Η πολιτισμική στειρότητα της τυφλής λατρείας και μίμησης του παρελθόντος ΜΕΡΟΣ 1

ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ»
http://www.freeinquiry.gr/pro.php?id=703

Τι σηµαίνει το γεγονός, ότι διερωτώµεθα για τη σχέση µας µε την Παράδοση; Οτι κατά κάποιον τρόπο έχουµε βγει απʼ την Παράδοση. Αυτό το καταλαβαίνουµε πρώτα-πρώτα εµπειρικά. Οι φυλές και οι λαοί, που έχουν µείνει κλεισµένοι µέσα στην παράδοσή τους δεν βλέπουν καν την Παράδοση σαν Παράδοση: Ζουν µέσα σε αυτήν και θεωρούν την παρούσα ζωή τους σαν συνέχεια ενός αµετάβλητου τρόπου ζωής. Και µπορούµε να το καταλάβουµε και λογικά: Για να διερωτηθούµε για τη σχέση µας µε την Παράδοση πρέπει η σχέση αυτή να έχει γίνει, περισσότερο ή λιγότερο προβληµατική, πρέπει να έχει δηµιουργηθεί µια απόσταση απʼ την Παράδοση. Απόσταση δεν σηµαίνει απεµπόληση ή λησµονιά. Σηµαίνει και άλλου είδους παρουσία και άλλου είδους σχέση. Μια σύντοµη ανασκόπηση της ανθρώπινης ιστορίας µας δείχνει ακριβώς δυο κύριους τύπους σχέσης µε την Παράδοση.

Ετερόνομες κοινωνίες: Η παθητική σχέση με την Παράδοση

Ο πρώτος, που ασφαλώς πρέπει να ήταν και µόνος για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια µέχρι την 1η χιλιετία π.Χ., είναι ο τύπος των αρχαϊκών (ή πρωτόγονων ή αγρίων) κοινωνιών. Αν στηριχτούµε στη γνώση, που έχουµε για τέτοιου τύπου κοινωνίες από την εθνολογία (που τις µελέτησε τους δυο τελευταίους αιώνες), θα συνάγουµε, ότι σε αυτές τις κοινωνίες τρόπος ζωής, έθιµα, οργάνωση, τεχνική, διαβιβάζονται σχεδόν αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά. Ανεπαίσθητες αλλοιώσεις βέβαια συνεχώς εµφανίζονται, αλλιώς δεν θα υπήρχε διάκριση ανάµεσα στις διάφορες ηωλιθικές, παλαιολιθικές και νεολιθικές εποχές. Αλλά οι κοινωνίες αυτές δεν έχουν συνείδηση αυτών των αλλοιώσεων. Πιστεύουν, ότι από τότε που υπάρχει η φυλή τους, η ζωή τους και οι νόµοι τους έµειναν οι ίδιοι. Βέβαια από όσο ξέρουµε, όχι µόνο υπάρχει µια συνείδηση του χρόνου και της διαδοχής των γενεών, αλλά υπάρχει και µια µυθική παράσταση ενός πρώτου χρόνου ή «πρώτης στιγµής», στιγµής δηµιουργίας και του κόσµου και της ίδιας της φυλής. Αυτή αποδίδεται σε έναν ή πολλούς θεούς και σε έναν ή πολλούς «ήρωες» ή προγόνους, που έθεσαν µια για πάντα τους νόµους, την τάξη και την οργάνωση του κόσµου και της φυλής. Οι δηµιουργοί αυτοί, θείοι ή ανθρώπινοι, έχουν πάντως µια ιερή φύση που φυσικά µεταβιβάζουν και στα δηµιουργήµατά τους. Από αυτά απορρέει άµεσα ο ιερός χαρακτήρας των θεσµών της φυλής, που κάνει ιερόσυλη και βλάσφηµη κάθε ιδέα µεταβολής τους. Οι θεσµοί, όπως ο τρόπος ζωής, είναι κυριολεκτικά καθιερωµένοι µια για πάντα λόγω της ιερής προέλευσής τους.

Η κλασική Εβραϊκή Παράδοση, που κληρονόµησε και ο Χριστιανισµός και το Ισλάµ, παρʼ όλο που προέρχεται από µια κοινωνία, που µε κανένα τρόπο δεν θα µπορούσε να χαρακτηριστεί αρχαϊκή, πρωτόγονη ή άγρια, προσφέρει µια τέλεια εικόνα αυτής της κατάστασης. Ο θεός δηµιούργησε τον κόσµο και τους ανθρώπους, διάλεξε ανάµεσα σʼ αυτούς µια φυλή, στην οποία µια σειρά από θεόπνευστους «ήρωες» -Αβραάµ, Ισαάκ, Ιακώβ και τελικά Μωυσής παρουσίασαν τους νόµους του Θεού.
Αυτές οι κοινωνίες µπορούν να ονοµαστούν ετερόνοµες, γιατί θεωρούν τους νόµους τους δοσµένους από κάποιον ανώτερο Άλλο και συνεπώς απαγορεύουν στον εαυτό τους οπιαδήποτε µεταβολή αυτών των νόµων. Από την σκοπιά όπου τοποθετηθήκαµε, η σχέση αυτών των κοινωνιών µε την Παράδοση µπορεί να ονοµαστεί παθητική.

Σεβασμός και μεταμόρφωση: Η ενεργητική σχέση με την Παράδοση
Μια ιστορική στροφή, καλύτερα ρήξη, εµφανίζεται µε την αρχαία Ελλάδα και ξανά µετά από πολλούς αιώνες στη Δυτική Ευρώπη. Και στις δυο αυτές περιπτώσεις η σχέση µε την Παράδοση αλλάζει και µπορεί να ονοµαστεί ενεργητική. Η αλλαγή αυτή είναι φυσικά οργανικά συνδεδεµένη µε αυτό που συνιστά την απόλυτη ιστορική ιδιοµορφία της αρχαίας Ελλάδας, τη δηµιουργία για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία µιας κίνησης προς την αυτονοµία, δηλαδή την ελευθερία, σε σχεδόν όλους τους τοµείς της κοινωνικής ζωής, κατά πρώτο λόγο στην πολιτική, µε τη δηµιουργία της δηµοκρατίας και στη σκέψη µε τη δηµιουργία της φιλοσοφίας και της επιστήµης.

Η δηµιουργία αυτή ισοδυναµεί βέβαια µε µια ριζική ρήξη µε την προηγούµενη κατάσταση πραγµάτων. Η Αθηναϊκή δηµοκρατία, στην ουσία της, δεν έχει καµµιά σχέση µε τις οµηρικές ή µινωικές ή µυκηναϊκές βασιλείες, όπως και η φιλοσοφία αναδύεται ως καταστροφή της Μυθικής Παράδοσης του κόσµου. Π.χ. και οι δυο πρώτοι ιστορικοί, ο Εκαταίος και ο Ηρόδοτος αρχίζουν τα συγγράµατά τους και τα δικαιολογούν µε την βεβαίωση, ότι αυτά που οι Ελληνες διηγούνται για το παρελθόν τους είναι παραµύθια. Εν τούτοις, αυτά µε κανέναν τρόπο δεν σηµαίνουν απεµπόληση ή λησµονιά της Παράδοσης. Συµβαδίζουν µε την διαµόρφωση µιας νέας σχέσης ανάµεσα στο παρόν και το παρελθόν, που µπορεί να τη χαρακτηρίσει κανείς µε δυο λέξεις φαινοµενικά αντιφατικές, σεβασµός και µεταµόρφωση.
Η αντίφαση αίρεται άµα σκεφτούµε ότι σʼ αυτό το πεδίο σεβασµός δεν σηµαίνει τυφλή λατρεία και παγωµένη συντήρηση, αλλά αναζωογόνηση του παρελθόντος µέσω της µεταµόρφωσης των στοιχείων του, που έτσι γίνονται σηµαντικά για το παρόν.

Θα προσπαθήσω να κάνω κατανοητό αυτό που θέλω να πω µε παραδείγµατα από τον χώρο της τέχνης και ιδιαίτερα αυτού που ονοµάζουµε λογοτεχνία. Ξέρουµε, ότι ο Οµηρος έµεινε πάντα ζωντανός στην κλασική Ελλάδα, τα οµηρικά έπη τα τραγουδούσαν στις γιορτές και τα παιδιά τα µάθαιναν στο σχολείο. Ξέρουµε όµως επίσης, ότι µετά τον Ησίοδο και το έπος και το χαρακτηριστικό του µέτρο, το δακτυλικό εξάµετρο, εξαφανίζονται και ότι οι καινούργιοι ποιητές ο Αρχίλοχος, η Σαπφώ και αυτοί που ακολούθησαν δηµιουργούν νέα µέτρα, νέα θέµατα, νέες µορφές ποίησης. Αυτό δεν εµπόδισε τους κλασικούς φιλόσοφους, Πλάτωνα και Αριστοτέλη, να παραθέτουν τους οµηρικούς στίχους στα φιλοσοφικά τους κείµενα. Αλλά µόνο στην Αλεξανδρινή Εποχή, εποχή παρακµής, µε τα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου του Ρόδιου, εµφανίζεται µια προσπάθεια µίµησης των οµηρικών επών, φυσικά µε πολύ µέτρια αποτελέσµατα.

Αλλά το πιό λαµπρό παράδειγµα αυτής της δηµιουργικής µεταµόρφωσης της Παράδοσης µας το δίνει η Αθηναϊκή Τραγωδία και η σχέση της µε την άλλη προαιώνια µεγάλη Ελληνική δηµιουργία, το Μύθο. Ολοι οι λαοί έχουν ωραίους µύθους, αλλά µόνο οι αρχαίοι Ελληνικοί µύθοι είναι αληθινοί, µεστοί από ανθρωπολογικά και κοσµολογικά νοήµατα, αληθινά που παρουσιάζονται µε µυθική µορφή. Είναι φυσικά αδύνατο να ξέρουµε ως ποιό βαθµό αυτό το νόηµα των µύθων σε όλη του την έκταση και την ένταση µπορούσαν να το αφοµοιώσουν και να το οικειοποιηθούν οι Ελληνες, ας πούµε του 6ου π.Χ. αιώνα. Λογικό είναι να υποθέσουµε, ότι τουλάχιστον ασυνείδητα και υπόγεια τους άγγιξε, αλλιώς και οι µύθοι ως µύθοι δεν θα είχαν διασωθεί. Αυτό που εµφατικά ξέρουµε είναι, ότι η τραγωδία, που µε µόνη εξαίρεση τους «Πέρσες» του Αισχύλου και την «Μιλήτου Αλωση» του Φρύνιχου έχει ως αποκλειστικό θέµα της τους µύθους, αφʼ ενός αναλαµβάνει αυτό το νόηµα, το κάνει προσιτό σε όλους, το πλουτίζει, ασφαλώς το µεταµορφώνει και του δίνει µιας εκπληκτικής έντασης και ενάργειας παρουσίαση µε την ενσάρκωσή του σε ανθρώπινους χαρακτήρες και λόγους, αφʼ ετέρου εκσυγχρονίζει τους µύθους, τους πλέκει µε τα καινούργια προβλήµατα, που αντιµετωπίζουν οι Αθηναίοι του 5ου αιώνα.

Ταυτόχρονα βλέπουµε τους ποιητές να τροποποιούν και να πλουτίζουν την πλοκή των µύθων. Αναµφισβήτητη ένδειξη µας δίνει στην ποιητική του ο Αριστοτέλης, λέγοντας ότι η σηµαντικότερη αρετή του τραγικού ποιητή είναι η µυθοσκοπία. Θα έπρεπε να είχαµε το χρόνο να το δείξουµε αυτό πάνω σε συγκεκριµένα παραδείγµατα. Θα περιοριστώ να αναφέρω την «Ορέστεια» του Αισχύλου, τις τρεις Θηβαϊκές τραγωδίες του Σοφοκλή («Οιδίπους τύραννος», «Οιδίπους επί Κολονώ», «Αντιγόνη») και τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη. Συνοπτικά η Τραγωδία ούτε επαναλαµβάνει το Μύθο, ούτε τον χρησιµοποιεί σαν παθητικό υλικό. Στηρίζεται στις δυνατότητές του και δηµιουργεί µια καινούργια µορφή τέχνης, που της επιτρέπει σε µια οργανική συνέχεια µε το µύθο να παρουσιάσει καινούργια περιεχόµενα. Ανάλογες αναπτύξεις θα µπορούσε να κάνει κανείς για την Αρχιτεκτονική, τη Γλυπτική ή τη Ζωγραφική, όσο την ξέρουµε από τα αγγεία.

Δυτικοευρωπαϊκός Πολιτισμός: Μιά καινούρια σχέση με την Παράδοση
Από αυτή τη σκοπιά, τη δηµιουργία µιας καινούργιας σχέσης µε την Παράδοση, ο µόνος αληθινός κληρονόµος της αρχαίας Ελλάδας είναι η Δυτική Ευρώπη. Χωρίς να µακρυγορήσω θα υπενθυµίσω πόσο ο Δυτικοευρωπαϊκός Πολιτισµός από τον 11ο αιώνα και πέρα και υπήρξε επαναστατικά δηµιουργός και διατήρησε µια γνήσια σχέση µε την Παράδοση, που είχε πίσω του είτε λαϊκή, είτε «καλλιεργηµένη». Η Παράδοση αυτή περιλαµβάνει βέβαια κατά πρώτο λόγο τη Χριστιανική κληρονοµιά και αργότερα την Ελληνορωµαϊκή κληρονοµιά.
Και σʼ αυτήν την περίπτωση, µιλώντας πολύ σύντοµα, θα πάρω για παράδειγµα την καταπληκτική εξέλιξη της Δυτικοευρωπαϊκής Ζωγραφικής, που αρχίζει µε µια εκκλησιαστική εικονογραφία, παραφυάδα της Βυζαντινής και από τον Giotto και µετά παρουσιάζει µια ακατάπαυστη δηµιουργική ανανέωση, που όµως είναι ταυτόχρονα µια αδιάκοπη οργανική συνέχεια ως το 1950. Το ίδιο ισχύει και για την µουσική που βγαίνει και από την εκκλησιαστική ρίζα του Γρηγοριανού Άσµατος και από την φολκλορική ρίζα λαϊκών µελωδών, ρυθµών και τρόπων. Η βαθειά σχέση µεγάλων µουσικών δηµιουργών, όπως οι κλασικοί Γερµανοί, ο Chοpin, o Mussorgsky, o Albéniz, µʼ αυτές τις ρίζες, αλλά και η ικανότητά τους να µετουσιώνουν επαναστατικά τα στοιχεία της Παράδοσης, που χρησιµοποιούν, είναι προφανείς. Το πιό έντονο παράδειγµα αυτής της σχέσης προσφέρει ίσως η Δυτικοευρωπαϊκή Φιλοσοφία η οποία, µέσα από τις συνεχείς τοµές στην ιστορία της σκέψης, που παρουσιάζει εξελίσσεται πάνω σε ρητή αναφορά µε την Παράδοση της Φιλοσοφικής Θεολογίας του Μεσαίωνα και της Κλασικής Ελληνικής Φιλοσοφίας.
(συνεχίζει στο ΜΕΡΟΣ 2)

Advertisements