καλύτερη στιγμή στη ζωή σας; ΑΠ.: Οι ηρωικές στιγμές στη διάρκεια του αγώνα. ΕΡ.: Και η χειρότερη; ΑΠ.: Ο θάνατος της Κλεοπάτρας, της γυναίκας μου. ΕΡ.: Μακρόνησος, Ψυτάλλεια, Ικαρία ­ φυλακίσεις, εξορίες: ΑΠ.: Πικρές μνήμες. ΕΡ.: Ετοιμάζετε βιβλίο; ΑΠ.: Ναι, με όλες τις αναμνήσεις μου. ΕΡ.: Προσπαθείτε: ΑΠ.: Να συμβάλω για έναν κόσμο καλύτερο. ΕΡ.: Θυμώνετε: ΑΠ.: Με την ανευθυνότητα. ΕΡ.: Θα θέλατε να ζήσετε… ΑΠ.: Στην όμορφη Λευκάδα, το νησί των ποιητών. ΕΡ.: Αγαπημένος φίλος… ΑΠ.: Γιάννης Ορφανός. Μου λείπει. ΕΡ.: Συγκινείσθε… ΑΠ.: Με τις αναμνήσεις μου. ΕΡ.: Η νεολαία σήμερα… ΑΠ.: Αν χρειαστεί θα είναι αντάξια των προγόνων της. ΕΡ.: Μια συμβουλή στα εγγόνια σας: ΑΠ.: Να γίνουν καλύτερα από εμένα. ΕΡ.: Αγαπημένος ηθοποιός; ΑΠ.: Δημήτρης Χορν. ΕΡ.: Και τραγουδιστής; ΑΠ.: Μαρία Φαραντούρη. ΕΡ.: Πολιτικό που θαυμάζετε: ΑΠ.: Τον Τρικούπη. ΕΡ.: Το μεγαλύτερο πρόβλημα της κοινωνίας μας: ΑΠ.: Η ανεργία και η εξάπλωση των ναρκωτικών. ΕΡ.: Μια σκηνή στον δρόμο που σας εντυπωσίασε; ΑΠ.: Η εκδήλωση σεβασμού ενός παιδιού σε ηλικιωμένο. ΕΡ.: Ελλάδα… ΑΠ.: «… Νιώθω για σε πατρίδα μου στα σπλάχνα χαλασμό…». ΕΡ.: Αγαπημένο βιβλίο… ΑΠ: «Πόλεμος και Ειρήνη». ΕΡ.: Και τραγούδι; ΑΠ.: «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού».

ΠΗΓΗ:
http://aristerastofako.blogspot.com/2010/04/blog-post_739.html
http://el.wikipedia.org/wiki/Λάκης_Σάντας
εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»

  1.  «(Ξένη δημοσίευση)-ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΥΠΟΥ-ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ-Τιμητική εκδήλωση της Βουλής των Ελλήνων για τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης κ. Μανώλη Γλέζο και κ. Απόστολο Σάντα»Βουλή των Ελλήνων (ana-mpa.gr). 2008-11-11. Ανακτήθηκε την 2009-05-16.
  2.  «Λάκης Σάντας. Ένα από τα σύμβολα της Εθνικής Αντίστασης μιλάει στον Ε.Δ.»ΕΝΕΡΓΟΣ ΔΗΜΟΤΗΣ (energosdimotis.gr). 2008-11-16. Ανακτήθηκε την 2009-05-16.

Advertisements