Ο Ισοκράτης στο στόχαστρο του κ. Παπαθεμελή και της Χρυσής Αυγής

Ο Ισοκράτης στο στόχαστρο του κ. Παπαθεμελή και της Χρυσής Αυγής
Η διαπόμπευση της 28ης Οκτωβρίου

«Ψωμιάδης εναντίον Ισοκράτη»
(Νίκος Κακαουνάκης, «Στο Καρφί» 26/10/03)
Εκεί που συνέκλιναν όλοι όσοι αντέδρασαν στο ρατσιστικό προμελετημένο έγκλημα της Νέας Μηχανιώνας ήταν στη γνωστή ρήση του Ισοκράτη από τον «Πανηγυρικό» του λόγο. Ηδη από το 2000, όταν είχε προκύψει για πρώτη φορά η αντίδραση των αυτοπροσδιοριζόμενων ως «δημοκρατικών» κατοίκων της προσφυγικής πόλης στο ενδεχόμενο να κρατήσει τη σημαία του σχολείου του ο αριστούχος μαθητής Οδυσσέας Τσενάι, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε επικαλεστεί τον Ισοκράτη για να τεκμηριώσει την αυτονόητη άποψη ενός Ευρωπαίου δημοκράτη ηγέτη. Είχε και τότε δεχτεί τους μύδρους των
«καθαρόαιμων» Ελλήνων. Τρία χρόνια αργότερα, τον Ισοκράτη επικαλούνται εκτός από τον Πρόεδρο και πολλοί υπουργοί, εκπρόσωποι της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, εκπαιδευτικοί, αναλυτές κ.ο.κ.

Η αντίρρηση του κ. Παπαθεμελή

Ομως οι αλβανοφάγοι θεωρητικοί δεν καταθέτουν τα ιδεολογικά τους όπλα τόσο εύκολα. Και βέβαια δεν είναι διατεθειμένοι να τους στερήσουν οι ιδεολογικοί τους αντίπαλοι τα εύκολα επιχειρήματα του αρχαίου κλέους, της μοναδικότητας της φυλής, του αίματος και του εδάφους. Blut und Boden που έλεγε και ένας άλλος αρχαιολάτρης, Γερμανός εκείνος. Απολαύσαμε τον «φίρερ» της Χρυσής Αυγής Νίκο Μιχαλολιάκο ανήμερα της εθνικής επετείου να τηλεφωνεί στο δελτίο του Alter και να ωρύεται κατά του Προέδρου ότι παραποιεί τον Ισοκράτη. Τα ίδια μας λέει κάθε τόσο και ο Γιώργος Καρατζαφέρης και οι Διόσκουροι τηλεβιβλιοπώλες που τον πλαισιώνουν. Ειδικά ο κ. Βελόπουλος ήταν την Τρίτη αφοπλιστικός: «Θα μπορούσε ο Ισοκράτης να εξομοιώνει βαρβάρους με Ελληνες; Μην τρελαθούμε και τελείως».

Πιο σαφής απ’ όλους, ο κ. Παπαθεμελής: «Ο Ισοκράτης πουθενά δεν λέει ότι Ελληνες εισίν οι μετέχοντες της ελληνικής παιδείας. Αυτό είναι κακοποίηση του κορυφαίου ρήτορα. Οποιος ενδιαφέρεται για το τι πράγματι λέει, βαθύτατα πάντως διαφορετικό, ας διαβάσει την 50ή παράγραφο του «Πανηγυρικού»» (Αυγή, 26/10/03).

Ας ακολουθήσουμε τη συμβουλή του: «Τοσούτον δ’ απολέλοιπεν η πόλις ημών περί το φρονείν και λέγειν τους άλλους ανθρώπους, ώσθ’ οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασιν, και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκεν μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Ελληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας». Και σε μετάφραση: «Είναι δε τόσο μεγάλη η απόσταση που χωρίζει την πολιτεία μας από τους άλλους ανθρώπους ως προς την πνευματική ανάπτυξη και την τέχνη του λόγου, ώστε οι μαθητές της έχουν γίνει διδάσκαλοι των άλλων και κατόρθωσε (η πολιτεία μας) ώστε το όνομα των Ελλήνων να είναι σύμβολο όχι πλέον της καταγωγής, αλλά της πνευματικής ανύψωσης, και να ονομάζονται Ελληνες εκείνοι που παίρνουν τη δική μας μόρφωση και όχι αυτοί που έχουν την ίδια καταγωγή». (Ισοκράτους Λόγοι, Πανηγυρικός, Μτφρ. Α. Μ. Γεωργαντοπούλου, Εκδόσεις Ιωάν. & Π. Ζαχαρόπουλος, 1940.)

Ηδη πριν από τρία χρόνια, στο ραδιόφωνο του Αντέννα, ο κ. Παπαθεμελής επισήμαινε ότι το ρήμα «πεποίηκεν» σημαίνει ότι δόθηκε «πλασματική διάσταση στο όνομα των Ελλήνων», το «δοκείν» ερμηνεύεται ως ότι «φαντάζονται οι βάρβαροι της εποχής ότι είναι και όχι ότι είναι πραγματικά Ελληνες», ενώ το «μάλλον Ελληνας καλείσθαι» σημαίνει ότι κάποιοι τρίτοι τους ονομάζουν Ελληνες. «Οπως ονομάζουν Αγγλο, Γάλλο, τον καθηγητή που διδάσκει Αγγλικά, Γαλλικά, όχι με την έννοια που νομίζουν μερικοί και θέλουν παραφράζοντας και διαστρεβλώνοντας τον αρχαίο ρήτορα».

Το δίκιο του κ. Παπαθεμελή

Οσο κι αν σας φανεί παράξενο, εμείς θα συμφωνήσουμε με τον κ. Παπαθεμελή! Δεν συμμεριζόμαστε βέβαια την αγωνία του να περισώσει τη φυλετική ορθοφροσύνη του Ισοκράτη, αλλά θεωρούμε ότι η αναγόρευση του αποσπάσματος αυτού σε αντιρατσιστικό ευαγγέλιο είναι τόσο ανιστόρητη όσο και η προβολή ως ναζιστικής της άλλης γνωστής ρήσης «πας μη Ελλην βάρβαρος». Η προσπάθεια να αναχθεί η σημερινή κοινωνική πραγματικότητα στα αρχαιοελληνικά δεδομένα είναι ασφαλώς άγονη. Το ξαναζήσαμε στις αρχές της περασμένης δεκαετίας, όταν επιχειρήθηκε να μεταφερθεί στα καθ’ ημάς η σύγκρουση Φιλίππου και Δημοσθένη, με αφορμή την αναζωπύρωση του «μακεδονικού». Από αυτή, λοιπόν, την άποψη δεν προσφέρει τίποτα η φιλολογική διένεξη για την ερμηνεία μιας παραγράφου του Ισοκράτη.

Ομως πίσω από τη φαινομενική αυτή δικαίωση των «αλβανοφάγων» κρύβεται μια άλλη πραγματικότητα για το επίμαχο κείμενο. Είναι ιστορικά τεκμηριωμένο γεγονός ότι η σύγχρονη εθνογένεση στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ειδικότερα στα Βαλκάνια, και βέβαια στη χώρα μας, έχουμε πρόσφατο το ρόλο που έπαιξαν τα σχολεία στις περιοχές που κατείχε ακόμα η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η συγκρότηση της εθνικής συνείδησης στις «νέες χώρες» εξαρτήθηκε κατά κύριο λόγο από το βαθμό διείσδυσης των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στις κατεχόμενες επαρχίες. Και οι πολίτες του νέου ελληνικού κράτους διαμορφώθηκαν μέσα από τη συμμετοχή τους στα σχολεία αυτά.

Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο, η ρήση του Ισοκράτη αποτέλεσε μια από τις πιο αγαπημένες αποστροφές του ελληνικού Διαφωτισμού και της νεοελληνικής διανόησης του επίσημου κράτους. Οι προσεκτικοί επισκέπτες της Γενναδείου Βιβλιοθήκης που χτίστηκε το 1925 στο Λυκαβηττό θα έχουν διαβάσει στο επιστύλιο της πρόσοψης τα ίδια λόγια: «Ελληνες καλούνται οι της παιδεύσεως της ημετέρας μετέχοντες». Τα λόγια του Ισοκράτη έχουν λοιπόν «εκσυγχρονιστεί». Και όποιος τα επικαλείται μετά λόγου γνώσεως, δεν αναφέρεται στην πόλη-κράτος της αρχαιότητας, αλλά στη σύγχρονη εθνογένεση.

Κάτω απ’ αυτή τη σκοπιά, η υπόθεση του Οδυσσέα Τσενάι μας θυμίζει μια παλιά ιστορία ενός άλλου Βαλκάνιου, του Γκριγκόρ Παρλίτσεφ, που γεννημένος στην Οχρίδα ήρθε διψασμένος για γράμματα στην Αθήνα, πριν από ενάμιση αιώνα, κατάφερε μάλιστα να κερδίσει το πρώτο βραβείο ποίησης το 1860 ως Γρηγόριος Σταυρίδης. Ομως η αθηναϊκή κοινωνία της εποχής δεν μπόρεσε να συγχωρήσει σ’ έναν «ξένο» την αγάπη στα ελληνικά γράμματα και κυρίως το γεγονός ότι αρίστευσε. Χολωμένος από τη ρατσιστική απόρριψη, ο Σταυρίδης ξανάγινε Παρλίτσεφ και εγκατέλειψε την Ελλάδα. Τον διεκδικούν σήμερα ως εθνικό τους ποιητή η Βουλγαρία και η ΠΓΔΜ. Η Ελλάδα βέβαια τον αγνοεί.

Το χωριό του κ. Παπαθεμελή

Ολα αυτά είναι κάπως δύσκολο να χωρέσουν στο μυαλό του κ. Ψωμιάδη (που εξήρε τη «μαθητιούσα» νεολαία), του κ. Μιχαλολιάκου (της Χρυσής Αυγής), ίσως και του συνεπώνυμου εξαδέλφου του (της Νέας Δημοκρατίας). Επίσης, δεν είναι δυνατόν να περιμένουμε μεγάλη κατανόηση του ιστορικού γίγνεσθαι από τον κ. Παττακό, τον θαυμαστή του Λεπέν κ. Βορίδη ή τον υπερνομάρχη που «συνεβούλευε» (ως μέλος της Συμβουλευτικής) τον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Ακόμα και με τον δημοκρατικών φρονημάτων απόστρατο κ. Σπυριούνη και τις γνώσεις του οφείλουμε να είμαστε επιεικείς.

Αλλά από τον φιλομαθή και γνήσιο αρχαιολάτρη κ. Παπαθεμελή έχουμε περισσότερες απαιτήσεις. Ο ίδιος δεν χάνει ευκαιρία να τονίσει την ευρυμάθειά του, και βέβαια δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει τις γνώσεις του γύρω από την αρχαία ελληνική γραμματεία, έστω κι αν τη διαβάζει με τους παραμορφωτικούς φακούς της θρησκοληψίας.

Ομως ειδικά το ρόλο της εκπαίδευσης στη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης θα έπρεπε να τον αναγνωρίζει ο τέως υπουργός Δημόσιας Τάξης και «Νέων Χωρών». Γιατί για το δικό του το χωριό, την Οσσα Λαγκαδά (τότε Βυσσώκα) είναι που έγραφε το 1913 ο παλαίμαχος Μακεδονομάχος Κ. Μαζαράκης, ειδικός στον «εθνοφυλετικό» προσδιορισμό των πληθυσμιακών ομάδων της Μακεδονίας: «Βυσσώκα: Μακεδονόφωνον χωρίον, εξελληνισθέν διά των σχολείων» [Κων/νος Μαζαράκης «Γενικαί πληροφορίαι περί του φρονήματος των εν τη ζώνη των επιχειρήσεων κατοίκων», (καλοκ. 1913), Αρχείο Κ. Μαζαράκη, φ. 7α].

Αυτό τον «εξελληνισμό διά των σχολείων» που συνέβη στο χωριό των παππούδων του θέλει τώρα να στερήσει από άλλους συμπολίτες μας ο κ. Παπαθεμελής. Ας μην επικαλείται λοιπόν τις γραφές του Ισοκράτη. Ας ψάξει στο δημοτολόγιο του χωριού του και στο οικογενειακό του άλμπουμ. Κι αυτός και όλοι μας.

(Ελευθεροτυπία, 1/11/2003)
Πηγή: http://www.iospress.gr/mikro2003/mikro20031101.htm

Advertisements