ΣΚΥΛΑ & ΧΑΡΥΒΔΗ(1)

Σκύλλα 

I don’t live for what should be. I live for what is (Lenny Bruce)

 

     SKYLLA poemKokkoni  (Photo: Sam Taylor Wood)  

Τις παλιές καλές μέρες που η εικόνα ήταν σκύλα

Και η καλύτερη στιγμή μοιραζόταν κυνήγι κι’ έρωτα

Μέσα στο γέρμα και στο πλέγμα,

Εστήναμε κατάρτια

Και ανοίγαμε επικίνδυνα παιχνίδια.

Ολα τα θυμίζουν στην εύγλωττη σιωπή της φωτογραφίας.

Χέρι – χέρι, φθάσαμε κι’ ανάψαμε

Τις φλόγες σ’ ένα ερωτικού πολιτισμού

Λουτρό.

Μετά ήλθε η χαύνωση

Των δεκατριών σκυλιών

που με περιβάλλει.

Στη λατρεία της ζωής

Των κύνων, των κοινών, το μυθομανών

Των ιερών τρελλών, των αρλεκίνων.

Απ’ το Θιακί στο Ίλιο

Γιά το χατήρι της ομορφιάς

Και τόσοι κίνδυνοι στον όρμο της Μεσσίνας.

 

Βρήκαμε λύτρωση

Στη νηφαλιότητα του αρχαίου Δία

Και βγήκαμε συνοδεία

Στη πάλη πραγματικών, μα και αλλότριων.

Οι μνηστήρες ή οι μνηστές

Γυροφέρνουν σαν σκυλίσιες μέρες

Μεγαλοπρεπείς, μνημειώδεις και θυμικές.

Το μήνυμα είναι

Πως τίποτα δεν μοιάζει λυσσασμένο

Κι’ όμως είναι καιρός

Που λυσσομανά

Γιά φόρο ζωής

Σε ατοπήματα και δήθεν

Ασελγείς

του καθενός μας πράξεις.

Κύματα ζεστού αέρα

Ποτίζουν το τεμπέλικο απόγευμα.

Το πορνικό βλέμμα και το δέος

Που είχες περάσει,

Εχουν πιά γίνει κυνισμός

Και δεν υπάρχει πανικός

Μα ούτε είναι ποινικώς

Κολάσιμο

Γιά αντιλήψεις που έχουν μεταλλάξει.

 

Ολα είχαν ξεκινήσει από κάποια

Καλοκαιρινή δουλειά

Ως παιδί του καφενείου

Που σέρβιρε καφέδες

Μαζεύε μάρκες

Και γενικά εξυπηρετούσε

Δικηγορικό μέγαρο

Υπερπλήρες σε ανάγκη

Γιά σπουδές στα νομικά.

Στο τέλος της μέρας

Υπήρχε πάντα μιά σκυλίσια παραίτηση

Και τ’ αφεντικό που γαύγιζε

Γιά τις εισπράξεις.

Πάντα λίγα,

Οσα και αν του πήγαινε, ψιλά.

Ηταν η πρώτη θαλπωρή του τέρατος

Κι’ η απαρχή

Μιάς ζωής σκυλίσιας στη δουλειά.

 

Η επιβλητικότητα των στιγμών

Και το μέγεθος δεν χωράνε στο φακό

Μοιάζει να απολαμβάνω τη στιγμή.

Μα, μη γελιέστε,

Το μεγαλείο της κάθε πράξης

Δεν είναι μονόλογος

Αλλά ένας λεξικός γρίφος

Ταγή σκυλιών, μεγαλωσύνη των ποινών.

Σκοινί, λουρί, κορδόνι.

 

Ενα γλυκό αγέρι

Ορμά στα δωμάτια.

Με περιλούζει σαν ερωτικό τραγούδι.

Με βρίσκει ορθό, στητό

Σαν παλιό φτηνό κέντημα

Που διακοσμούσε κάποιον εσωτερικό χώρο.

 

Εν συνεχεία, βρέθηκα

Να στολίζω έναν θαμπό τοίχο

Στο  γραφείο μιάς φαρμακαποθήκης

Υπό την απειλή πάντα του ίδιου τέρατος.

Ενας υπάλληλος

Με μπόλικη ομορφιά

Και καμια χάρη,

Εψαχνε τη συνουσία

Ευλογούσε την εκπόρνευση

Και κυνηγούσε

Φαρμακερά τοτεμ

Χάπια, παστίλιες, ορούς,

Υπόθετα, σιρόπια και αφρόκρεμες.

Σκυλί του Αγίου Βερναρδου

Γιά τα βραδυνα

Σε θέλημα ερωτικό

Και το βδομαδιάτικο

Ενα παλιό ‘κοσάρι

Αντίτιμο στον Ραν Ταν Πλαν.

 

Το πάθος έχει σκυλίσια αντοχή

Μα σαν μερέψει κι’ αλλοτριωθεί,

Το δέρνει

Από άποψη τέχνης και τεχνικής υποδομής

Μιά χρονική αναισθησία.

Το τέρας του χρόνου καιροφυλακτεί

Και όσο μικραίνουν οι ευτυχείς στιγμές

Τόσο θεριεύει η ανάσα του καυτή.

 

Ενας χαιρετισμός είναι

Σε αναζήτηση συντροφιάς

Και μιάς γλυκιάς οδύνης

Που απλώνεται

Μέσα από μιά παλιά μάντρα

Με σίδερα για τις οικοδομές.

Ο κυνισμός του σιδήρου

Δεν γνωρίζει εποχές.

Καίει το ίδιο χειμώνα – καλοκαίρι.

Ετσι κάηκαν οι όποιες στιγμές

Κάποιες παλιές επιφυλάξεις

Κι’ όλες μαζύ οι ενοχές

Που δεν έχουν καμία αξία εφαρμογής

Σε μιά λογική γιά σκηνικό παραλιακού σκυλάδικου.

 

Σαν το μυγοχάφτη και το χελιδόνι

Που ξεφαντώνουν

στη καλοκαιρινή αφθονία της τροφης,

σαν γλαροπούλι ελεύθερο μες τη ζωή,

άφησες τα σπαθάτα, λεπτοκαμωμένα σου

χέρια να με τυλίξουν

με αντάλλαγμα ένα μειδίαμα στο μύθο.

Αυτό έβγαλε ακόμη ένα σκυλί

Στο μάζεμα του κρυσταλιού

Στα περιβόλια

Που ο σπάνιος ίσκιος από τις αχλαδιές

Μπορούσε ακόμη να κρύψει

Τον πυρετό από τη μελίγκρα,

Του κόφτη την κάθε βλαστήμια,

Τη λάθρα εκσπερμάτωση

Και το σαρκασμό στη διαλογή

Γιά όσα δεν είχε κτυπήσει η μύγα

Του αφεντικού

Ποτέ δεν ξαποσταίνει.

 

Σκυλίσιος περιηγητής

Στα συνεργεία και τα φαύλα τσούρμα

Μιάς σοδειάς

Που έσταζε ίλιγγο

Κι’ έτρεμε τη σάπια ώρα.

Μα όλα τούτα ήσαν μόνο κίνδυνοι

Που στρέξαν γιά τη πρώρα.

Τώρα, καλά πατώ κάθε στεριά.

Με το θείο δώρο της κονσέρβας

Και την εργονομική διάθεση

Απολυμασμένης

Και αστραφτοκοπούσας τουαλέτας

Στέκομαι λυκόφρων

Καταμεσις σ’ αυτό το σκυλολοϊ

Που τόσα χρόνια εκπαίδευα

Σε απόθεμα οργονικής ρεζέρβας.

 

Η εξελικτική διαδικασία

Είχε ως αποτέλεσμα

Να είναι η ζήτηση μεγαλύτερη στις πόλεις.

Αγρόν, λοιπόν, δεν αγόρασα

Και σε αστικοποιημένη

Αυθαίρετη ιδιοκτησία

Το προικίο της νιότης έδωσα

Σαν γλυκό όνειρο

Που ξυπνά ευαίσθητο κορίτσι.

Ασβέστες, αμίαντα, τσιμέντα,

Καρφιά, δίχαλα

Τζάμια, κρύσταλλα,

Μου δωσαν την ιδέα του φακού

Και της φωτογραφίας.

Ενα άψυχο κάψιμο

Ιδρωπυροτεχνήματα

Χαμένη προσπάθεια

Και όνειδος

Που έπρεπε να διαπεραστει.

Ομως, τίποτα δεν πάει χαμένο

Σε αδρανή υλικά

Κι’ από τι είμαστε καμωμένοι

Σαν η σκυλίσια αναπνοή του τέρατος

Μετριέται με τη δική μας,

Οχι την ώρα που πρέπει

Αλλά τη στιγμή του ΕΙΝΑΙ.

 

Η στιγμή δεν ήταν ιδανική

Κι’ εκεί, μπήκαν με ορμή

Οι κανόνες της μηχανικής

Γιά αντικατάσταση,

Παράσταση, αποκατάσταση

Της όποιας τυχόν βλάβης.

Πύρινα μέτωπα, γρέτζα, επαφές

Τσουρουφλιστές κουβέντες

Και μπροστά, πέρα απ’ το στενό

Η ελευθερία της θάλασσας

Και μιά παλιά πολαρόϊντ κάμερα

Εις εαυτόν,

Οχι στο φθόνο

Οχι στο πόνο

Οχι στον κουρασμένο χρόνο

Υπάρχει ένα άλλο σώμα

Που ζητά να βρεί κύμα επιστροφής

Σ’ ολόκληρο το οίκημα

Και όχι μόνο

μέσα στο λουτρό

Και στην αυλή μιάς κυνικής ανίας.

 

Εκείνες τις μέρες όμως

Ολα περνούσαν από το λουτρό

Ιδιαίτερα ο οργανωμένος αισθησιασμός

Σε αντέρισμα θεμελιακό

Της φυσικής μας αναρχίας.

Ετσι, με μιά σκυλίσια εμφάνιση

Περάσαμε στ’ αρχεία της τυπογραφίας.

Σπάσαμε σαν πασατέμπο

Καταλογους διανομής

Μπροσούρες, αποδείξεις

Επιταγές

Και όμως δεν απέμεινε

Ούτε μιά αναμνηστική φωτογραφία.

Ενας ήχος μονότονος και απειλητικός

Από το μηχάνημα,

Ακόμη με επισκέπτεται

Κάποιες φορές

Λες και ανοιγοκλείνουν

Θανατηφόρα σαγονια

Ενός τέρατος

Που δεν βρίσκει ποτέ του ησυχία.

 

Σκύλα ζωή

Στης νύχτας τα φτερά

Πάνω πετάω.

Απο το σκοτεινό θάλαμο

Εξέρχομαι ως είμαι

Με στοιχεία λαγωνικού

Μα και βρωμόσκυλου καταγωγής.

Οχι, δεν αρμόζει καμιάς κραυγής.

Η καυτή άμμος μου καίει το πέλμα.

Τα γρυλλίσματα από τους σκύλους

Μου υπενθυμίζουν ένα ακόμη τέρμα.

Στα χαμηλότερα επίπεδα

Υγρό, νωθρό το βλέμμα

Ξεδιπλώνεται ως χαλί

Εστιατορίου

Που προϊδεάζει

Γιά ένα καθαρό τόπο

Συναντήσεων

Και περιπτύξεων

Που γίναν καύχημα

Ενός καθ’ όλα περίτεχνου

Σε παρασκευή και εμφάνιση

Γεύματος στην επίσημη καλένδα.

 

Αρχισε η παραγωγή της σαντιγύ

Και από θεωρίας,

Αναζητήσαμε το μοναχικό

Ομορφο αστέρι

Της παλιάς υπόσχεσης γιά επιστροφή

Σε μιά σχέση

Ακριβώς στον ίδιο ήχο

Σαν τη γη!!!

 

Τα ποτισμένα με αρχαία αλμύρα

Κόκκαλα του ναύτη

Είχαν πάντα μπροστά

Την πρόκληση του τέρατος

Χωρίς σωτήρα

Σε μιά σανίδα.

Αποτρόπαιος

Ηταν ο λαιμός του τέρατος

Σε άλλη στροφή

Κι’ εμάς τροφή

Μες τη βοή

Του κύματος

Να τη σώσουμε και να σωθούμε

Από τον τρικέφαλο

Και τα σκυλίσια βάσανα της κουπαστής.

Να κάνουμε, την απειλή

Αφοσίωση.

Να στείλουμε στο λουτρό

Και στα τάρταρα

Την άπληστη

Και άπλυτή μας φύση.

 

Γιά όλα αυτά

Θα πρέπει να σταθούμε

Σαν ιερά τέρατα

Απέναντι σε ότι

Φέρνουν τα απέραντα

Σημεία του ταξιδιού,

Του ναυαγιου,

Της γυναίκας.

Περάσαμε τους φύλακες

Του στενού

Ως μιά δοκιμασία

– Η δουλειά ποτέ δεν είναι εργασία-

Ξεχάσαμε τη νύμφη του Γλαύκου

Γιά να γνωρίσουμε

Τα αρπακτικά νύχια

Της κόρης του Φορκία.

 

Η παροχή υπηρεσιών λουτρού

Και οι έξη συντροφοι

Που ‘χασα

Στο πέρασμα του τρομερού στενού

Δεν μου αφήνουν καμιά αμφιβολία.

Χάρισμα, ακόμη και μετέπειτα

Το μέρωμα της φύσης

Στο δρόμο της φυγής

Που πήρε ο Αινείας.

Ολα γίνονται

Στο όνομα της ομορφιάς

Μέσα στη κτίση

πάντα με στήση.

Με τον ίδιο τραχύ κυνισμό

Που η ανάγκη μας έχει επιδείξει.

Το τέρας αυτης της ανάγκης γιά δουλειά

Και η απελευθερωτική μας τέχνη

Δεν έχουν μιλιά.

Συγκρούονται στη μυθική σπηλιά

Στο άντρο όσων μας ορέγονται

Και είναι

Μιά την αλήθεια

Οχι καθως πρέπει.

 

 04 Αυγούστου 2007

Plateau Mont – Royal

Montreal

Βλάσσης Κοκκώνης

Advertisements